Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Η κλιμάκωση της σύγκρουσης ΗΠΑ–Ιράν και η απότομη άνοδος των τιμών των αεροπορικών καυσίμων δημιουργούν ένα νέο μέτωπο πίεσης για τις αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες, αυξάνοντας παράλληλα το κόστος χρηματοδότησής τους. Το πρόβλημα είναι εντονότερο για τους μικρότερους αερομεταφορείς, οι οποίοι έχουν σαφώς μικρότερα περιθώρια να απορροφήσουν τις αυξήσεις των λειτουργικών τους δαπανών.

Τα spreads των ομολόγων των αεροπορικών εταιρειών που βρίσκονται στην κατηγορία υψηλών αποδόσεων (high yield) πλησιάζουν πλέον τις 400 μονάδες βάσης. Πρόκειται για επίπεδο υπερδιπλάσιο σε σχέση με τον Ιανουάριο, καθώς οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη αποζημίωση για να αναλάβουν τον κίνδυνο δανεισμού προς εταιρείες όπως η JetBlue Airways και η American Airlines.

1

Η άνοδος του κόστους των καυσίμων αυξάνει τον πιστωτικό κίνδυνο του κλάδου, καθώς τα καύσιμα και το εργατικό κόστος συγκαταλέγονται στις σημαντικότερες δαπάνες των αεροπορικών εταιρειών. Η πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει εντείνει την πίεση, με την τιμή του αεροπορικού καυσίμου στις ακτές του Κόλπου των ΗΠΑ να καταγράφει αυτή την εβδομάδα το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων μηνών.

Ανεβαίνει το κόστος νέου δανεισμού

Η επιβάρυνση δεν περιορίζεται στο λειτουργικό κόστος. Οι αεροπορικές εταιρείες αναμένεται να αντιμετωπίσουν ακριβότερη χρηματοδότηση τόσο όταν εκδίδουν νέο χρέος όσο και όταν επιχειρούν να αναχρηματοδοτήσουν υφιστάμενα ομόλογα και δάνεια.

Ο Chad Campbell, managing director της Barings, ο οποίος επικεντρώνεται σε εταιρείες χαμηλότερης πιστοληπτικής διαβάθμισης στους κλάδους της βιομηχανίας, των μεταφορών και της αεροπορίας, εκτιμά ότι το κόστος αυτό είναι πιθανό να αυξηθεί περαιτέρω.

Όπως σημείωσε, η παράταση και η κλιμάκωση της σύγκρουσης δημιουργούν μεγαλύτερη αβεβαιότητα και, ως αποτέλεσμα, οι επόμενες χρηματοδοτικές συναλλαγές των αεροπορικών εταιρειών πιθανότατα θα χρειαστούν πρόσθετο premium, ώστε να αντισταθμιστεί ο αυξημένος κίνδυνος.

Η μεταβολή αυτή έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται στις αγορές ομολόγων.

Η United Airlines Holdings άντλησε τον Φεβρουάριο 2 δισ. δολάρια μέσω δύο εκδόσεων ομολόγων, πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Τον Μάιο, η Alaska Air Group άντλησε 500 εκατ. δολάρια.

Παρά το γεγονός ότι οι δύο εταιρείες διαθέτουν σχεδόν την ίδια πιστοληπτική αξιολόγηση, BB, η Alaska Air χρειάστηκε να προσφέρει απόδοση 6,5% για πενταετές ομόλογο, ενώ η United τιμολόγησε στο 5,375% το δικό της πενταετές ομόλογο ύψους 1 δισ. δολαρίων.

Τα καύσιμα αντιστοιχούν στο 20% του κόστους

Ο Joseph Rohlena, επικεφαλής αναλυτής της Fitch για τις αεροπορικές εταιρείες της Βόρειας Αμερικής, υπογραμμίζει ότι η πορεία του κλάδου κατά το πρώτο μέρος της χρονιάς επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη σύγκρουση με το Ιράν και τις τιμές των καυσίμων.

