Στον απόηχο της πρόσφατης συνάντησης του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα επανήλθε στο προσκήνιο η συζήτηση για την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε μια περίοδο γενικευμένης γεωπολιτικής ρευστότητας. Παρά το διαχρονικό βάρος των εκκρεμών διαφορών, το κλίμα της συνάντησης χαρακτηρίστηκε από χαμηλούς τόνους και προσεκτική ρητορική, δημιουργώντας την εικόνα μιας ελεγχόμενης αποκλιμάκωσης.

Οι αναλύσεις του επίκουρου καθηγητή Πολιτικής και Διπλωματικής Ιστορίας της Τουρκίας στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Αντώνη Δεριζιώτη, του διεθνολόγου Αλέξανδρου Δεσποτόπουλου και του διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου, Οθωμανολόγου-Τουρκολόγου/νομικού, Δημήτρη Σταθακόπουλου στο mononews φωτίζουν διαφορετικές πτυχές αυτής της συνάντησης.

1

Από τη στρατηγική «αγοράς χρόνου» και τη διαχείριση του αναθεωρητισμού έως και την επιδίωξη αποφυγής εξωτερικών παρεμβάσεων και την επίδραση των εσωτερικών πολιτικών ισορροπιών σε Ελλάδα και Τουρκία, κοινός παρονομαστής των τοποθετήσεών τους είναι ότι, παρά το θετικό πρόσημο σε επίπεδο κλίματος και επιμέρους συνεργασιών, οι δύο χώρες εξακολουθούν να βρίσκονται μακριά από μια ουσιαστική επίλυση των βασικών τους διαφορών.

Δεριζιώτης: Διάθεση συνεργασίας και θετική ρητορική αλλά χωρίς ουσία

Ο Αντώνης Δεριζιώτης

Ο επίκουρος καθηγητής Πολιτικής και Διπλωματικής Ιστορίας της Τουρκίας στο ΕΚΠΑ, Αντώνης Δεριζιώτης, ανέφερε ότι η συνάντηση στην Άγκυρα μεταξύ του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κινήθηκε σε ήρεμο κλίμα, με αμφότερες τις πλευρές να εκφράζουν διάθεση συνεργασίας.

Όπως σημείωσε, αυτό αποτυπώθηκε τόσο στις συμφωνίες για αύξηση του διμερούς εμπορίου, προώθηση επενδύσεων, ακτοπλοϊκή σύνδεση Θεσσαλονίκης–Σμύρνης και συνεργασία μεταξύ των Υπουργείων Εξωτερικών, όσο και στη ρητορική που υιοθετήθηκε «όσον αφορά τις διμερείς διαφορές, όπου εκφράστηκαν θετικά μεν, αλλά χωρίς να μπουν στην ουσία των ζητημάτων».

Έλλειψη εμπιστοσύνης και το σχόλιο Φιντάν

Ο κ. Δεριζιώτης υπογράμμισε ότι αυτό ήταν αναμενόμενο, καθώς οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από έλλειψη εμπιστοσύνης. Υπενθύμισε ότι δύο ημέρες πριν από τη συνάντηση, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν (Hakan Fidan) αναφέρθηκε σε δύο διαφορετικά «ρεύματα» εντός της ελληνικής κυβέρνησης ως προς τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών, τοποθετώντας σε διακριτές πλευρές τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας Νίκο Δένδια και τον Πρωθυπουργό με τον Υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη. Παρότι οι δηλώσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν προκαλέσει ένταση, τελικά δεν επηρέασαν αρνητικά το κλίμα της συνάντησης ανέφερε ο κ. Δεριζιώτης.

Κατά την ανάλυσή του, στην ελληνική κοινωνία πράγματι συνυπάρχουν δύο βασικά ακροατήρια: εκείνο που επιδιώκει τη λύση των διαφορών μέσω διαλόγου και εκείνο που προσεγγίζει τα ζητήματα μέσα από το πρίσμα του πολιτικού ανταγωνισμού ή ακόμη και της σύγκρουσης. Ο ίδιος επεσήμανε επίσης ότι ο κ. Φιντάν έθεσε το ζήτημα του πολιτικού κόστους στις αποφάσεις που αφορούν τα ελληνοτουρκικά, επισημαίνοντας τη βαρύτητα της εσωτερικής πολιτικής διάστασης.

