ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η Morgan Stanley και η ομάδα των Chiara Zangarelli και Matthew Nguyen (27/1) ξεκινούν την επενδυτική τους αφήγηση για την Ελλάδα το 2026 από τη μετοχική αγορά επισημαίνοντας ότι η ελληνική αγορά μετοχών βρίσκεται σε ένα σπάνιο «κατάλληλο σημείο» ανάμεσα στις αναδυόμενες και τις αναπτυγμένες αγορές, συνδυάζοντας μακροοικονομική σταθερότητα και ισχυρή κερδοφορία με αποτιμήσεις που εξακολουθούν να ενσωματώνουν discount σε σχέση με την Ευρώπη.
Η Morgan Stanley διατηρεί overweight στάση στις ελληνικές μετοχές στο πλαίσιο της στρατηγικής για την EEMEA, εκτιμώντας ότι το 2026 θα είναι έτος μετάβασης, όπου το ενδιαφέρον των επενδυτών των αναπτυγμένων αγορών θα αυξηθεί αισθητά, ξεκινώντας όμως από πολύ χαμηλή βάση.
Η απόφαση του οίκου FTSE για αναβάθμιση της Ελλάδας σε αναπτυγμένη αγορά με εφαρμογή τον Σεπτέμβριο του 2026, η επανεξέταση από τον STOXX τον Απρίλιο και το ενδεχόμενο επίσημης διαβούλευσης από τον οίκο MSCI τον Ιούνιο δημιουργούν ένα διαδοχικό πλαίσιο καταλυτών που κρατά τη χώρα σταθερά στο ραντάρ των διεθνών χαρτοφυλακίων .
Παρά το εντυπωσιακό ράλι του 2025, με τον MSCI Greece να καταγράφει συνολική απόδοση 83% σε όρους δολαρίου, η Morgan Stanley δεν θεωρεί ότι το story έχει «καεί».
Αντιθέτως, υπογραμμίζει ότι τα βασικά στοιχεία που στήριξαν την αγορά πέρυσι και τα οποία είναι η ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη, η πολιτική σταθερότητα, η εφαρμογή του Ταμείου Ανάκαμψης, η συμπίεση του κόστους κεφαλαίου και η ισχυρή δυναμική κερδών συνεχίζουν να υπάρχουν.
Κομβικό σημείο της ανάλυσης είναι ότι οι ελληνικές μετοχές παραμένουν φθηνές σε σχετικούς όρους. Το κόστος ιδίων κεφαλαίων έχει υποχωρήσει αισθητά, ωστόσο το spread έναντι της Ευρώπης παραμένει ιδιαίτερα αυξημένο, κυρίως λόγω της σύνθεσης του δείκτη, όπου οι τράπεζες αντιπροσωπεύουν πάνω από τα τρία τέταρτα του MSCI Greece.
Η Morgan Stanley εκτιμά ότι, καθώς οι ελληνικές τράπεζες έχουν καθαρίσει τους ισολογισμούς τους, έχουν επιστρέψει σε μερίσματα και εμφανίζουν ορατότητα κερδών, το περιθώριο περαιτέρω σύγκλισης παραμένει ανοιχτό.
Οι ελληνικές τράπεζες στο επίκεντρο
Η στρατηγική της Morgan Stanley για την Ελλάδα περνά ξεκάθαρα μέσα από τις τράπεζες. Όπως επισημαίνεται, η χρηματιστηριακή τους απόδοση τα τελευταία χρόνια υπολείπεται της αύξησης των κερδών, γεγονός που αφήνει περιθώρια για περαιτέρω re-rating.
Οι τράπεζες στηρίζονται σε πολλαπλούς πυλώνες, οι οποίοι είναι η ισχυρή πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις, η ανάκαμψη των προμηθειών μέσω δραστηριοτήτων, όπως ο τομέας των ασφαλειών και της διαχείρισης κεφαλαίων που είναι τομείς με χαμηλή διείσδυση στην Ελλάδα, και η σταδιακή προοπτική ενίσχυσης των στεγαστικών δανείων, εφόσον αντιμετωπιστούν οι στρεβλώσεις στην αγορά κατοικίας.
Σε επίπεδο αποτίμησης, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με μικρό discount έναντι των τραπεζών της Ευρωζώνης σε όρους P/E και P/BV, ενώ η μερισματική απόδοση έχει πλέον συγκλίνει.
