Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Το επενδυτικό ενδιαφέρον για τις ελληνικές τράπεζες δεν στηρίζεται πλέον μόνο στην εξυγίανση των ισολογισμών και στην ανάκαμψη της κερδοφορίας τους. Σύμφωνα με την Jefferies, το βασικό πλεονέκτημα του κλάδου είναι πλέον το οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δραστηριοποιείται, καθώς η Ελλάδα περνά από τη φάση της ανάκαμψης σε μια περίοδο σταθερότερης ανάπτυξης, υψηλών επενδύσεων και ισχυρής πιστωτικής ζήτησης.

Στην τελευταία έκθεση της Jefferies στις 8 Ιουνίου 2026, ο αναλυτής Αλέξανδρος Δημητρίου επαναλαμβάνει τη σύσταση αγοράς για Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς και εκτιμά ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με discount περίπου 15% έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών, παρά το γεγονός ότι λειτουργούν σε ένα από τα ισχυρότερα μακροοικονομικά περιβάλλοντα της Ευρώπης.

1

Η υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας

Η απόσταση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει εμφανής στους ρυθμούς ανάπτυξης. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, έναντι 1,4% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την ελληνική οικονομία να υπεραποδίδει για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά. Η ίδια εικόνα διατηρήθηκε κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026. Η ανάπτυξη στην Ελλaάδα διαμορφώθηκε στο 2% σε ετήσια βάση, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση περιορίστηκε στο 0,7%.

Κατά τη Jefferies, οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση θα συνεχίσουν να αποτελούν τους βασικούς μοχλούς της οικονομικής δραστηριότητας. Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι η ανάπτυξη θα παραμείνει κοντά στο 2% και κατά την περίοδο 2027-2028, παρά την ολοκλήρωση της περιόδου υλοποίησης του NextGenerationEU το 2026. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως αναφέρει η έκθεση, έχει περιγράψει τη σημερινή φάση ως μετάβαση από την ανάκαμψη στη στρατηγική επιτάχυνση. Στόχος είναι η μακροπρόθεσμη σύγκλιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς να επανεμφανιστούν οι δημοσιονομικές και εξωτερικές ανισορροπίες του παρελθόντος.

Ισχυρά πλεονάσματα και ταχύτερη μείωση του χρέους

Η δημοσιονομική εικόνα αποτελεί δεύτερο βασικό πυλώνα της θετικής αξιολόγησης της Jefferies. Η Ελλάδα ήταν μία από τις μόλις πέντε ευρωπαϊκές χώρες που κατέγραψαν δημοσιονομικό πλεόνασμα το 2025. Το συνολικό πλεόνασμα ανήλθε στο 1,7% του ΑΕΠ, έναντι ελλείμματος 3,1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε στο 4,9% του ΑΕΠ και αναμένεται να υποχωρήσει στο 3,2% το 2026, παραμένοντας ωστόσο σε υψηλά επίπεδα.

Η καλύτερη από την αναμενόμενη δημοσιονομική επίδοση του 2025 έδωσε στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να ανακοινώσει μέτρα στήριξης ύψους €0,8 δισ., τα οποία επικεντρώθηκαν κυρίως στον περιορισμό των επιπτώσεων από τις αυξημένες τιμές ενέργειας. Η θετική τάση συνεχίστηκε και το 2026. Στο τετράμηνο Ιανουαρίου – Απριλίου, το πρωτογενές αποτέλεσμα του κρατικού προϋπολογισμού ενισχύθηκε από υπέρβαση εσόδων κατά €2,9 δισ. έναντι του στόχου.

Παράλληλα, το δημόσιο χρέος ακολουθεί σταθερά καθοδική πορεία. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ παραμένει υψηλός, στο 146%, έναντι 89% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει όμως μειωθεί κατά περίπου 40 ποσοστιαίες μονάδες από το 2016 και κατά σχεδόν 60 ποσοστιαίες μονάδες από το 2020. Με βάση τις προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ο ελληνικός δείκτης χρέους αναμένεται να διαμορφωθεί χαμηλότερα από εκείνον της Ιταλίας εντός του 2026 και χαμηλότερα από της Γαλλίας έως το 2029. Το χρέος προβλέπεται να υποχωρήσει κάτω από το 100% του ΑΕΠ έως το 2035 και στο 60% έως το 2054.

Γιατί το μακροοικονομικό περιβάλλον ευνοεί τις τράπεζες

Για τις ελληνικές τράπεζες, η ισχυρή οικονομική δραστηριότητα αποτυπώνεται άμεσα στην παραγωγή νέων δανείων. Τον Απρίλιο, η συνολική πιστωτική επέκταση παρέμεινε στο 8%, με τα επιχειρηματικά δάνεια να αυξάνονται κατά 11%.

Οι συγκεκριμένοι ρυθμοί είναι αισθητά υψηλότεροι από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Jefferies θεωρεί ότι η υπεραπόδοση μπορεί να διατηρηθεί σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, κυρίως στην επιχειρηματική πίστη, καθώς οι επενδύσεις και τα χρηματοδοτούμενα έργα συνεχίζουν να δημιουργούν ζήτηση για τραπεζικό δανεισμό.

Οι συνολικές επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 8,9% το 2025 και προβλέπεται να ενισχυθούν κατά ακόμη 8,8% το 2026. Παρά τη σημαντική πρόοδο, αντιστοιχούν ακόμη στο 17% του ελληνικού ΑΕΠ, έναντι 21% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η διαφορά αυτή δείχνει ότι η επενδυτική σύγκλιση δεν έχει ολοκληρωθεί και ότι εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο περαιτέρω ανάπτυξης.

Η στήριξη από το Ταμείο Ανάκαμψης δεν σταματά το 2026

Καθοριστική παραμένει και η συμβολή του Ταμείου Ανάκαμψης, με τις τράπεζες να έχουν κεντρικό ρόλο στη διοχέτευση των σχετικών δανείων προς την πραγματική οικονομία. Από τα συνολικά €18 δισ. που δικαιούται η Ελλάδα στο σκέλος των δανείων, μόλις €5,8 δισ. έχουν εκταμιευθεί προς τους τελικούς δικαιούχους. Η τραπεζική συγχρηματοδότηση έχει ανέλθει σε €3,9 δισ. Η Jefferies επισημαίνει ότι το διαθέσιμο υπόλοιπο είναι σημαντικό. Ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής περιόδου υλοποίησης το 2026, η εκταμίευση των ήδη εγκεκριμένων χρηματοδοτήσεων αναμένεται να συνεχίσει να τροφοδοτεί τις επενδύσεις και την πιστωτική επέκταση.

Για τον οίκο, ο συνδυασμός ανάπτυξης υψηλότερης από την ευρωπαϊκή, ισχυρών δημοσιονομικών επιδόσεων, υποχώρησης του δημόσιου χρέους και ταχείας αύξησης των επιχειρηματικών δανείων διατηρεί θετικές τις προοπτικές των ελληνικών τραπεζών. Το discount περίπου 15% έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών ενισχύει περαιτέρω το επενδυτικό επιχείρημα για τις τέσσερις συστημικές.