Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Σε μια περίοδο αυξημένης ενεργειακής αβεβαιότητας φαίνεται να εισέρχεται η Ευρώπη, καθώς η τιμή του φυσικού αερίου ενδέχεται να κινηθεί ακόμη και προς τα 110 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό, να διατηρήσει υψηλά το κόστος χρήματος και να περιορίσει τα περιθώρια των κυβερνήσεων για παρεμβάσεις στην οικονομία.

1

Τον κώδωνα του κινδύνου έκρουσε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ομίλου ΑΚΤΩΡ, Αλέξανδρος Εξάρχου, μιλώντας το μεσημέρι της Παρασκευής στο συνέδριο του Economist στη Θεσσαλονίκη. Όπως ανέφερε, η προηγούμενη εκτίμησή του για άνοδο της ευρωπαϊκής τιμής αναφοράς TTF στα 85 ευρώ ανά μεγαβατώρα αποδεικνύεται πλέον αρκετά συγκρατημένη.

Η τιμή του φυσικού αερίου έχει ήδη προσεγγίσει τα 75 ευρώ από τις αρχές Σεπτεμβρίου, σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία δεν έχουν ακόμη κορυφωθεί οι ανάγκες της χειμερινής περιόδου. Σύμφωνα με τον κ. Εξάρχου, αυτό δημιουργεί πρόσθετες ανησυχίες για την πορεία του κόστους ενέργειας τους επόμενους μήνες.

Ευρωπαϊκό πρόβλημα με επιπτώσεις στον πληθωρισμό

Ο επικεφαλής της ΑΚΤΩΡ υπογράμμισε ότι οι ενεργειακές πιέσεις δεν αποτελούν πρόβλημα που αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα, αλλά συνιστούν ευρύτερη ευρωπαϊκή πρόκληση. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα φυσικού αερίου μπορεί να οδηγήσει σε νέο κύκλο ανατιμήσεων, μεταφέροντας το υψηλότερο κόστος ενέργειας σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Μια νέα άνοδος του ενεργειακού κόστους θα μπορούσε, κατά συνέπεια, να δυσκολέψει την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και να υποχρεώσει τις κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν για μεγαλύτερο διάστημα περιοριστική νομισματική πολιτική. Παράλληλα, τα υψηλότερα επιτόκια θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ανασταλτικά για τις επενδύσεις.

Ο Αλέξανδρος Εξάρχου συνέδεσε το ενεργειακό κόστος και με την ικανότητα της ελληνικής οικονομίας να διατηρήσει τη σημερινή επενδυτική της δυναμική. Όπως σημείωσε, η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης μπορεί να καταστήσει τους ξένους επενδυτές περισσότερο επιφυλακτικούς απέναντι στην ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα έχει καταφέρει να βελτιώσει σημαντικά την εικόνα της στις διεθνείς αγορές και να προσελκύσει τόσο δανειακά όσο και επενδυτικά κεφάλαια.

Η λύση ενός νέου ευρωομολόγου

Απέναντι στο ενδεχόμενο μιας νέας ευρωπαϊκής ενεργειακής κρίσης, ο κ. Εξάρχου τάχθηκε υπέρ της δημιουργίας ενός νέου κοινού χρηματοδοτικού εργαλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όπως υποστήριξε, μια πιθανή λύση θα ήταν η έκδοση νέου ευρωομολόγου, στα πρότυπα της λογικής του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού που χρησιμοποιήθηκε για τη χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης.

Μάλιστα, εκτίμησε ότι προς τα τέλη της φετινής χρονιάς ή στις αρχές της επόμενης η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με την ανάγκη να δημιουργήσει νέο κοινό μηχανισμό χρηματοδότησης. Στόχος ενός τέτοιου εργαλείου θα ήταν να στηριχθούν οι ευρωπαϊκές οικονομίες και να περιοριστεί η επίπτωση της αύξησης του ενεργειακού κόστους στην κατανάλωση των νοικοκυριών.

Σε ό,τι αφορά το ενεργειακό μοντέλο της Ευρώπης τα επόμενα χρόνια, ο επικεφαλής της ΑΚΤΩΡ τάχθηκε υπέρ της διαφοροποίησης των πηγών προμήθειας. Όπως ανέφερε, η Ευρώπη δεν θα πρέπει να επαναλάβει το λάθος της εξάρτησης από έναν μόνο προμηθευτή.

