Με απώλειες έκλεισαν ξανά οι βασικοί δείκτες στη Wall Street, καθώς η χρηματοπιστωτική αγορά παραμένει σε αναταραχή με τον πόλεμο στο Ιράν να κλιμακώνεται και να επηρεάζει άμεσα τις τιμές της ενέργειας και το επενδυτικό κλίμα.

Η μεταβλητότητα ήταν έντονη στη Wall Street, με τον S&P 500 να ξεκινά με άνοδο σχεδόν 1%, αλλά τελικά να περνά γρήγορα σε αρνητικό έδαφος. Παράλληλα οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες συνέχισαν την πτώση τους, φτάνοντας περίπου 10% κάτω από το πρόσφατο ιστορικό υψηλό τους, σε έδαφος διόρθωσης. Επίσης, το δολάριο ενισχύθηκε και πλησίασε τα υψηλότερα επίπεδα από τον Δεκέμβριο, ενώ η αγορά ομολόγων παρουσίασε αρχικά άνοδο που όμως γρήγορα εξασθένησε, με τα μακροπρόθεσμα αμερικανικά ομόλογα να υστερούν.

1

Σε αυτό το κλίμα, ο Dow Jones έκλεισε στις 46.558,47 μονάδες με απώλειες -0,26%, ο S&P 500 στις 6.632,19 μονάδες με πτώση -0,61% ενώ ο Nasdaq στις 22.105,36 μονάδες με απώλειες -0,93%.

Σε επίπεδο εβδομάδας ο Dow Jones έκλεισε με πτώση σχεδόν 2%, ο S&P 500 στο -1,60% και ο Nasdaq με συνολικές απώλειες περίπου -1,3%. Αυτή ήταν η τρίτη συνεχόμενη αρνητική εβδομάδα για τον S&P 500, ο οποίος πλέον από την αρχή της χρονιάς σημειώνει απώλειες περίου 3,2%.

Η βασική αιτία της αβεβαιότητας είναι η συνεχιζόμενη στρατιωτική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αύξησαν τις επιθέσεις τους κατά του Ιράν σε πρωτοφανές επίπεδο, ενώ και οι δύο πλευρές απειλούν με περαιτέρω κλιμάκωση. Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, δήλωσε ότι έχουν πληγεί περίπου 15.000 στόχοι από την αρχή του πολέμου από τη συμμαχία ΗΠΑ–Ισραήλ. Παράλληλα, σύμφωνα με δημοσιεύματα, το Πεντάγωνο έστειλε μονάδα πεζοναυτών στη Μέση Ανατολή, γεγονός που εντείνει τους φόβους για παρατεταμένη σύγκρουση.

Η ενεργειακή αγορά αντιδρά έντονα στις εξελίξεις. Την Πέμπτη η τιμή του πετρελαίου Brent ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά μετά από περισσότερο από τρία χρόνια, ενώ παρά την νευρικότητα της Παρασκευής παρέμεινε τελικά πάνω από αυτό το όριο. Η αύξηση αυτή τροφοδοτεί φόβους για νέα άνοδο του πληθωρισμού παγκοσμίως και επιβαρύνει τις προοπτικές της οικονομικής ανάπτυξης.

Οι επενδυτές παρακολουθούν στενά και τις πολιτικές εξελίξεις. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump και η νέα ηγεσία του Ιράν έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι η σύγκρουση δεν πρόκειται να λήξει σύντομα. Ωστόσο, αυξάνονται οι διεθνείς πιέσεις για αποκλιμάκωση λόγω της μεγάλης αύξησης των τιμών της ενέργειας.

Ταυτόχρονα, οικονομικά στοιχεία από τις ΗΠΑ δείχνουν ότι η οικονομία είχε ήδη αρχίσει να επιβραδύνεται πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Οι καταναλωτικές δαπάνες αυξήθηκαν ελάχιστα τον Ιανουάριο, ενώ το ΑΕΠ του προηγούμενου έτους αναθεωρήθηκε προς τα κάτω. Παρόλα αυτά, τα στοιχεία για την αγορά εργασίας εμφάνισαν βελτίωση, με περισσότερες θέσεις εργασίας και λιγότερες απολύσεις. Ο βασικός δείκτης πληθωρισμού που παρακολουθεί η Federal Reserve κινήθηκε σύμφωνα με τις προβλέψεις, ενώ η καταναλωτική εμπιστοσύνη έπεσε σε χαμηλό τριών μηνών.

Οι επενδυτές αναμένουν την επόμενη συνεδρίαση της Fed, όπου εκτιμάται ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν αμετάβλητα. Ωστόσο, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις προβλέψεις της κεντρικής τράπεζας για την πορεία της οικονομίας και του πληθωρισμού, καθώς ο πόλεμος μπορεί να αυξήσει τις τιμές αλλά και να επηρεάσει την απασχόληση.

Από τις μετοχές του Dow Jones, τη μεγαλύτερη άνοδο σημείωσε η Boeing στο +2,51%, παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει με τα αεροσκάφη 737 Max, ενώ ακολούθησαν οι UnitedHealth (1,77%), Verizon (1,45%) και 3M (1,25%).

Αντίθετα, τις μεγαλύτερες απώλειες σημείωσε η Salesforce στο -3,25% και η Apple στο -2,21%, με την τελευταία να μειώνει τις προμήθειες εφαρμογών στην Κίνα. Η NVIDIA έκλεισε στο  -1,58% ενώ η Microsoft έκλεισε στο -1,57%.