Η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει μία πρωτόγνωρη κατάσταση, που δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό της ως «τέλεια καταιγίδα».
Οι τιμές των μετοχών συνεχίζουν να ανεβαίνουν, κυρίως χάρη στις προσδοκίες για την τεχνητή νοημοσύνη, οι αγορές κρατικών ομολόγων βρίσκονται υπό έντονη πίεση, καθώς το υψηλό δημόσιο χρέος, οι αυξανόμενες ανάγκες δανεισμού ωθούν τις αποδόσεις προς τα πάνω και, την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός αναζωπυρώνεται, κυρίως λόγω της ενέργειας, περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Πρόκειται για τρεις διαφορετικές κρίσεις, με την ιδιαιτερότητα πως οι μηχανισμοί αντιμετώπισης της μίας συγκρούονται με εκείνους που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των άλλων.
Στην έκθεση του για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα, που παρουσίασε στις 13/10, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποιεί για την πιθανότητα απότομης διόρθωσης των υπερτιμημένων μετοχών που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη και για περαιτέρω άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων. Η χρηματοπιστωτική πίεση μετατρέπεται έτσι σε δημοσιονομική απειλή, ενώ ο τρίτος κίνδυνος, ο ενεργειακός πληθωρισμός, διαχέεται ήδη στην πραγματική οικονομία.
Πιο ανησυχητική, όμως, είναι η κοινωνική διάσταση της τριπλής κρίσης. Η άνοδος των χρηματιστηρίων ωφελεί κυρίως τους κατόχους χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, ενώ η αύξηση των τιμών της ενέργειας επιβαρύνει σχεδόν όλους, δυσανάλογα πάντως τα χαμηλά εισοδήματα. Δημιουργείται έτσι μία οικονομία όπου ο χρηματοοικονομικός πλούτος αυξάνεται την ίδια στιγμή που το βιοτικό επίπεδο μεγάλου μέρους της κοινωνίας υποχωρεί. Ο μέσος αστός, που ενδέχεται φέτος να χρειαστεί διπλάσια χρήματα για τη θέρμανση του σπιτιού του, δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα χρηματιστηριακά ρεκόρ. Αναρωτιέται με φόβο πώς θα ανταποκριθεί στις τρέχουσες υποχρεώσεις του.
Το οικονομικό αδιέξοδο είναι συγκεκριμένο και επικίνδυνο. Εάν οι κεντρικές τράπεζες αυξήσουν τα επιτόκια για να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό, θα επιταχύνουν την πτώση των τιμών των ομολόγων, θα αυξήσουν το κόστος αναχρηματοδότησης των ήδη υπερχρεωμένων κρατών και ίσως θα προκύψει τότε ο κίνδυνος κατάρρευσης στα χρηματιστήρια. Εάν μειώσουν τα επιτόκια κινδυνεύουν να αναζωπυρώσουν τον πληθωρισμό, ενώ η απώλεια εμπιστοσύνης πολύ πιθανό να οδηγήσει σε περαιτέρω άνοδο των μακροπρόθεσμων αποδόσεων των ομολόγων. Κι αν αδρανήσουν, αφήνοντας τα επιτόκια αμετάβλητα, οι πιέσεις από τον πληθωρισμό, το χρέος και τις υπερβολικές χρηματιστηριακές αποτιμήσεις απλώς παραμένουν απτές και επικίνδυνες.