Εφόσον στο μέλλον καταστεί ξανά διαθέσιμο το ρωσικό φυσικό αέριο, θα πρέπει, κατά την άποψή του, να υπάρξει ισορροπία τόσο ως προς τις ποσότητες όσο και ως προς το κόστος μεταξύ των ρωσικών προμηθειών και του αμερικανικού LNG.

Η επόμενη ημέρα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Η εξέλιξη των τιμών ενέργειας και των επιτοκίων αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για την ελληνική οικονομία, ειδικά ενόψει της ολοκλήρωσης του Ταμείου Ανάκαμψης.

Το βασικό ζητούμενο, σύμφωνα με τον κ. Εξάρχου, είναι κατά πόσο η Ελλάδα έχει πλέον αποκτήσει επαρκή ανθεκτικότητα ώστε να συνεχίσει να προσελκύει ιδιωτικές επενδύσεις και, κυρίως, ξένα κεφάλαια χωρίς τη στήριξη των ευρωπαϊκών πόρων που υπήρχαν τα προηγούμενα χρόνια.

Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στην είσοδο επενδυτών στο μετοχικό κεφάλαιο ελληνικών επιχειρήσεων. Όπως εξήγησε, η επένδυση σε μετοχές αποτελεί ισχυρότερη ένδειξη εμπιστοσύνης σε σχέση με έναν απλό τραπεζικό δανεισμό, καθώς ο επενδυτής αναλαμβάνει μεγαλύτερο κίνδυνο.

Ως παραδείγματα ανέφερε την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ και την έκδοση ομολόγου από την Παγκρήτια Τράπεζα.

Κατά τον ίδιο, η προσέλκυση τέτοιων κεφαλαίων αποτελεί προϋπόθεση ώστε η ελληνική οικονομία να αποκτήσει «δικά της πόδια» και να προχωρήσει σταδιακά σε αλλαγή του παραγωγικού της μοντέλου.

Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή δεν είναι δεδομένη. Μια σοβαρή επιδείνωση της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά και μια περίοδος πολιτικής αστάθειας στο εσωτερικό, θα μπορούσαν να ανακόψουν τη μέχρι σήμερα επενδυτική πορεία.

Ο κ. Εξάρχου στάθηκε, παράλληλα, στις πιθανές κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις ενός νέου κύματος ακρίβειας. Μια απότομη αύξηση στις τιμές των καυσίμων και στο συνολικό κόστος διαβίωσης θα επιβάρυνε άμεσα τα νοικοκυριά και θα μπορούσε να επηρεάσει το πολιτικό σκηνικό ενόψει των επόμενων εκλογών.

Επενδυτικό πρόγραμμα 3,3 δισ. ευρώ από την ΑΚΤΩΡ

Την ίδια ώρα, ο όμιλος ΑΚΤΩΡ προχωρά στην υλοποίηση ενός ιδιαίτερα φιλόδοξου επενδυτικού προγράμματος, συνολικού ύψους περίπου 3,3 δισ. ευρώ.

Ο στόχος που έχει τεθεί είναι μέσα σε ορίζοντα πενταετίας ο όμιλος να επιτύχει EBITDA μεταξύ 650 και 700 εκατ. ευρώ.

Η στρατηγική χρηματοδότησης του επενδυτικού σχεδίου βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα ίδια κεφάλαια. Η ΑΚΤΩΡ άντλησε 650 εκατ. ευρώ μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, ενώ ακολούθησε ομολογιακή έκδοση ύψους 300 εκατ. ευρώ.

Με αυτόν τον τρόπο, η διοίκηση επιδιώκει να κρατήσει τον δανεισμό σε επίπεδα που θεωρούνται διαχειρίσιμα.

Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Εξάρχου, ο δείκτης συνολικού δανεισμού προς EBITDA βρίσκεται σήμερα μεταξύ 1,6 και 1,8 φορές. Ακόμη και όταν το επενδυτικό πρόγραμμα φτάσει στο υψηλότερο σημείο του, περίπου σε τρία χρόνια, ο δείκτης εκτιμάται ότι δεν θα ξεπεράσει τις τέσσερις φορές.

Το επίπεδο αυτό, όπως σημείωσε, θεωρείται διεθνώς συμβατό με μια υγιή χρηματοοικονομική δομή.

