Ανάπτυξη με διάρκεια στον χρόνο

Άδωνις Γεωργιάδης: Ισχυρή ανάπτυξη με θεμέλια επενδύσεις, εξαγωγές και μεταποίηση

  • Άδωνις Γεωργιάδης, Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων
Σε διαβούλευση ο Αναπτυξιακός νόμος

Ο Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Άδωνις Γεωργιάδης


Γιατί αυτή τη φορά είναι διαφορετικά; Διότι η αύξηση του ΑΕΠ δεν βασίζεται πλέον μόνο στην ιδιωτική κατανάλωση και τον τουρισμό, όπως κατά κόρον συνέβαινε στο παρελθόν…

Η αύξηση του ΑΕΠ κατά 16,2% το β’ τρίμηνο και κατά 7% το εξάμηνο του 2021 συγκριτικά με τα αντίστοιχα διαστήματα του 2020, η πολύ μεγάλη δυναμική της ελληνικής οικονομίας στο γ’ τρίμηνο και σειρά άλλων δεικτών αποτελούν την βάση στην οποία εδράζονται οι εκτιμήσεις ότι η Ελλάδα θα είναι μεταξύ των 3-4 ευρωπαϊκών χωρών οι οποίες θα έχουν καταφέρει φέτος να καλύψουν το σύνολο των απωλειών που προκάλεσε η ύφεση του 2020.

Εφ’ όσον επιβεβαιωθούν, τότε από το 2022 θα μπορούμε να συζητούμε όχι για ανάκαμψη αλλά για ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας (υπενθυμίζω την πρόβλεψη στο προσχέδιο του προϋπολογισμού ότι το ΑΕΠ θα είναι το 2022 αυξημένο κατά 1,7% συγκριτικά με το 2019). Ανάπτυξη η οποία μάλιστα εδράζεται σε διαφορετικές, πολύ πιο υγιείς βάσεις καθώς δεν προέρχεται μόνο από την ιδιωτική κατανάλωση και τον τουρισμό, όπως κατά κόρον συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά και από τις επενδύσεις, τις εξαγωγές, τη μεταποιητική δραστηριότητα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι έχουν αυξηθεί το 8μηνο του 2021 συγκριτικά με το αντίστοιχο χρονικό διάστημα του 2020:

  • οι ξένες άμεσες επενδύσεις κατά 72,8%,
  • οι εξαγωγές κατά 25,8%
  • κι η βιομηχανική παραγωγή κατά 9,5%, με ρυθμό μάλιστα υψηλότερο αυτού της ευρωζώνης.

Στην ουσία, δηλαδή, έχει ξεκινήσει η μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σ’ ένα νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα, με βασικούς πυλώνες την υψηλή παραγωγικότητα, την εξωστρέφεια και την καινοτομία.

Δεν είναι προφανώς τυχαίο πως όλες οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε δεκαετία με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η πιο χαρακτηριστική είναι αυτή του διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος, κ. Γιάννη Στουρνάρα, για μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 3,5% έως το 2030, ενώ ανάλογες ή παραπλήσιες εκτιμήσεις έχουν διατυπώσει και πολλοί οικονομολόγοι – αναλυτές ερευνητικών ιδρυμάτων, επιστημονικών φορέων, τραπεζών και επενδυτικών οίκων.

Γιατί αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι διαφορετικά

Γιατί αυτή τη φορά, λοιπόν, τα πράγματα θα είναι διαφορετικά ώστε να είναι κυρίαρχη η εκτίμηση πως η ανάπτυξη θα αντέξει στο χρόνο;

Κατά την άποψή μου, οι βασικοί λόγοι είναι οι εξής πέντε:

Η πρωτοφανούς ισχύος δύναμη πυρός του Ταμείου Ανάπτυξης & Ανθεκτικότητας (πρόγραμμα Ελλάδα 2.0 με 17,8 δισ. ευρώ επιχορηγήσεις &  12,7 δισ. ευρώ δάνεια, τα οποία με τη μόχλευση πρόκειται να αυξηθούν σημαντικά), του νέου ΕΣΠΑ 2021-27 26,2 δισ. ευρώ (δημόσια δαπάνη) κι άλλων ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Μόνο οι πόροι του Ελλάδα 2.0 έχει υπολογιστεί ότι πρόκειται να συμβάλλουν στην αύξηση του ΑΕΠ κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες έως το 2026. Συνεπώς, η ελληνική οικονομία έχει ένα βασικό εργαλείο ώστε να καλύψει το κενό παγίων επενδύσεων ύψους 130 δις ευρώ, που άφησε πίσω της η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Το rebranding της Ελλάδας αυτούς τους 27 μήνες της Κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη ως χώρας αφ’ ενός σοβαρής και αξιόπιστης και αφ’ ετέρου φιλικής στις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα. Από τη μία η επιτυχής διαχείριση των κρίσεων και από την άλλη η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και η κατάταξη της χώρας μας στις 10 ελκυστικότερες για επενδύσεις, σε συνδυασμό με τις επενδύσεις παγκόσμιων κολοσσών, ειδικά στη «νέα «οικονομία της γνώσης», καταδεικνύουν την αλλαγή της αντίληψης για την Ελλάδα στη διεθνή επιχειρηματική κοινότητα.

Η αλλαγή νοοτροπίας της ελληνικής κοινωνίας, η οποία αντιλαμβάνεται τι πρέπει να κάνουμε για να προσελκύσουμε επενδύσεις, να δώσουμε ξανά ζωή στη βιομηχανία μας, να στηρίξουμε τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας ώστε να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και νέος πλούτος στη χώρα μας.

Η απόδοση των μεταρρυθμίσεων. Οι διαρθρωτικές αλλαγές που με συνέπεια και σχέδιο υλοποιούμε ως Κυβέρνηση από τον Ιούλιο του 2019, ακόμη και μέσα στην πανδημική κρίση, παράγουν ήδη μετρήσιμα αποτελέσματα και, προϊόντος του χρόνου, αυτό θα γίνεται ακόμη περισσότερο αισθητό.

Τα μεγάλα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας με σημαντικότερο το εξαιρετικά καταρτισμένο επιστημονικό δυναμικό, το οποίο, άλλωστε, αποτελεί τον βασικότερο παράγοντα προσέλκυσης επενδύσεων στον τομέα του IT (Information – Technology).

Η ευκαιρία μπροστά μας είναι ιστορική. Χτίζουμε γερά θεμέλια, προχωρούμε με όραμα, σχέδιο κι εργατικότητα. Είμαστε βέβαιοι ότι τα χρόνια που έρχονται θα είναι εξαιρετικά καλά για την ελληνική οικονομία.



ΣΧΟΛΙΑ