Οι δύο πλευρές, σύμφωνα με τον κ. Δεριζιώτη, απέφυγαν σκόπιμα να εισέλθουν στον πυρήνα των διαφωνιών, που είναι πιο δύσκολα διαχειρίσιμες. Η συζήτηση επικεντρώθηκε σε ζητήματα όπου υπάρχει ήδη ικανοποιητικό επίπεδο συνεργασίας, ενώ σε θέματα όπως οι NAVTEX, ο SAFE και ο χωροταξικός σχεδιασμός, το μήνυμα ήταν ότι μπορούν να υπάρχουν διαφωνίες χωρίς κλιμάκωση της έντασης. Εξήγησε πως «είναι προφανές ότι και οι δύο χώρες δεν θέλουν ένταση αυτή την περίοδο και επιθυμούν την διατήρηση του ήρεμου κλίματος που έχει διαμορφωθεί από την Διακήρυξη των Αθηνών».

Θετικά αποτελέσματα σε ζητήματα «χαμηλής πολιτικής»

Ως προς το πρόσημο της συνάντησης, το χαρακτήρισε θετικό, επισημαίνοντας όμως ότι περιορίστηκε σε ζητήματα «χαμηλής πολιτικής», όπως το εμπόριο, ο πολιτισμός, η συνεργασία σε θέματα σεισμών, έρευνας και καινοτομίας. Δεν υπήρξε ουσιαστική πρόοδος στα ζητήματα υψηλής πολιτικής, όπου η συναίνεση είναι δύσκολη λόγω εθνικών συμφερόντων και πολιτικού κόστους. Εξήγησε πως ο χαρακτήρας της συνάντησης ορίστηκε από το πνεύμα συνεργασίας και την προσεκτική διαχείριση των θεμάτων συζήτησης.

Τα προβλήματα της Τουρκίας

Ο κ. Δεριζιώτης επεσήμανε ότι η Τουρκία βρίσκεται σε περίοδο έντονης εσωτερικής και εξωτερικής ρευστότητας. Υπενθύμισε ότι μία ημέρα πριν από τη συνάντηση ο Πρόεδρος Ερντογάν προχώρησε σε αντικατάσταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών, ενώ το ζήτημα των προεδρικών εκλογών του 2028 παραμένει κρίσιμο. Αναφέρθηκε επίσης στον πολιτικό αντίπαλο του Ερντογάν, Εκρέμ Ιμάμογλου, ο οποίος έχει προκαλέσει τον Τούρκο Πρόεδρο να προχωρήσει σε πρόωρες εκλογές «θεωρώντας ότι ο νυν Πρόεδρος θα τις χάσει».

Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, επισήμανε ότι οι εξελίξεις στη Συρία και το κουρδικό ζήτημα, το θέμα της Γάζας και η ένταση στις σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ, καθώς και η κατάσταση στο Ιράν και οι σχέσεις του με τις ΗΠΑ, συνθέτουν ένα ιδιαίτερα ασταθές περιβάλλον για την Άγκυρα. Επιπλέον, ανέφερε πως η αβεβαιότητα στη Δύση λόγω της επιθετικής πολιτικής του Αμερικανού προέδρου και η συνεχιζόμενη σύγκρουση Ρωσίας–Ουκρανίας ενισχύουν το γενικό κλίμα αστάθειας. Σε αυτό το πλαίσιο, μια νέα ελληνοτουρκική ένταση δεν θα εξυπηρετούσε ούτε την Τουρκία ούτε την Ελλάδα, εξήγησε.