Όλα τα δάνεια πρέπει να υπολογίζονται

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο επικεφαλής της ΑΚΤΩΡ στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να υπολογίζεται ο συνολικός δανεισμός ενός ομίλου.

Όπως υπογράμμισε, στην αξιολόγηση της χρηματοοικονομικής εικόνας θα πρέπει να συνυπολογίζονται όλα τα δάνεια, ανεξάρτητα από το αν είναι με ή χωρίς αναγωγή.

Όπως εξήγησε, μπορεί τυπικά η μητρική εταιρεία να μην έχει την υποχρέωση να καλύψει ένα δάνειο χωρίς αναγωγή, ωστόσο η οικονομική κατάρρευση μιας θυγατρικής δεν μπορεί να θεωρηθεί αδιάφορη για τον υπόλοιπο όμιλο.

Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να επηρεάσει την αντίληψη των χρηματοδοτών για τη συνολική φερεγγυότητα του ομίλου και, κατ’ επέκταση, τη δυνατότητά του να εξασφαλίσει νέα χρηματοδότηση.

Οι κατασκευές παραμένουν στον πυρήνα

Παρά την επέκταση της ΑΚΤΩΡ στις παραχωρήσεις και σε άλλες δραστηριότητες, οι κατασκευές θα εξακολουθήσουν να αποτελούν τον βασικό πυλώνα του ομίλου.

Οι παραχωρήσεις, από την άλλη πλευρά, προσφέρουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα, καθώς χαρακτηρίζονται από εξασφαλισμένη χρηματοδότηση και αυστηρότερο έλεγχο των χρονοδιαγραμμάτων από τις τράπεζες.

Ο Αλέξανδρος Εξάρχου απέρριψε, πάντως, την άποψη ότι οι κατασκευαστικές εταιρείες έχουν κίνητρο να καθυστερούν τα έργα ώστε να διεκδικούν στη συνέχεια πρόσθετες αποζημιώσεις.

Όπως ανέφερε, για τον εργολάβο το ιδανικό σενάριο είναι ένα έργο να ολοκληρώνεται ακριβώς σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό. Κάθε καθυστέρηση συνεπάγεται πρόσθετο κόστος, ενώ η προσπάθεια ανάκτησης αυτού του κόστους μέσω οικονομικών διεκδικήσεων είναι αβέβαιη και μπορεί να διαρκέσει μεγάλο χρονικό διάστημα.

Τρεις προϋποθέσεις για να αποφεύγονται οι καθυστερήσεις

Για τον περιορισμό των καθυστερήσεων στα δημόσια έργα, ο επικεφαλής της ΑΚΤΩΡ έθεσε τρεις βασικές προϋποθέσεις.

Τα έργα θα πρέπει να δημοπρατούνται μόνο όταν:

  • έχει ολοκληρωθεί και οριστικοποιηθεί το τεχνικό τους αντικείμενο,
  • έχει εξασφαλιστεί πλήρως η απαιτούμενη χρηματοδότηση,
  • έχουν ολοκληρωθεί οι αναγκαίες απαλλοτριώσεις.

Σε διαφορετική περίπτωση, οι καθυστερήσεις και οι πρόσθετες οικονομικές απαιτήσεις από τους αναδόχους είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, σχεδόν αναπόφευκτες.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στην εκτέλεση των έργων, αλλά κυρίως στην ποιότητα του αρχικού σχεδιασμού τους. Όταν ένα έργο ξεκινά χωρίς ολοκληρωμένο τεχνικό αντικείμενο, χωρίς εξασφαλισμένους πόρους ή χωρίς να έχουν λυθεί ζητήματα απαλλοτριώσεων, δημιουργούνται εξαρχής οι προϋποθέσεις για καθυστερήσεις, αυξημένο κόστος και διαφωνίες μεταξύ Δημοσίου και αναδόχων.

Διαβάστε επίσης 

Πλεύρης: Στόχος η λειτουργία «Return Hubs» εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2027 – Μείωση 20.000 στις αφίξεις στην Ελλάδα

Ασφαλισμένες κατοικίες: Αύξηση 1% στα συμβόλαια το α’ τρίμηνο του 2026 – Στο 72,6% η κάλυψη για καιρικά φαινόμενα και σεισμό

Πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου»: Εκπρόσωποι των δωρητριών τραπεζών στο 4o Γυμνάσιο Χαριλάου Θεσσαλονίκης