Οι τιμές του χρυσού και του ασημιού ανέκαμψαν την Τρίτη, μετά από ένα ιστορικών διαστάσεων ξεπούλημα, με αναλυτές να εκτιμούν ότι η πρόσφατη διόρθωση αντανακλά κυρίως αναδιάταξη θέσεων και όχι την αρχή μιας παρατεταμένης καθοδικής πορείας.

Ο χρυσός ανέκτησε μέρος των απωλειών του, αφού τη Δευτέρα είχε υποχωρήσει σημαντικά και την Παρασκευή κατέγραψε πτώση σχεδόν 10%, τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση εδώ και δεκαετίες. Ο άργυρος επίσης κινήθηκε ανοδικά, μετά από κατάρρευση περίπου 30%, που αποτέλεσε τη χειρότερη ημερήσια επίδοσή του από το 1980.

1

Η τιμή spot του χρυσού ενισχύθηκε έως και 4% την Τρίτη και διαπραγματευόταν τελευταία πάνω από% υψηλότερα, στα 4.771,76 δολάρια ανά ουγγιά. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης στη Νέα Υόρκη κατέγραφαν άνοδο 3%, κοντά στα 4.791 δολάρια.

Ο άργυρος spot σημείωσε άνοδο έως και 7,8%, ενώ διαπραγματευόταν κατά 2,6% υψηλότερα στα 81,3 δολάρια ανά ουγγιά. Τα futures στη Νέα Υόρκη ενισχύονταν κατά 7%, στα 82,67 δολάρια.

Η ανάκαμψη, σύμφωνα με το CNBC, ήρθε καθώς οι επενδυτές επαναξιολόγησαν αν η πρόσφατη βουτιά σηματοδοτεί μια δομική αλλαγή στην αγορά ή αν πρόκειται για υπερβολική αντίδραση σε βραχυπρόθεσμους καταλύτες.

«Υπερβολική αντίδραση της αγοράς»

Στρατηγικοί αναλυτές της Deutsche Bank ανέφεραν ότι η ιστορική εμπειρία δείχνει πως τέτοιες κινήσεις συνδέονται κυρίως με πρόσκαιρους παράγοντες, παρότι το μέγεθος της πτώσης εγείρει ερωτήματα για τη διάρθρωση των θέσεων στην αγορά. Όπως σημείωσαν, τα σημάδια αυξημένης κερδοσκοπικής δραστηριότητας υπήρχαν εδώ και μήνες, αλλά δεν αρκούν από μόνα τους για να εξηγήσουν την ένταση της κίνησης της περασμένης εβδομάδας.

«Η προσαρμογή των τιμών στα πολύτιμα μέταλλα ξεπέρασε τη σημασία των φαινομενικών καταλυτών. Επιπλέον, οι προθέσεις των επενδυτών (κρατικών, θεσμικών και ιδιωτών) στα πολύτιμα μέταλλα δύσκολα έχουν αλλάξει προς το χειρότερο», ανέφερε η τράπεζα.

Η μαζική ρευστοποίηση προκλήθηκε από συνδυασμό παραγόντων, μεταξύ των οποίων η ενίσχυση του δολαρίου, οι αλλαγές στις προσδοκίες για την ηγεσία της Federal Reserve μετά την υποψηφιότητα του Κέβιν Γουόρς που πρότεινε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, καθώς και η μείωση θέσεων ενόψει του Σαββατοκύριακου.

Η Deutsche Bank τόνισε ότι το ευρύτερο επενδυτικό αφήγημα για τον χρυσό και τον άργυρο παραμένει ισχυρό.

«Οι θεματικοί οδηγοί του χρυσού παραμένουν θετικοί και δεν πιστεύουμε ότι έχει αλλάξει το σκεπτικό των επενδυτών για την τοποθέτησή τους στα πολύτιμα μέταλλα. Οι συνθήκες δεν δείχνουν ώριμες για μια διαρκή αναστροφή της τάσης, ενώ υπάρχουν σαφείς διαφορές σε σχέση με τις περιόδους αδυναμίας του χρυσού τη δεκαετία του 1980 και το 2013», ανέφερε.

Ανάλογη στάση κράτησε και η Barclays, η οποία αναγνώρισε ότι οι τεχνικοί δείκτες είχαν «υπερθερμανθεί» και οι θέσεις ήταν υπερβολικά αυξημένες, αλλά εκτίμησε ότι η συνολική ζήτηση για χρυσό μπορεί να παραμείνει ανθεκτική εν μέσω γεωπολιτικών και πολιτικών αβεβαιοτήτων, καθώς και της στρατηγικής διαφοροποίησης αποθεματικών.

Ο άργυρος και η βιομηχανική ζήτηση

Η έντονη μεταβλητότητα στον άργυρο ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή, γεγονός που αποδίδεται στο μικρότερο μέγεθος της αγοράς, στη μεγαλύτερη αστάθεια και στη μεγαλύτερη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένοι αναλυτές διατηρούν θετική άποψη για το μέταλλο.

«Η κερδοσκοπική τοποθέτηση έχει σίγουρα παίξει ρόλο βραχυπρόθεσμα. Ο άργυρος προσελκύει περισσότερους ιδιώτες επενδυτές από τον χρυσό, κάτι που τον καθιστά πιο ευάλωτο στις γρήγορες μεταβολές του κλίματος», δήλωσε ο Ζάβιερ Γουόνγκ, αναλυτής αγορών στην eToro.

Ωστόσο, πρόσθεσε ότι θα ήταν «υπεραπλουστευτικό» να αποδοθεί όλη η κίνηση στην κερδοσκοπία, καθώς ο άργυρος διαθέτει ισχυρή πραγματική βιομηχανική ζήτηση, ιδιαίτερα σε τομείς που συνδέονται με data centers και υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.

Μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο εκτιμά ότι η παγκόσμια ζήτηση αργύρου θα αυξηθεί έντονα αυτή τη δεκαετία, κυρίως λόγω της ηλιακής ενέργειας και της στροφής σε τεχνολογίες φωτοβολταϊκών που απαιτούν μεγαλύτερες ποσότητες αργύρου. Η συνολική ζήτηση προβλέπεται να φτάσει τους 48.000–54.000 τόνους ετησίως έως το 2030, ενώ η προσφορά αναμένεται να αυξηθεί μόλις στους 34.000 τόνους, καλύπτοντας μόνο το 62%–70% των αναγκών.

Μόνο ο κλάδος της ηλιακής ενέργειας εκτιμάται ότι θα απορροφά 10.000–14.000 τόνους ετησίως, δηλαδή έως και το 41% της παγκόσμιας προσφοράς.

«Αυτή η ζήτηση δεν έχει εξαφανιστεί. Αυτό που βλέπουμε είναι ο άργυρος να έχει τρέξει πιο γρήγορα απ’ ό,τι δικαιολογούν τα θεμελιώδη, κάτι που συμβαίνει συχνά σε περιόδους έντονης ανόδου», κατέληξε ο Γουόνγκ.

 

Διαβάστε επίσης 

ΗΠΑ–Ινδία: Εμπορική συμφωνία με μείωση δασμών στο 18% και τέλος στις αγορές ρωσικού πετρελαίου

Deal μαμούθ 1,25 τρισ. δολαρίων: Η SpaceX του Elon Musk εξαγοράζει την xAI

Δέκα κρουαζιερόπλοια για ποτάμια ναυπηγεί η Celebrity River Cruises – Οι θέσεις του 2027 εξαντλήθηκαν σε 6 λεπτά!