Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Προοπτική να εξελιχθεί σε έναν από τους πλέον κερδοφόρους νέους πυλώνες ανάπτυξης της Metlen αποκτά η παραγωγή γαλλίου, η οποία αναμένεται να ξεκινήσει από το 2027 σε πιλοτική βάση και να περάσει σε πλήρη εμπορική λειτουργία από το 2028. Η επένδυση αυτή από τη μια  ενισχύει  τη στρατηγική θέση του ομίλου στην ευρωπαϊκή αλυσίδα εφοδιασμού κρίσιμων πρώτων υλών και από την άλλη δημιουργεί μία δραστηριότητα με ιδιαίτερα υψηλά περιθώρια κερδοφορίας, καθώς από τη Metlan παράγεται με χαμηλό κόστος. Κι αυτό γιατί το γάλλιο παράγεται ως παραπροϊόν της ήδη υφιστάμενης παραγωγής αλουμίνας, με αποτέλεσμα το πρόσθετο κόστος να περιορίζεται κυρίως στη διαδικασία ανάκτησης και καθαρισμού.

Η πιο πρόσφατη εκτίμηση που κυκλοφορεί στην αγορά είναι ότι η δραστηριότητα της Metlen στο γάλλιο μπορεί να προσθέτει 100-150 εκατ. ευρώ EBITDA ετησίως, όταν η μονάδα λειτουργήσει σε πλήρη ανάπτυξη. Η εκτίμηση αυτή αποδίδεται σε αναλυτές της Morgan Stanley, ενώ υιοθετείται και από ελληνικούς χρηματιστηριακούς οίκους, όπως οι AXIA – Alpha Finance και Optima Bank. Μάλιστα, υπό ευνοϊκές συνθήκες στην αγορά του γαλλίου, υπάρχουν ακόμη πιο αισιόδοξα σενάρια που ανεβάζουν τη δυνητική συνεισφορά έως και στα 200 εκατ. ευρώ EBITDA, χωρίς όμως να αποτελούν επίσημη καθοδήγηση της εταιρείας.

1

Η σημασία των μεγεθών γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν ληφθεί υπόψη ότι η Metlen εμφάνισε EBITDA 753 εκατ. ευρώ το 2025. Επομένως, πρόσθετα λειτουργικά κέρδη 100-150 εκατ. ευρώ από μία μόνο νέα δραστηριότητα αντιστοιχούν σε αύξηση περίπου 13%-20% σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα, εφόσον οι υπόλοιπες δραστηριότητες διατηρηθούν σταθερές.

Η πρόσφατη συμφωνία της Metlen με μεγάλο αμερικανικό τεχνολογικό όμιλο επιβεβαιώνει στην πράξη αυτές τις προοπτικές. Σύμφωνα με πληροφορίες, η συμφωνία δεσμεύει περίπου το 25% της μελλοντικής παραγωγής γαλλίου της εταιρείας, μακροπροθεσμα, δηλαδή τουλάχιστον για 5 χρόνια, σε μια τιμή κοντά στα 3.200 δολάρια/κιλό, μειώνοντας σημαντικά τον εμπορικό κίνδυνο του έργου και διευκολύνοντας τη χρηματοδότηση της επένδυσης.

Πηγές αναφέρουν, ότι στη συμφωνία έχει τεθεί μια οροφή στην τιμή, και μια συμφωνημένη τιμή με δείκτες αναπροσαρμογής ανάλογα την άνοδο που θα σημειώνεται κάθε χρόνο. Άλλες πληροφορίες αναφέρουν ότι η εταιρεία είναι σε συζητήσεις και με άλλες αμερικάνικες εταιρείες για νέες συμφωνίες, με στόχο να ολοκληρώσει το σύνολο των συμφωνιών για το 100% των ποσοστήτων που θα παράγονται μέχρι το τέλος του χρόνου. Υπενθυμίζεται ότι ο πρώτο χρόνος παραγωγής γαλλίου από τη Metlen είναι το 2027, οπότε και θα ενεργοποιηθεί η συμφωνία με τον αμερικάνικο τεχνολογικό όμιλο ενώ το 2028 η μονάδα θα είναι σε πλήρη λειτουργία και θα παράξει 50 τόνους.