Θετικό το κλίμα για όσο αυτό είναι εφικτό

Αναφερόμενος στο άμεσο μέλλον των Ελληνοτουρκικών σχέσεων, ο κ. Δεριζιώτης υποστήριξε ότι η εσωτερική πολιτική θα συνεχίσει να επηρεάζει την εξωτερική πολιτική και τις διμερείς σχέσεις. Με δεδομένες τις εκλογές στην Ελλάδα το 2027 και στην Τουρκία το 2028, εκτίμησε ότι τα ελληνοτουρκικά ενδέχεται να βρεθούν στο επίκεντρο των προεκλογικών αντιπαραθέσεων και στις δύο χώρες καθώς το θέμα «προσφέρεται για φθηνό λαϊκισμό». Ο Ερντογάν, αναφέρει ο επίκουρος καθηγητής έχει αξιοποιήσει στο παρελθόν την εθνικιστική ρητορική σε προεκλογικές περιόδους«και είναι ασφαλές να υποθέσει κανείς ότι μπορεί να το κάνει και πάλι».

Στην Ελλάδα δεν αποκλείεται να υπάρξει ανταγωνισμός «πατριωτισμού» μεταξύ κομμάτων εξηγεί, ιδίως στον συντηρητικό χώρο. «Επιδιώκοντας να αποδομήσουν τα οφέλη μιας ελληνοτουρκικής συνεργασίας σε οποιοδήποτε επίπεδο» αναλύει ο κ. Δεριζιώτης καθώς το συντηρητικό και υπερσυντηρητικό τμήμα του ελληνικού πολιτικού κόσμου είναι μοιρασμένο σε τέσσερα κοινοβουλευτικά πολιτικά κόμματα. «Δεν θα ήταν έκπληξη να επιδοθούν σε έναν λαϊκιστικό ανταγωνισμό ‘πατριωτισμού’ αναμεταξύ τους. Και οι ελληνικές εκλογές είναι ένα χρόνο νωρίτερα από τις τουρκικές.» αναφέρει.

Παρά ταύτα, μέχρι τότε, η τάση που κατέδειξε η συνάντηση των δυο ηγετών στην Άγκυρα είναι – κατά τον ίδιο – η διατήρηση της συνεργασίας και η εστίαση στα θετικά σημεία των διμερών σχέσεων, με στόχο την παράταση του ήρεμου ή και θετικού κλίματος για όσο αυτό είναι εφικτό.

Δεσποτόπουλος: Κοινή επιθυμία των δυο χωρών να στείλουν μήνυμα ηρεμίας

Ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος
Ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος

Ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι η πιο ήρεμη επικοινωνιακή στάση της Τουρκίας μετά τη συνάντηση μεταξύ του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν οφείλεται στην κοινή επιθυμία των δύο χωρών να στείλουν μήνυμα ηρεμίας επί του πεδίου. Όπως σημείωσε, τόσο η Άγκυρα όσο και η Αθήνα θέλησαν να καταδείξουν ότι, παρά τις διαφορές τους, η ένταση είναι ελεγχόμενη και δεν πρόκειται να οδηγήσει σε σύρραξη.

Κατά την εκτίμησή του, το μήνυμα αυτό απευθυνόταν όχι μόνο μεταξύ των δύο χωρών αλλά και προς τρίτους, ιδίως προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, στη λογική ότι δεν απαιτείται εξωτερική παρέμβαση στην περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου για την αποτροπή κάποιας κρίσης. Η εικόνα ηρεμίας και τα θετικά δημόσια μηνύματα, όπως τα χαμόγελα και οι φιλικές αναφορές, εξέπεμψαν – κατά τον ίδιο – το σήμα ότι οι διαφορές παραμένουν, αλλά δεν βρίσκονται σε τροχιά κλιμάκωσης.

«Καταρχάς θετικό» το πρόσημο της συνάντησης

Ως προς το πρόσημο της συνάντησης, το χαρακτήρισε «καταρχάς θετικό», με την έννοια ότι υπάρχουν πολλά διμερή ζητήματα που μπορούν να προωθηθούν ανεξαρτήτως των μεγάλων διαφορών, όπως η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ. Αναφέρθηκε, ενδεικτικά, στο εμπορικό ισοζύγιο, σημειώνοντας ότι η ελληνική πλευρά επιδιώκει την αύξηση των εξαγωγών και τη μείωση του ελλείμματος, αλλά και σε ζητήματα όπως η βελτίωση της λειτουργίας των μειονοτικών σχολείων σε Ίμβρο και Κωνσταντινούπολη, η ενίσχυση του τουριστικού ρεύματος από την Τουρκία προς τα νησιά του Αιγαίου και η καλύτερη συνεργασία στο μεταναστευτικό.