Τα αεροπορικά καύσιμα αντιπροσωπεύουν περίπου το 20% του συνολικού κόστους των αεροπορικών εταιρειών, γεγονός που εξηγεί γιατί οι μεγάλες διακυμάνσεις στην τιμή τους έχουν άμεση επίπτωση στα οικονομικά αποτελέσματα.

Οι εταιρείες επιχειρούν ήδη να μεταφέρουν μέρος της επιβάρυνσης στους επιβάτες. Τα έσοδα ανά διαθέσιμη θέση-μίλι (revenue per available seat mile) στις Delta Air Lines και JetBlue Airways αυξήθηκαν κατά 11% σε ετήσια βάση κατά το δεύτερο τρίμηνο.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Delta, Ed Bastian, δήλωσε τον Ιούλιο ότι οι τιμές των εισιτηρίων είναι πιθανό να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα.

Παράλληλα, οι μεγαλύτερες αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες έχουν γίνει πιο συγκρατημένες στις προβλέψεις τους για τα κέρδη. Η United, ωστόσο, όπως και η Delta, υποστηρίζει ότι η ισχυρή ζήτηση για αεροπορικά ταξίδια, και ειδικότερα η ζήτηση για διεθνείς πτήσεις και premium υπηρεσίες, λειτουργεί ως αντίβαρο στις αυξημένες δαπάνες.

Οι μικρότερες εταιρείες έχουν λιγότερα περιθώρια

Το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο για τους μικρότερους αερομεταφορείς που δραστηριοποιούνται κυρίως στην εσωτερική αγορά.

Οι μεγάλες εταιρείες έχουν τη δυνατότητα να απορροφήσουν ευκολότερα την αύξηση του κόστους, αξιοποιώντας τα υψηλότερα έσοδα από τις διεθνείς διαδρομές και τις premium θέσεις. Αντίθετα, εταιρείες όπως η JetBlue και η Frontier απευθύνονται σε πελατεία περισσότερο ευαίσθητη στις τιμές, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητά τους να αυξήσουν σημαντικά τα εισιτήρια.

Η κατάσταση μπορεί να γίνει ακόμη δυσκολότερη εάν οι διεθνείς ελλείψεις σε δυναμικότητα διύλισης συνεχίσουν να διατηρούν υψηλές τις τιμές του jet fuel. Η συγκεκριμένη πίεση συνδέεται μεταξύ άλλων με τις πολεμικές συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.

Η Savanthi Syth, αναλύτρια αεροπορικών μετοχών στη Raymond James, σημειώνει ότι οι αυξήσεις των ναύλων έχουν μέχρι στιγμής αποδώσει. Ωστόσο, το ερώτημα είναι τι θα συμβεί σε εταιρείες όπως η JetBlue και η Frontier εάν οι τιμές των αεροπορικών καυσίμων επιδεινωθούν περαιτέρω ή παραμείνουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η Spirit δεν άντεξε την πίεση

Οι συνέπειες της πίεσης είναι ήδη εμφανείς σε ορισμένες εταιρείες.

Η Spirit Aviation Holdings, αεροπορική εταιρεία χαμηλού κόστους, οδηγήθηκε νωρίτερα μέσα στη χρονιά σε αναστολή των δραστηριοτήτων της, έπειτα από μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο κατά την οποία προσέφυγε επανειλημμένα στη διαδικασία πτώχευσης.

Η περίπτωση της Spirit αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο περιορισμένα είναι τα περιθώρια αντοχής για τους πιο ευάλωτους παίκτες του κλάδου, ιδιαίτερα όταν συνδυάζονται υψηλό λειτουργικό κόστος, ακριβότερη χρηματοδότηση και ασθενέστερη δυνατότητα αύξησης των ναύλων.