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη δυσκολότερο όταν εισάγεται η κοινωνική διάσταση που αναπόφευκτα επηρεάζει την δημοσιονομική πολιτική. Εάν οι κυβερνήσεις παρέμβουν επιδοτώντας γενικευμένα την ενέργεια επιβαρύνουν το χρέος σε μία περίοδο που οι αγορές ήδη απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να το χρηματοδοτήσουν. Εάν περιορίσουν τις δημόσιες δαπάνες για να καθησυχάσουν τους επενδυτές θα αφήσουν απροστάτευτα τα νοικοκυριά και θα επιβραδύνουν την ανάπτυξη. Εάν επιλέξουν να μην παρέμβουν, η ενεργειακή ακρίβεια περιορίζει την κατανάλωση, πιέζει τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις και μπορεί να οδηγήσει σε ύφεση, μειώνοντας τελικά και τα φορολογικά έσοδα. Έτσι, ακόμη και η προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης μπορεί να υπονομευθεί από την οικονομική συρρίκνωση που προκαλεί η ίδια η κρίση.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς ότι τα συμβατικά εργαλεία οικονομικής πολιτικής έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Είναι ότι οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες αντιμετωπίζουν μία σειρά επιλογών όπου κάθε κίνηση μπορεί να προκαλέσει την αντίδραση που επιχειρούν να αποφύγουν. Η αύξηση των επιτοκίων απειλεί τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η μείωσή τους την αντιπληθωριστική αξιοπιστία, η δημοσιονομική επέκταση τη βιωσιμότητα του χρέους και η λιτότητα την οικονομική δραστηριότητα και την κοινωνική συνοχή. Πρόκειται για ένα σύστημα αλληλοτροφοδοτούμενων κινδύνων, όπου δεν υπάρχει ασφαλής επιλογή ούτε εγγύηση ότι η αντιμετώπιση του ενός προβλήματος δεν θα επιδεινώσει τα άλλα.
Αν στηριχτούν τα χρηματιστήρια και τα ομόλογα μέσω ευνοϊκής ρευστότητας και ανοχής στον πληθωρισμό, μεταφέρεται μεγάλο μέρος του κόστους στους πολίτες. Αν προστατευτούν οι μετοχές και η κατανάλωση με δημοσιονομικές παρεμβάσεις και πρόσθετο δανεισμό, θα ακολουθήσει κρίση χρέους. Αν δοθεί προτεραιότητα στη βιωσιμότητα του χρέους και στην αγοραστική δύναμη των πολιτών, υπάρχει ο κίνδυνος μίας έντονης χρηματιστηριακής διόρθωσης.
Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε τρεις αλληλεξαρτώμενους κινδύνους, όπου καμία επιλογή δεν εγγυάται ότι οι επιδιωκόμενοι στόχοι θα επιτευχθούν. ΚΙ αυτή ακριβώς είναι η έννοια της τέλειας καταιγίδας—γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη πολιτικής ιεράρχησης με ταυτόχρονη αναγνώριση πως ότι και να γίνει θα υπάρξει κόστος.
Με κοινωνικά και όχι αμιγώς οικονομικά κριτήρια, η βιωσιμότητα του χρέους και η προφύλαξη της αγοραστικής δύναμης των πολιτών θα όφειλε να αποτελεί την προτεραιότητα. Αυτή η επιλογή απαιτεί τέσσερις παρεμβάσεις για να επιτευχθεί μία αποδεκτή κατανομή οφέλους και κινδύνου. Πρώτη, την στοχευμένη προστασία των νοικοκυριών αντί για οριζόντιες ενεργειακές επιδοτήσεις. Δεύτερη, τη μεταφορά μέρους του κόστους της πρώτης παρέμβασης από την εργασία και την κατανάλωση στις οικονομικές προσόδους, τα έκτακτα υπερκέρδη και τις μεγαλύτερες περιουσίες. Τρίτη, την αποδοχή της αρχής ότι η χρηματιστηριακή άνοδος δεν αποτελεί αυτοτελή στόχο οικονομικής πολιτικής—οπότε μία διόρθωση είναι στα χαρτιά. Και τέταρτη, την περαιτέρω ενίσχυση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας μέσω του πολυετούς σχεδιασμού που έχει ήδη εγκαθιδρύσει η Ε.Ε.