Η Morgan Stanley σημειώνει ότι ένα σενάριο περαιτέρω σύγκλισης του κόστους κεφαλαίου ή μια γενικότερη αναβάθμιση του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου θα μπορούσε να μεταφραστεί σε διψήφια ανοδικά περιθώρια για τον κλάδο.
Οι ροές από την αναβάθμιση δεν είναι το κλειδί
Παρά τη σημασία των δεικτών, η Morgan Stanley εμφανίζεται προσεκτική ως προς τις άμεσες παθητικές ροές.
Οι εκτιμώμενες εισροές από FTSE και STOXX κρίνονται περιορισμένες, ενώ σε ένα πιο μακροπρόθεσμο σενάριο αναβάθμισης από τον MSCI, οι καθαρές ροές ενδέχεται να είναι οριακά αρνητικές, λόγω μετακίνησης της Ελλάδας από έναν «μεσαίο» ρόλο στις αναδυόμενες αγορές σε έναν μικρότερο ρόλο στους δείκτες αναπτυγμένων αγορών.
Το κλειδί, σύμφωνα με την τράπεζα, δεν είναι οι μηχανικές ροές αλλά η στάση των ενεργών διαχειριστών, εφόσον τα θεμελιώδη παραμείνουν ισχυρά.
Το μακροοικονομικό υπόβαθρο που στηρίζει τις μετοχές
Η χρηματιστηριακή αισιοδοξία της Morgan Stanley δεν είναι αβάσιμη, αντιθέτως, εδράζεται σε ένα μακροοικονομικό αφήγημα που, όπως εκτιμά, έχει διάρκεια. Η τράπεζα προβλέπει ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμούς 2,1% το 2026 και 2,2% το 2027, σχεδόν διπλάσιους από την Ευρωζώνη, με την εγχώρια ζήτηση να αποτελεί τον βασικό μοχλό.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις επενδύσεις, οι οποίες έχουν αυξηθεί περισσότερο από 40% από το τέλος του 2021 και αντιστοιχούν σε περίπου το ήμισυ της συνολικής ανάπτυξης την περίοδο 2022–2025. Σε αντίθεση με το παρελθόν, η άνοδος αυτή προέρχεται κυρίως από τις μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, γεγονός που ενισχύει την παραγωγικότητα και το δυνητικό ΑΕΠ.
Η Morgan Stanley αναγνωρίζει ότι το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης το 2026 αυξάνει θεωρητικά τους κινδύνους, ωστόσο, εκτιμά ότι αυτοί μετριάζονται από την καθυστέρηση απορρόφησης των κονδυλίων, γεγονός που μπορεί να διατηρήσει την επενδυτική δυναμική έως και το 2029. Παράλληλα, η βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης και η επανεκκίνηση της τραπεζικής πίστης προς τις επιχειρήσεις ενισχύουν τη βιωσιμότητα του κύκλου ανάπτυξης.
Στο δημοσιονομικό σκέλος, η Ελλάδα εμφανίζει την καλύτερη εικόνα των τελευταίων 15 ετών, με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και σαφή καθοδική πορεία του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αυτό δίνει στην κυβέρνηση περιθώριο για στοχευμένα μέτρα στήριξης χωρίς να εκτροχιάζεται η πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής.
Η έκθεση δεν παραβλέπει τους περιορισμούς. Οι ελλείψεις εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, οι αρνητικές δημογραφικές τάσεις και οι εκλογές του 2027 συνιστούν βασικούς παράγοντες κινδύνου. Ωστόσο, η Morgan Stanley εκτιμά ότι στο βασικό σενάριο η πολιτική συνέχεια και η σταθερότητα πολιτικής παραμένουν το επικρατέστερο ενδεχόμενο.
Διαβάστε επίσης:
HSBC Holdings: Η πρώτη ευρωπαϊκή τράπεζα που σπάει το φράγμα των 300 δισ. δολαρίων σε κεφαλαιοποίηση
J.P. Morgan: «Παγίδα» η αναβάθμιση του MSCI για την Ελλάδα – Τι δείχνουν τα flows
MSCI: Αυτές είναι οι 20 μετοχές που μπορούν να μπουν στο καθεστώς των αναπτυγμένων αγορών [πίνακας]