Τόνισε ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται πιο αποτελεσματική συνεργασία στο μεταναστευτικό, με μειωμένες ροές και αυξημένες επιστροφές, γεγονός που αξιολογείται θετικά. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η πρόοδος στα διμερή ζητήματα δεν συνδέεται άμεσα με την αποφυγή εμπλοκής τρίτων δυνάμεων, αλλά εδράζεται κυρίως στη βούληση των δύο κρατών να διαχειριστούν πρακτικά θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Η αποφυγή εμπλοκής τρίτων αφορά κυρίως τη διαχείριση της έντασης.

Οι διεκδικήσεις της Τουρκίας

Ο κ. Δεσποτόπουλος επισήμανε ότι, παρά τη βελτίωση του κλίματος, η Τουρκία παραμένει αναθεωρητική δύναμη. Υπενθύμισε ότι από τη δεκαετία του 1960 και του 1970 η Άγκυρα έθετε συγκεκριμένα τρία ζητήματα τη αποστρατικοποίηση, τη τουρκική μειονότητα και τη υφαλοκρηπίδα, ενώ σήμερα έχει προσθέσει επιπλέον αξιώσεις, όπως τη σύνδεση της αποστρατικοποίησης με την κυριαρχία νησιών, τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών», διεκδικήσεις περί «υφαρπαγής» νησιών, καθώς και ζητήματα αρμοδιότητας έρευνας και διάσωσης από τον 25ο μεσημβρινό στο Αιγαίο και ανατολικότερα.

Η ελληνική στρατηγική

Κατά τον ίδιο, η ελληνική στρατηγική των τελευταίων ετών φαίνεται να στοχεύει στην αντιστροφή του τουρκικού αναθεωρητισμού. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η επιμονή για άρση του casus belli, ως ένδειξη έμπρακτης αποκλιμάκωσης από την τουρκική πλευρά. «Να έχουμε δηλαδή βήματα προς τα πίσω προκειμένου να μπορέσουμε κάποια στιγμή να φτάσουμε σε ένα σημείο συνεννόησης. Είμαστε εκεί; Όχι ακόμα προφανώς. Έχουμε πάρα πολύ δρόμο» αναφέρει.

Σημείωσε ότι η στρατηγική της Αθήνας βασίζεται στο πως η ίδια θα είναι πιο ισχυρή δηλαδή, στην ενίσχυση της αποτρεπτικής της ικανότητας, στη σύσφιγξη περιφερειακών συνεργασιών, όπως με το Ισραήλ και την Κύπρο, καθώς και στη διεύρυνση των διεθνών της συμμαχιών και της ενεργειακής και οικονομικής παρουσίας της στα Βαλκάνια. Αυτή η στρατηγική που φαίνεται ότι ακολουθεί η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια σε μια προσπάθεια αντιστροφής του αναθεωρητισμού, όπως σημειώνει ο κ. Δεσποτόπουλος είναι «κάτι που μέχρι πρόσφατα δεν είχαμε».

Ελεγχόμενη κατάσταση στο εγγύς μέλλον

Αναφερόμενος στο εγγύς μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων, εκτίμησε ότι θα συνεχιστεί ο ενεργειακός ανταγωνισμός και η τουρκική πίεση «για μια συνολική λύση πακέτο στη λογική του παραλογισμού».

Δεν περιμένει ουσιαστική επίλυση στο άμεσο διάστημα, αλλά εκτίμησε ότι το πιθανότερο σενάριο είναι η διατήρηση μιας ελεγχόμενης κατάστασης χωρίς σοβαρή κλιμάκωση. Όπως ανέφερε, δεν αναμένει γεγονότα τύπου Έβρου 2020 ή αντίστοιχες κρίσεις, αλλά περιορισμένη ένταση, κυρίως λεκτική, ενδεχομένως συνοδευόμενη από κινήσεις συμβολικού χαρακτήρα, όπως ευρείες NAVTEX «για όλο το Αιγαίο αορίστως».