Το κόστος της προσαρμογής μπορεί να περιοριστεί και, κυρίως, να κατανεμηθεί διαφορετικά –κι αυτή η επιλογή είναι κοινωνική και πολιτική. Κάποιος θα πληρώσει: ο μέτοχος, ο ομολογιούχος, ο φορολογούμενος, ο μισθωτός ή ο συνταξιούχος. Μάλλον περισσότεροι από ένας. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιος θα αναλάβει το μεγαλύτερο βάρος και ποιους θα προστατεύσει κατά προτεραιότητα η οικονομική πολιτική από τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης γενικευμένης αποσταθεροποίησης.
Για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά επειδή διακυβεύεται η νομιμοποίηση του οικονομικού και πολιτικού συστήματος δεν πρέπει το βάρος να είναι στον απλό πολίτη. Μία φιλελεύθερη δημοκρατία δεν μπορεί να αντιμετωπίζει ως μεγαλύτερη απειλή τη διόρθωση της χρηματιστηριακής αξίας μιας τεχνολογικής εταιρείας από την αδυναμία μιας οικογένειας να πληρώσει τη θέρμανση του σπιτιού της.
Το θέμα αγγίζει πλέον την σχέση ανάμεσα στο κράτος, την αγορά και τον πολίτη. Όταν η ίδια η κρίση λόγω της μορφής της και η οικονομική πολιτική λόγω του σχεδιασμού της μεταφέρει μεγάλο μέρος του κόστους των κρίσεων στους οικονομικά ασθενέστερους, η δημοκρατία μπορεί μεν να διατηρεί τους θεσμούς και τις διαδικασίες της, αλλά να χάνει δε σταδιακά την κοινωνική νομιμοποίησή της.
Υπάρχει, τέλος, μία βαθύτερη διάσταση—η ουσιαστική συνύπαρξη δύο διαφορετικών οικονομικών καθεστώτων; Από τη μία, η πραγματική οικονομία, ο πληθωρισμός και οι αγορές ομολόγων καθορίζονται από την ενέργεια, τα δημοσιονομικά βάρη και τους περιορισμούς των διαθέσιμων πόρων. Από την άλλη, οι αποτιμήσεις των μεγάλων τεχνολογικών επιχειρήσεων διαμορφώνονται από προσδοκίες για μία μελλοντική οικονομία τεχνητής νοημοσύνης, υψηλής παραγωγικότητας και εξαιρετικής κερδοφορίας.
Η πρώτη λειτουργεί υπό την πίεση του παρόντος. Η δεύτερη προεξοφλεί ένα μέλλον που δεν έχει ακόμη έρθει. Όσο διευρύνεται η απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες χρηματοοικονομικής ευημερίας και στην οικονομική ανασφάλεια, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος κοινωνικής και πολιτικής αποσταθεροποίησης.
Η τέλεια καταιγίδα, συνεπώς, δεν μπορεί να προτάσσει την σταθερότητα των αγορών διότι τότε υπονομεύει την πίστη των πολιτών πως η φιλελεύθερη δημοκρατία διαθέτει ακόμη τη βούληση και την ικανότητα να προστατεύσει την κοινωνία από τις υπερβολές του ίδιου του οικονομικού συστήματος που δυστυχώς εξακολουθεί να στηρίζει.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Ακτή Βουλιαγμένης: Οι εκκρεμότητες για την είσοδο του Πρεμ Γουάτσα
- Τζιάνι Ινφαντίνο: Η κρυφή αμοιβή 1,5 εκατ. ευρώ και η ύποπτη μίσθωση 3,6 εκατ. ευρώ στον πύργο Τραμπ
- Πειραιώς: Έτοιμη να χρηματοδοτήσει έργα αποθήκευσης ενέργειας από ΑΠΕ – Το πράσινο χαρτοφυλάκιο των €5 δισ.
- Μεγάλο το ενδιαφέρον για τα €350 εκατ. του ελληνικού Διαστήματος – Ποιοι μπαίνουν στο παιχνίδι