Think Tanks

Γιατί τα κράτη χάνουν 125 δισ. δολάρια σε φόρους κάθε χρόνο


Οι φορολογικοί παράδεισοι έχουν εξελιχθεί σε ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι πολυεθνικές εταιρείες μπορούν να χρησιμοποιήσουν διάφορα συστήματα για να αποφύγουν την καταβολή φόρων σε χώρες όπου αποκομίζουν τεράστια έσοδα. 

Σε μία νέα έρευνα, ο συνάδελφός μου Petr Janský και εγώ υπολογίζουμε ότι περίπου 420 δισεκατομμύρια δολάρια σε εταιρικά κέρδη μετατοπίζονται από 79 χώρες κάθε χρόνο.

Αυτό ισοδυναμεί με περίπου 125 δισ. δολάρια σε χαμένα φορολογικά έσοδα για αυτές τις χώρες. Ως αποτέλεσμα, οι κρατικές υπηρεσίες τους είτε δεν έχουν επαρκείς πόρους είτε πρέπει να χρηματοδοτούνται από άλλους, συχνά χαμηλότερων εισοδημάτων φορολογούμενους. Συμβάλλει στην αύξηση των ανισοτήτων τόσο εντός των χωρών όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο.

Δεδομένης της φύσης του θέματος, είναι εγγενώς δύσκολο να εντοπιστεί η φοροαποφυγή ή η φοροδιαφυγή. Για να το πετύχουμε, χρησιμοποιούμε δεδομένα σχετικά με τις ξένες άμεσες επενδύσεις (FDI) που συλλέχθηκαν από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για να εξετάσουμε εάν οι εταιρείες που ανήκουν σε φορολογικούς παραδείσους εμφανίζουν χαμηλότερα κέρδη σε χώρες με υψηλό φόρο σε σύγκριση με άλλες εταιρείες.

Διαπιστώσαμε ότι χώρες με υψηλότερο μερίδιο ξένων άμεσων επενδύσεων από φορολογικούς παραδείσους παρουσιάζουν κέρδη που είναι συστηματικά και σημαντικά χαμηλότερα, υποδηλώνοντας ότι αυτά τα κέρδη έχουν μεταφερθεί σε φορολογικούς παραδείσους προτού ανακοινωθούν σε χώρες με υψηλό φόρο. Η δύναμη αυτής της σχέσης μας επιτρέπει να υπολογίσουμε πόσο μεγαλύτερο κέρδος θα παρουσιαζόταν σε κάθε χώρα εάν οι εταιρείες που ανήκουν σε φορολογικούς παραδείσους ανακοίνωναν παρόμοια κέρδη με άλλες εταιρείες.

Διαπιστώσαμε ότι οι χώρες με χαμηλότερα μέσα εισοδήματα χάνουν τουλάχιστον τα ίδια με τις αναπτυγμένες χώρες (σε σχέση με το μέγεθος των οικονομιών τους). Ταυτόχρονα, είναι λιγότερο ικανές να εφαρμόσουν αποτελεσματικά εργαλεία για τη μείωση του ποσού του κέρδους που μετατοπίζεται από τις χώρες τους.

Τρία κανάλια μετατόπισης κέρδους

Υπάρχουν τρεις κύριοι δίαυλοι που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι πολυεθνικές για να μεταφέρουν κέρδη από τις χώρες με υψηλή φορολογία: μετατόπιση χρεών, καταχώρηση άυλων περιουσιακών στοιχείων, όπως πνευματικά δικαιώματα ή εμπορικά σήματα, σε φορολογικούς παραδείσους, και μια τεχνική γνωστή ως «τιμολόγηση στρατηγικών μεταβιβάσεων».

Για να δείτε πώς λειτουργούν αυτά τα κανάλια, φανταστείτε ότι μια πολυεθνική εταιρεία αποτελείται από δύο εταιρείες, μία από τις οποίες είναι εγκατεστημένη σε μια περιοχή με υψηλή φορολογία όπως η Αυστραλία (εταιρεία Α) και η άλλη βρίσκεται σε μια περιοχή χαμηλής φορολογίας όπως οι Βερμούδες (εταιρεία Β). Η εταιρεία Β είναι εταιρεία holding και κατέχει πλήρως την εταιρεία Α.