Σταθακόπουλος: Στόχος οι δυο πλευρές να κερδίσουν χρόνο

Ο Δημήτρης Σταθακόπουλος
Ο Δημήτρης Σταθακόπουλος

Η πρόσφατη συνάντηση μεταξύ του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα αποτέλεσε ουσιαστικά συνέχεια και αναζωογόνηση της Διακήρυξης των Αθηνών του Δεκεμβρίου 2023 όπως επισήμανε ο κ. Σταθακόπουλος. Σημείωσε πως από τη σύνθεση της ελληνικής αντιπροσωπείας κατέστη σαφές ότι επρόκειτο για μια συνάντηση χαμηλής έντασης και χαμηλού πολιτικού ρίσκου, με βασικό στόχο και των δύο πλευρών να κερδίσουν χρόνο.

Κατά τον ίδιο, η Ελλάδα επιδιώκει να αξιοποιήσει τον χρόνο για να ενισχύσει τις συμμαχίες της και να προχωρήσει τα εξοπλιστικά της προγράμματα, όπως η αναβάθμιση των F-16 σε έκδοση Viper, η παραλαβή των Rafale, των φρεγατών Belharra και μελλοντικά των F-35.

Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία, σύμφωνα με τον κ. Σταθακόπουλο, επιθυμεί να διαχειριστεί τα εσωτερικά της προβλήματα – τις συνέπειες των πρόσφατων σεισμών, την ήττα του κυβερνώντος κόμματος στις δημοτικές εκλογές – και να βελτιώσει τη διεθνή της εικόνα, με στόχο την άρση των κυρώσεων CAATSA και την επανένταξη σε προγράμματα όπως τα F-35,« δείχνοντας ένα καλό πρόσωπο να δει τι θα κάνει με τους S-400 και να δείξει ένα καλό πρόσωπο μπας και η Ελλάδα άρει το βέτο της και μπει στο πρόγραμμα SAFE της Ευρώπης».

«Άρα λοιπόν είχαν λόγους και οι δύο χώρες για διαφορετικούς λόγους βέβαια η κάθε χώρα να υπογράψουν αυτή τη συμφωνία πάλι και να κρατούν χαμηλούς τόνους» μας εξηγεί.

Πολύ μακριά από τον διάλογο

Ο κ. Σταθακόπουλος διευκρίνισε ότι οι συναντήσεις αυτές δεν συνιστούν διάλογο με την ουσιαστική έννοια του όρου. Διάλογος, όπως εξήγησε, προϋποθέτει συγκεκριμένη ατζέντα, καθορισμένα θέματα και κατάληξη σε συμφωνία που επικυρώνεται από διεθνές όργανο ή δικαστήριο. Κατά την εκτίμησή του, Ελλάδα και Τουρκία βρίσκονται ακόμη πολύ μακριά από ένα τέτοιο στάδιο, καθώς τα «ακανθώδη» ζητήματα δεν συζητήθηκαν.

Η μυθοϊστορία της «Κόκκινης Μηλιάς»

Μιλώντας για τις δημόσιες δηλώσεις των δυο αρχηγών κρατών αναφέρθηκε στη δήλωση του Τούρκου Προέδρου περί «τουρκικής μειονότητας» στη Θράκη και σημείωσε ότι ορθώς δόθηκε η απάντηση από τον πρωθυπουργό πως πρόκειται για μουσουλμανική μειονότητα. Τόνισε επίσης ότι στο αίτημα της ελληνικής πλευράς για άρση του casus belli και τερματισμό των παραβιάσεων και αμφισβητήσεων, «ο Τούρκος Πρόεδρος δεν απάντησε».

Ο κ. Σταθακόπουλος ανέφερε πως ο Ερντογάν απάντησε σε μεταγενέστερη τοποθέτησή όπου αναφέρθηκε στο Kızıl Elma («Κόκκινη Μηλιά»).

Ο Οθωμανολόγος  εξήγησε πως η «Κόκκινη Μηλιά», «είναι μια μυθοϊστορία των Οθωμανών που δεν είναι ένας συγκεκριμένος τόπος, είναι ένα ιδεολόγημα το οποίο αναφέρεται σε μια τεράστια Τουρκία που δεν έχει τέλος». Εξηγεί πως κάποτε η «Κόκκινη Μηλιά» ήταν η Κωνσταντινούπολη η οποία κατακτήθηκε ενώ μετά ήταν η Ρώμη και η Βιέννη που οι Οθωμανοί δεν κατόρθωσαν να κατακτήσουν.