Η πρώτη αυτή συμφωνία, ανοίγει τον κύκλο των συμφωνιών της Metlen, και αποτελεί απόδειξη της ισχυρής ζήτησης που υπάρχει από τους κλάδους της τεχνητής νοημοσύνης, των ημιαγωγών και της άμυνας είναι ήδη ισχυρή πριν ακόμη ξεκινήσει η εμπορική παραγωγή.

Το σημαντικότερο όμως σε αυτή της συμφωνία, είναι ότι αποδεικνύει ότι η Metlen θα έχει από τη δραστηριότητα αυτή σημαντικά περισσότερα EBΙTDA από αυτά που είχε προβλέψει  όταν έλαβε την τελική επενδυτική απόφαση (FID) για το έργο, πριν από περίπου ενάμιση χρόνο. Από τότε μέχρι σήμερα οι τιμές έχουν υπερδιπλασιαστεί και σήμερα διαμορφώνονται σε επίπεδα που υπερβαίνουν τα 2.000 δολάρια ανά κιλό,  ενώ η συμφωνία έγινε στα 3.000 δολάρια ανά κιλό.

Αρχικά υπολογιζόταν ότι θα συνεισφέρει περίπου 40 εκατ. ευρώ EBITDA ετησίως από το 2028 και μετά. Ωστόσο, με βάση τις σημερινές τιμές της αγοράς,  τα ετήσια EBITDA εκτιμώνται άνω των 100 εκατ. ευρώ και μεσοπρόθεσμα θα αυξάνονται ανάλογα με την πορεία της ζήτησης και την άνοδο της τιμή του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το κόστος παραγωγής δεν αναμένεται να αυξηθεί αντίστοιχα, καθώς η απαιτούμενη πρώτη ύλη, ο βωξίτης, προέρχεται από τα ιδιόκτητα μεταλλεία της METLEN. Ως εκ τούτου, η άνοδος των τιμών του γαλλίου μεταφράζεται σε σημαντική βελτίωση της κερδοφορίας και, κατά συνέπεια, δημιουργεί ουσιαστικά ανοδικά περιθώρια και για την αποτίμηση της εταιρείας.

Το χαμηλό κόστος παραγωγής

Η ιδιαίτερα υψηλή κερδοφορία εξηγείται από τη φύση του ίδιου του μετάλλου. Το γάλλιο δεν εξορύσσεται αυτόνομα αλλά ανακτάται από την αλουμίνα. Στην περίπτωση της Metlen, η νέα μονάδα αξιοποιεί το ήδη υπάρχον παραγωγικό κύκλωμα του εργοστασίου στον Άγιο Νικόλαο Βοιωτίας. Αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων και του λειτουργικού κόστους της μεταλλουργικής δραστηριότητας έχει ήδη πραγματοποιηθεί, ενώ η παραγωγή γαλλίου απαιτεί κυρίως πρόσθετες εγκαταστάσεις ανάκτησης και εξευγενισμού.

Ακριβώς αυτή η ιδιαιτερότητα οδηγεί τους αναλυτές στην εκτίμηση ότι η δραστηριότητα μπορεί να εμφανίσει εξαιρετικά υψηλά περιθώρια EBITDA, σημαντικά υψηλότερα από αυτά που συναντώνται στη συμβατική μεταλλουργία.Το χαμηλό κόστος παραγωγής οδηγεί σε ψηλά περιθώρια EBITDA τα οποία αυξάνονται όσο αυξάνεται η τιμή.

Με την επένδυση στην παραγωγή γαλλίου που θα τεθεί σε ελιτουργία από το 2027, η Metlen θα γίνει ο πρώτος παραγωγός γαλλίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ετήσια παραγωγή περίπου 50 τόνων, συμβάλλοντας στη μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από την Κίνα. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, εκτιμάται ότι μαζί με την Alcoa στην Αυστραλία και τη Rio Tinto στον Καναδά θα αποτελέσουν τους βασικούς δυτικούς παραγωγούς που θα διαμορφώσουν μια νέα, εναλλακτική αλυσίδα εφοδιασμού κρίσιμων μετάλλων.