Ενώ και οι δύο εταιρείες θα πρέπει να πληρώνουν φόρο επί του κέρδους που αποκομίζουν στις αντίστοιχες χώρες τους, ένας από τους τρεις διαύλους χρησιμοποιείται για τη μετατόπιση των κερδών από τη χώρα με υψηλό φόρο (την Αυστραλία στην περίπτωσή μας, με συντελεστή εταιρικού φόρου 30%) στη χώρα με χαμηλό φόρο (Βερμούδες, με συντελεστή φόρου εταιρικού εισοδήματος 0%). Για κάθε δολάριο που μετατοπίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, η πολυεθνική αποφεύγει να καταβάλει 30 σεντς φόρου.

Η μετατόπιση του χρέους είναι όταν η εταιρεία Α δανείζεται χρήματα (αν και δεν χρειάζεται) από την εταιρεία Β και πληρώνει τόκους για το δάνειο αυτό στην εταιρεία Β. Οι πληρωμές τόκων είναι δαπάνες για την εταιρεία Α και εκπίπτουν στην Αυστραλία. Έτσι, μειώνουν δραστικά τα κέρδη που παρουσιάζει η εταιρεία Α στην Αυστραλία, ενώ παράλληλα αυξάνουν τα κέρδη που παρουσιάζονται στις Βερμούδες.

Στον δεύτερο δίαυλο, η πολυεθνική μεταβιβάζει τα άυλα περιουσιακά της στοιχεία (όπως εμπορικά σήματα ή δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας) στην εταιρεία Β, και η εταιρεία Α καταβάλλει έπειτα δικαιώματα εκμετάλλευσης στην εταιρεία Β για να χρησιμοποιήσει αυτά τα περιουσιακά στοιχεία. Τα δικαιώματα είναι μία δαπάνη για την εταιρεία Α και τεχνητά μειώνουν τα κέρδη της, αυξάνοντας τα λιγότερο φορολογούμενα κέρδη της εταιρείας Β.

Η τιμολόγηση στρατηγικών μεταβιβάσεων, το τρίτο κανάλι, μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν η εταιρεία Α έχει εμπορικές συναλλαγές με την εταιρεία Β. Για να καθορίσουν τις τιμές για τις συναλλαγές τους, οι περισσότερες χώρες χρησιμοποιούν τώρα την επονομαζόμενη «αρχή της ακτίνας χειρός». Αυτό σημαίνει ότι οι τιμές θα πρέπει να καθοριστούν όπως θα ήταν αν δύο μη συνδεδεμένες οντότητες διαπραγματεύονταν μεταξύ τους.

Ωστόσο, στην πράξη, είναι συχνά δύσκολο να καθοριστεί η τιμή του πλήρους ανταγωνισμού και υπάρχει σημαντικό περιθώριο για τις πολυεθνικές ώστε να ορίσουν την τιμή κατά τρόπο που να ελαχιστοποιεί τις συνολικές φορολογικές τους υποχρεώσεις. Φανταστείτε ότι η εταιρεία Α παρασκευάζει τζιν και τα πουλάει στην εταιρεία Β, η οποία στη συνέχεια τα πουλάει στα καταστήματα. Εάν το κόστος παρασκευής ενός τζιν είναι 80 δολάρια και η εταιρεία Α θα ήταν πρόθυμη να τα πουλήσει στη μη συνδεδεμένη εταιρεία C για 100 δολάρια, θα έβγαζε κέρδη 20 δολάρια και θα πλήρωνε 6 δολάρια φόρου (συντελεστής 30%) στην Αυστραλία.

Αλλά αν η εταιρία Α πουλήσει τα τζιν στην θυγατρική της εταιρεία Β για μόλις 81 δολάρια, αποκομίζει κέρδος μόλις ενός δολαρίου και έτσι πληρώνει 0,3 δολάρια ως φόρο στην Αυστραλία. Η εταιρεία Β πωλεί τότε τα τζιν στη μη συνδεδεμένη εταιρεία C για 100 δολάρια, κερδίζοντας κέρδος 19 δολάρια, χωρίς όμως να πληρώνει φόρο, δεδομένου ότι δεν υπάρχει φόρος εταιρικού εισοδήματος στις Βερμούδες. Χρησιμοποιώντας αυτό το σχέδιο, οι πολυεθνικές αποφεύγουν να πληρώνουν 5,7 δολάρια ως φόρο στην Αυστραλία για κάθε τζιν που πωλούν.