«Σήμερα, σε ένα νέο πλαίσιο όπως το αναφέρει ο πρόεδρος Ερντογάν, η Kızıl Elma είναι οι διεκδικήσεις Τουρκίας στο ΕΠΑΚΡΟΝ» εξηγεί. Κατά τον κ. Σταθακόπουλο, η επίκληση αυτού του οράματος καταδεικνύει ότι η τουρκική στρατηγική δεν έχει εγκαταλειφθεί.

Πως αντιλαμβάνονται οι δυο πλευρές το Διεθνές Δίκαιο

Σχολιάζοντας την αναφορά των δυο ηγετών στο Διεθνές Δίκαιο, υποστήριξε ότι η Ελλάδα το αντιλαμβάνεται σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις και τη νομολογία των διεθνών οργάνων, ενώ η Τουρκία το προσεγγίζει, κατά την άποψή της, «αλά τούρκα». Αντίστοιχα εξηγεί πως η έννοια της «ωρίμανσης συνθηκών» ερμηνεύεται διαφορετικά από τις δύο πλευρές: για την Ελλάδα σημαίνει άρση απειλών και του casus belli, ενώ για την Τουρκία σημαίνει αποδοχή των δικών της διεκδικήσεων.

Πως θα φτάσουμε στον διάλογο

«Εφόσον αυτά δεν πρόκειται να γίνουν και είμαστε ακόμα εκεί, ορθώς γίνονται οι συζητήσεις αλλά δεν είναι διάλογος και σε κάθε περίπτωση από ένα διάλογο και από ένα αποτέλεσμα διάλογου είμαστε ακόμα πολύ μακριά», τονίζει.

Ο κ. Σταθακόπουλος ανέφερε πως σε κάθε περίπτωση αξιολογείται θετικά η συνάντηση σε πολύ χαμηλό επίπεδο πολιτικής και διπλωματικού ρίσκου. «Για το αν θα οδηγήσει σε διάλογο κάποια στιγμή μακάρι να λυθούν το ένα θέμα που εμείς θεωρούμε ότι είναι διττό, δηλαδή η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ. Για την Τουρκία είναι πολύ περισσότερα, πρέπει όμως η Τουρκία να σταματήσει να τα επικαλείται όλα αυτά για να μπορέσουμε να οδηγηθούμε σε ένα πραγματικό δια ταύτα, ειδάλλως δεν θα οδηγηθούμε ποτέ πουθενά.» αναλύει.

Το Casus Belli ως διαπραγματευτικό χαρτί

Ο κ. Σταθακόπουλος ανέπτυξε επίσης ένα σενάριο κατά το οποίο η άρση του casus belli θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τον κ. Ερντογάν «για να δείξει μια έξωθεν καλή μαρτυρία σε Ευρωπαίους και Αμερικανούς αλλά κυρίως να το χρησιμοποιήσει για ίδιον όφελος μέσα στην εσωτερική του πολιτική».

Επικαλέστηκε το άρθρο 116 του τουρκικού Συντάγματος, εξηγώντας ότι, εάν διαλυθεί πρόωρα η Εθνοσυνέλευση με αυξημένη πλειοψηφία, ο Πρόεδρος θα μπορούσε να είναι εκ νέου υποψήφιος, με αποτέλεσμα μια τρίτη πρακτικά θητεία να θεωρείται συνταγματικά δεύτερη. Κατά τον ίδιο, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως εθνικό συμφέρον, ιδίως αν συνδεόταν με την άρση κυρώσεων και τη βελτίωση των σχέσεων με τη Δύση.

Για την άρση του Causus Belli εξηγεί πως ενδέχεται να έρθει αλλά για ίδιον όφελος της Τουρκικής πλευράς.

