Σε σημαντική αναθεώρηση των αποτιμήσεων για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο προχώρησε η Goldman Sachs και ο Benjamin Caven-Roberts και η ομάδα του στη νέα τους έκθεση (12/2), ανεβάζοντας αισθητά τις τιμές στόχους και αλλάζοντας τη σειρά προτίμησης μεταξύ των μετοχών. Ο αμερικανικός οίκος υποστηρίζει ότι οι τράπεζες έχουν πλέον περάσει από τη φάση της εξυγίανσης στη φάση της διατηρήσιμης κερδοφορίας, με ισχυρά κεφάλαια, ανθεκτικά επιχειρηματικά μοντέλα και ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον.

Οι νέες τιμές στόχοι 12μήνου διαμορφώνονται στα 5,00 ευρώ για τη Eurobank, στα 10,50 ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς, στα 5,10 ευρώ για την Alpha Bank και στα 16,75 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα. Με βάση αυτές τις αποτιμήσεις η Goldman Sachs βλέπει περίπου 21% ανοδικό περιθώριο για τη Eurobank, 20% για την Πειραιώς, 22% για την Alpha Bank και χαμηλότερο, περίπου 11%, για την Εθνική. Oι νέες συστάσεις είναι «Αγορά» για τις Eurobank, Τράπεζα Πειραιώς και Alpha Bank, ενώ αντίθετα υποβαθμίζει την Εθνική Τράπεζα σε σύσταση «Ουδέτερη

1

Η Goldman Sachs σημειώνει ότι οι μετοχές των τεσσάρων τραπεζών έχουν ενισχυθεί περίπου κατά 400% από το τέλος του 2021, υπεραποδίδοντας αισθητά έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών, ωστόσο εκτιμά ότι εξακολουθεί να υπάρχει μέσο περιθώριο ανόδου γύρω στο 20% από τα τρέχοντα επίπεδα.

Η σημαντικότερη αλλαγή στη στάση του οίκου αφορά τη Eurobank, η οποία αναβαθμίζεται σε σύσταση αγοράς (από ουδέτερη σύσταση πριν). Η τράπεζα θεωρείται ότι διαθέτει το πιο ανθεκτικό επιχειρηματικό μοντέλο λόγω της γεωγραφικής διαφοροποίησης σε Ελλάδα, Κύπρο και Βουλγαρία και της δυνατότητας να διατηρεί αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων σε μεσαία διψήφια επίπεδα. Αντίθετα, η Εθνική υποβαθμίζεται σε ουδέτερη σύσταση (από σύσταση αγορά πριν), όχι λόγω επιδείνωσης των θεμελιωδών μεγεθών, αλλά επειδή μετά την έντονη άνοδο της μετοχής το περιθώριο ανόδου κρίνεται πλέον περιορισμένο.

Για την Πειραιώς και την Alpha Bank ο οίκος διατηρεί τη θετική του στάση, εκτιμώντας ότι οι δύο τράπεζες θα συνεχίσουν να εμφανίζουν ισχυρή παραγωγή κεφαλαίου, αύξηση προμηθειών και δυνατότητα αξιοποίησης πλεονάζοντος κεφαλαίου είτε μέσω εξαγορών είτε μέσω υψηλότερων διανομών προς τους μετόχους.

Η επενδυτική ιστορία του κλάδου, σύμφωνα με τη Goldman Sachs, μετατοπίζεται πλέον από την ποιότητα ενεργητικού στην ανάπτυξη. Η πιστωτική επέκταση αναμένεται να διαμορφωθεί περίπου στο διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, υποστηριζόμενη κυρίως από τα εταιρικά δάνεια και σταδιακά από τα νοικοκυριά, ενώ η επίδραση των μειώσεων επιτοκίων της ΕΚΤ έχει σε μεγάλο βαθμό απορροφηθεί στα καθαρά έσοδα από τόκους.

Ο οίκος προβλέπει μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων 14%-15% για την περίοδο 2026-2028 και δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας άνω του 15%, στοιχεία που επιτρέπουν αυξανόμενες διανομές προς τους μετόχους και ταυτόχρονα στρατηγική ευελιξία για εξαγορές. Ως βασικούς κινδύνους επισημαίνει τη βιωσιμότητα της πιστωτικής επέκτασης, την εξέλιξη του κόστους και της ποιότητας ενεργητικού και τον τρόπο αξιοποίησης του πλεονάζοντος κεφαλαίου.

Συνολικά, η Goldman Sachs θεωρεί ότι ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος παραμένει μία από τις πιο ελκυστικές επενδυτικές ιστορίες στην Ευρώπη, με το re-rating να συνεχίζεται αλλά πλέον με πιο επιλεκτικές ευκαιρίες, καθώς οι αποτιμήσεις πλησιάζουν σταδιακά τα ευρωπαϊκά επίπεδα.

 

Διαβάστε επίσης 

Goldman Sachs: Στις 2.500 μονάδες ο στόχος του Γενικού Δείκτη Αθηνών

Νέα σελίδα για την Τράπεζα Ηπείρου: ΑΜΚ 30 εκατ. ευρώ και πλειοψηφία 51% στην Capstone Capital

Στα ύψη η αισιοδοξία των επενδυτών, παρά το ασταθές κλίμα στις αγορές