Πώς μπορεί να σταματήσει

Η ρίζα του προβλήματος είναι ο τρόπος με τον οποίο φορολογείται το διεθνές εταιρικό εισόδημα. Το σημερινό σύστημα βασίζεται σε μια προσέγγιση που επινοήθηκε πριν από περίπου έναν αιώνα, όταν δεν υπήρχαν μεγάλες πολυεθνικές, όπως τις γνωρίζουμε σήμερα. Σήμερα, μεμονωμένες οντότητες που αποτελούν μια πολυεθνική, διαχειρίζονται ξεχωριστούς λογαριασμούς σαν να ήταν ανεξάρτητες εταιρείες. Αλλά η πολυεθνική βελτιστοποιεί τις φορολογικές της υποχρεώσεις στο σύνολό της.

Αντ’ αυτού, θα πρέπει να στραφούμε προς αυτό που ονομάζεται ενιαίο μοντέλο φορολογίας. Η ιδέα είναι να φορολογηθεί το κέρδος εκεί που η οικονομική δραστηριότητα που το παράγει λαμβάνει πραγματικά χώρα – όχι εκεί που παρουσιάζονται τα κέρδη. Η πολυεθνική θα αναφέρει το συνολικό παγκόσμιο κέρδος της και επίσης τη δραστηριότητά της σε κάθε χώρα στην οποία δραστηριοποιείται. Οι κυβερνήσεις αυτών των χωρών θα έχουν τότε τη δυνατότητα να φορολογήσουν την πολυεθνική ανάλογα με τη δραστηριότητά της στη χώρα τους.

Στην πράξη, ο ορισμός του τι ακριβώς συνιστά «οικονομική δραστηριότητα που παράγει κέρδος» είναι το δύσκολο κομμάτι. Για μια πολυεθνική που κατασκευάζει τηλέφωνα, για παράδειγμα, δεν είναι σαφές ποιο μέρος του κέρδους της δημιουργείται από, για παράδειγμα, τους διευθυντές στην Καλιφόρνια, τους σχεδιαστές στο Τέξας, τους προγραμματιστές στο Μόναχο, ένα εργοστάσιο συναρμολόγησης στην Κίνα, μία εταιρεία logistics με έδρα τη Σιγκαπούρη που στέλνει το τηλέφωνο στο Παρίσι, το κατάστημα λιανικής πώλησης στο Παρίσι που πωλεί το τηλέφωνο ή τον Γάλλο καταναλωτή.

Διαφορετικές προτάσεις για καθεστώτα ενιαίας φορολογίας καθορίζουν αυτή τη φορολογική βάση με διάφορους τρόπους. Οι πέντε παράγοντες που λαμβάνονται υπ’ όψιν συχνότερα είναι: η έδρα των κεντρικών γραφείων, οι πωλήσεις, η μισθοδοσία, ο αριθμός των εργαζομένων και τα περιουσιακά στοιχεία. Διαφορετικές προτάσεις δίνουν διαφορετική βαρύτητα σε αυτούς τους παράγοντες.

Εν τέλει, η εισαγωγή ενιαίας φορολογίας θα απαιτούσε μια παγκόσμια συναίνεση σχετικά με τη μέθοδο που χρησιμοποιείται για την κατανομή των κερδών. Και, ομολογουμένως, αυτό θα ήταν δύσκολο να γίνει. Όπως λέει ο ΟΟΣΑ: «Παρουσιάζει τεράστια πολιτική και διοικητική πολυπλοκότητα και απαιτεί ένα επίπεδο διεθνούς συνεργασίας που δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε στον τομέα της διεθνούς φορολογίας».

Όμως, βλέποντας ότι το σημερινό σύστημα κοστίζει τις κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο γύρω στα 125 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, είναι η παγκόσμια συνεργασία πραγματικά ακριβότερη από αυτό;

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο world economic forum.org σε συνεργασία με το The Conversation και συγγραφέας είναι ο Miroslav Palansky