Στο επίκεντρο τα ομόλογα της JetBlue

Καθώς δεν υπάρχουν προς το παρόν σαφείς ενδείξεις ότι οι τιμές των καυσίμων θα αποκλιμακωθούν σύντομα, οι επενδυτές εξετάζουν με μεγαλύτερη προσοχή την πιστωτική εικόνα των μικρότερων αεροπορικών εταιρειών.

Χαρακτηριστική είναι η πορεία των ομολόγων της JetBlue με επιτόκιο 9,875%, τα οποία έχουν ως εξασφάλιση το πρόγραμμα επιβράβευσης της εταιρείας.

Η τιμή τους υποχώρησε τον Ιούλιο έως περίπου τα 84 σεντς ανά δολάριο, από περίπου 104 σεντς τον Φεβρουάριο. Η πτώση σημειώθηκε μετά την πρόσκληση της εταιρείας προς επενδυτές για συνάντηση τον Αύγουστο, με αντικείμενο τη ρευστότητα και τον ισολογισμό της.

Τα ομόλογα, τα οποία λήγουν το 2031, ανέκαμψαν μέρος των απωλειών μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων δεύτερου τριμήνου και την τηλεδιάσκεψη της εταιρείας. Ωστόσο, την Πέμπτη είχαν επιστρέψει περίπου στα 84 σεντς.

Τα συγκεκριμένα ομόλογα αντιστοιχούν στο 12% του δείκτη high-yield ομολόγων των αεροπορικών εταιρειών, αποτελώντας τη δεύτερη μεγαλύτερη συμμετοχή του δείκτη.

Από την πλευρά της, η JetBlue υποστηρίζει ότι επικεντρώνεται στη βελτίωση των εσόδων και στην αυστηρότερη διαχείριση του κόστους, δεδομένου ότι η τιμή των καυσίμων αποτελεί έναν παράγοντα που βρίσκεται εκτός του ελέγχου της.

Η μεγάλη αβεβαιότητα παραμένει το jet fuel

Το κρίσιμο ερώτημα για τις αεροπορικές εταιρείες είναι πλέον πόσο θα διαρκέσει η περίοδος υψηλών τιμών στην αγορά καυσίμων και, κατ’ επέκταση, πόσο καιρό θα παραμείνει αυξημένο το κόστος δανεισμού.

Η μεταβλητότητα στις αγορές καθιστά δύσκολη οποιαδήποτε ασφαλή πρόβλεψη για τη διάρκεια των υψηλών spreads.

Σύμφωνα με τον Geoffrey Wilson, αναλυτή της S&P Global Ratings, οι αεροπορικές εταιρείες εμφανίζονται περισσότερο confident για τις κρατήσεις που αναμένουν να πραγματοποιήσουν κατά το επόμενο εξάμηνο. Παρά την καλύτερη εικόνα της ζήτησης, όμως, η βασική αβεβαιότητα εξακολουθεί να αφορά το κόστος των καυσίμων.

Για τον αεροπορικό κλάδο, επομένως, το επόμενο διάστημα θα κριθεί από έναν συνδυασμό παραγόντων: την εξέλιξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, την πορεία του jet fuel, τη δυνατότητα μετακύλισης του κόστους στους επιβάτες και, κυρίως για τις μικρότερες εταιρείες, την πρόσβασή τους σε χρηματοδότηση με βιώσιμους όρους.

 

Διαβάστε επίσης 

Καμπανάκι Εξάρχου για νέα ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη: Το φυσικό αέριο θα φτάσει τα 110 ευρώ – Ανάγκη για νέο κοινό δανεισμό

Γιώργος Καρακούσης: Η ΔΕΗ χτίζει ένα νέο οικοσύστημα ενέργειας με εξατομικευμένες λύσεις, «everything as a service» και εφαρμογές ΑΙ

Πετρέλαιο: Πόσο βγαίνει τελικά από το Ορμούζ – Οι αντικρουόμενες πληροφορίες ΗΠΑ και Ιράν προκαλούν κλονισμό στις αγορές