Ερωτώμενος αν αυτό θα επηρεάσει την εκλογική βάση του Ερντογάν αρνητικά ο κ. Σταθακόπουλος εξηγεί πως αυτό δεν θα συμβεί. Ο πρόεδρος της Τουρκίας θα εξηγήσει στον λαό ότι η άρση του Causus Belli γίνεται για λόγους εθνικού συμφέροντος «για να μπορώ να μπω στο safe και να μπορώ να κάνω άρση των κυρώσεων CAATSA, επομένως είναι εθνικό συμφέρον». Αναφέρει ενδεικτικά ότι κανένας δεν απαγορεύει στον Ερντογάν η νέα εθνοσυνέλευση αφού δείξει ένα καλό πρόσωπο να ξαναζητήσει το casus belli. Συμπεραίνει πως «τεχνάσματα τέτοιου είδους, στρατηγήματα όπως τα λέμε είναι πολύ συνηθισμένα στην Τουρκία και δη στην Ερντογανική Τουρκία».

Η υπόθεση Ιμάμογλου

Αναφέρθηκε ακόμη στον ρόλο του φυλακισμένου δημάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Εκρέμ Ιμάμογλου, επισημαίνοντας ότι η επίκληση πρόωρων εκλογών από την πλευρά του δείχνει πως «το ένζημο δρομολόγησης τέτοιου είδους καταστάσεων σαφώς και είναι ο Ιμάμογλου».  Ο κ. Σταθακόπουλος εξήγησε πως εδώ υπάρχει μια ενδεχόμενη συναλλαγή μεταξύ Ιμάμογλου και Ερντογάν που όσο πιο μεγάλη η ποινή που επικρέμεται στο κεφάλι του Ιμάμογλου τόσο πιο μεγάλη θα είναι και η άφεση που θα του δώσει ο Ερντογάν.

Ανέφερε μια προοπτική όπου ο Ερντογάν θα προτείνει στον Ιμάμογλου να γίνει ο «διάδοχος» του αφού ολοκληρωθεί η δεύτερη συνταγματικά θητεία του, τρίτη πρακτικά. Να προτείνει ο Ερντογάν στον Ιμάμογλου πως θα τον στηρίξει το derin devlet (το βαθύ κράτος) εφόσον ο Ερντογάν έχει εξασφαλίσει το ακαταδίωκτο, ότι δεν θα καταδικαστεί για οτιδήποτε συνέβη μέσα στη θητεία του και την αγιοποιήση του, όπως εξηγεί ο κ. Σταθακόπουλος την υστεροφημία του «να γίνει ο δεύτερος Κεμάλ στην θέση του Κεμάλ στην τουρκική ιστορία».

«Όλα αυτά θα τα δούμε να εξελίσσονται θα δρομολογηθούν διότι ως ειδικός που παρατηρώ την Τουρκία εδώ και 40 χρόνια έχω πλέον τις αποχρώσεις ενδείξεις που μας οδηγούν σε όλα αυτά τα σενάρια και είναι θέμα χρόνου να τα δούμε να εξελίσσονται. » πρόσθεσε.

Καταληκτικά, ο κ. Σταθακόπουλος χαρακτήρισε το πρόσημο της συνάντησης θετικό σε επίπεδο χαμηλής έντασης και περιορισμένου διπλωματικού ρίσκου, «απλώς κρατάμε χαμηλούς τόνους και λίγες εντάσεις αλλά για να πάμε στο διάλογο είμαστε πολύ μακριά ακόμα». Εκτίμησε ότι στο άμεσο μέλλον θα συνεχιστεί η ίδια κατάσταση: χαμηλοί τόνοι, συνέχιση παραβιάσεων και NAVTEX σε ελεγχόμενο επίπεδο, χωρίς σοβαρή κλιμάκωση.

Διαβάστε επίσης:

Υπόθεση Κατασκοπείας: Από την Τανάγρα στον Σμήναρχο – Μια αλυσίδα κινεζικής διείσδυσης στο NATO

Τάσος Χατζηβασιλείου στο mononews: Ο Κάθετος Διάδρομος στο επίκεντρο της νέας ενεργειακής στρατηγικής της Ευρώπης

Άγγελος Συρίγος στο mononews: Μύθοι και αλήθειες για τις ελληνορωσικές σχέσεις