Το ενδιαφέρον της αγοράς, για τη δραστηριότητα της Metlen στα κρίσιμα μέταλλα πάντως, δεν περιορίζεται πλέον μόνο στο γάλλιο. Αναλυτές εκτιμούν ότι η Metlen διαθέτει την τεχνογνωσία και τη μεταλλουργική βάση ώστε στο μέλλον να επεκταθεί και σε άλλα κρίσιμα μέταλλα υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως το γερμάνιο και το σκάνδιο. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, η σημερινή επένδυση στο γάλλιο ενδέχεται να αποτελέσει το πρώτο βήμα για τη δημιουργία ενός νέου, υψηλής κερδοφορίας μεταλλουργικού κλάδου, ο οποίος θα ενισχύσει σημαντικά τη συμβολή της μεταλλουργίας στα αποτελέσματα του ομίλου κατά την επόμενη δεκαετία.

Τα τρία σενάρια για τις τιμές

Η Metlen έχει ανακοινώσει ότι η μονάδα θα παράγει 50 τόνους γαλλίου ετησίως. 

Με βάση διαφορετικές παραδοχές για την τιμή του μετάλλου, του οποίου η τιμή είναι 2.000 ευρώ/κιλό σήμερα διαμορφώνονται τρία βασικά σενάρια:

  • Συντηρητικό σενάριο: μέση τιμή 2.500 ευρώ ανά κιλό. Τα ετήσια έσοδα διαμορφώνονται στα περίπου 125 εκατ. ευρώ, ενώ με περιθώριο EBITDA 40% τα λειτουργικά κέρδη ανέρχονται περίπου στα 50 εκατ. ευρώ.
  • Βασικό σενάριο: μέση τιμή 4.000 ευρώ ανά κιλό. Τα έσοδα αυξάνονται στα 200 εκατ. ευρώ και, με περιθώριο EBITDA 50%, η συνεισφορά διαμορφώνεται στα 100 εκατ. ευρώ.
  • Αισιόδοξο σενάριο: τιμή 5.000 ευρώ ανά κιλό. Τα έσοδα φθάνουν τα 250 εκατ. ευρώ και, με περιθώριο EBITDA 60%, τα λειτουργικά κέρδη μπορούν να προσεγγίσουν τα 150 εκατ. ευρώ.

Οι υπολογισμοί αυτοί εξηγούν γιατί η αγορά αναθεωρεί ανοδικά τις εκτιμήσεις της. Το αρχικό επιχειρηματικό πλάνο της διοίκησης έκανε λόγο για περίπου 40 εκατ. ευρώ EBITDA, όμως η άνοδος των τιμών του γαλλίου και η αυξανόμενη ζήτηση έχουν αλλάξει σημαντικά τις παραδοχές.

Η ανοδική αγορά του γαλλίου και η δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων

Πίσω από τις νέες προβλέψεις βρίσκεται η θεαματική μεταβολή της διεθνούς αγοράς. Το γάλλιο έχει μετατραπεί σε μία από τις πλέον στρατηγικές πρώτες ύλες για τους ημιαγωγούς, τα data centers, την τεχνητή νοημοσύνη, τα δίκτυα 5G και 6G, αλλά και την αμυντική βιομηχανία. Αναλύσεις των Fastmarkets, CRU, Project Blue, Benchmark Mineral Intelligence και της IEA συγκλίνουν στο ότι η αγορά εισέρχεται σε μία περίοδο διαρθρωτικής ανόδου, κατά την οποία η ζήτηση θα αυξάνεται ταχύτερα από την προσφορά τουλάχιστον έως το 2035.

Η Κίνα εξακολουθεί να ελέγχει σχεδόν το 98% της παγκόσμιας παραγωγής, ενώ οι περιορισμοί που επέβαλε στις εξαγωγές από το 2023 άλλαξαν ριζικά τη λειτουργία της αγοράς. Οι περισσότεροι αναλυτές δεν προβλέπουν συνεχή άνοδο των τιμών κάθε χρόνο, θεωρούν όμως ότι η εποχή των χαμηλών τιμών έχει οριστικά παρέλθει και ότι το γάλλιο θα διαμορφώσει ένα νέο, σημαντικά υψηλότερο επίπεδο τιμών, με μεγάλες διακυμάνσεις ανάλογα με τις γεωπολιτικές εξελίξεις.

Την ίδια στιγμή, η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί έναν νέο, ιδιαίτερα ισχυρό πυλώνα ζήτησης. Οι επεξεργαστές υψηλών επιδόσεων που χρησιμοποιούνται στα data centers αξιοποιούν ολοένα περισσότερο τεχνολογίες βασισμένες στο Gallium Nitride (GaN), καθώς προσφέρουν μεγαλύτερη ενεργειακή απόδοση και καλύτερη διαχείριση υψηλών θερμοκρασιών.

Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που θα κρατήσει ψηλά την τιμή του γαλλίου τα επόμενα χρόνια είναι η απόφαση των κυβερνήσεων να δημιουργήσουν στρατηγικά αποθέματα κρίσιμων μετάλλων, εισάγοντας στην αγορά έναν νέο και ιδιαίτερα ισχυρό αγοραστή. Η είσοδος των κυβερνήσεων ως μόνιμων αγοραστών εκτιμάται ότι θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό για τις διαθέσιμες ποσότητες και θα αποτελέσει έναν ακόμη διαρθρωτικό παράγοντα που θα διατηρήσει τις τιμές του γαλλίου σε υψηλά επίπεδα την επόμενη δεκαετία.

Μέχρι πρόσφατα, η προσπάθεια των δυτικών οικονομιών επικεντρωνόταν κυρίως στην ανάπτυξη νέων ορυχείων και μονάδων επεξεργασίας, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από την Κίνα. Από το 2026, όμως, η στρατηγική αυτή διευρύνεται και περιλαμβάνει τη δημιουργία εθνικών αποθεμάτων για μέταλλα όπως το γάλλιο, το γερμάνιο, το αντιμόνιο και οι σπάνιες γαίες, κατά το πρότυπο των στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου.

Στόχος είναι να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της αμυντικής βιομηχανίας, της παραγωγής ημιαγωγών, των data centers και των εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης σε περίπτωση διακοπής των κινεζικών εξαγωγών ή άλλων γεωπολιτικών αναταράξεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται ήδη στην πρώτη γραμμή αυτής της προσπάθειας μέσω του Defense Logistics Agency (DLA) και του National Defense Stockpile, ενώ το Κογκρέσο έχει εγκρίνει χρηματοδότηση για την ενίσχυση των στρατηγικών αποθεμάτων κρίσιμων πρώτων υλών.

Παράλληλα, εξετάζεται ένα ευρύτερο πρόγραμμα προμηθειών κρίσιμων ορυκτών ύψους περίπου 12 δισ. δολαρίων, ενώ το Πεντάγωνο έχει ήδη ξεκινήσει αγορές κοβαλτίου, αντιμονίου, τανταλίου, σκανδίου και άλλων μετάλλων στρατηγικής σημασίας. Το γάλλιο περιλαμβάνεται επίσης στις προτεραιότητες, αν και οι ποσότητες που αποκτώνται δεν δημοσιοποιούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας.

Ταυτόχρονα, το αμερικανικό Υπουργείο Ενέργειας χρηματοδοτεί νέα έργα ανάκτησης και παραγωγής γαλλίου, επιδιώκοντας την επανεκκίνηση της εγχώριας παραγωγής για πρώτη φορά μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια.

Αντίστοιχη πρωτοβουλία έχει αναλάβει και η Αυστραλία, η οποία ανακοίνωσε τη δημιουργία Εθνικού Στρατηγικού Αποθέματος Κρίσιμων Ορυκτών ύψους περίπου 1,2 δισ. δολαρίων Αυστραλίας, επιλέγοντας ως πρώτα μέταλλα το γάλλιο και το αντιμόνιο λόγω της σημασίας τους για τα προηγμένα ηλεκτρονικά, τα ραντάρ και τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου.

Η Ιαπωνία, από την πλευρά της, διαθέτει ήδη το πιο ώριμο σύστημα στρατηγικών αποθεμάτων μέσω της JOGMEC, διατηρώντας αποθέματα που καλύπτουν έως και έξι μήνες κατανάλωσης για τα πλέον κρίσιμα υλικά, ενώ μετά τους περιορισμούς της Κίνας ενισχύει περαιτέρω τις προμήθειες γαλλίου και συμμετέχει σε νέα έργα παραγωγής στο εξωτερικό. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί ενιαίο απόθεμα, ωστόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει καλέσει τα κράτη-μέλη να αναπτύξουν συντονισμένα στρατηγικά αποθέματα στο πλαίσιο του Critical Raw Materials Act και της νέας στρατηγικής οικονομικής ασφάλειας, ενώ παράλληλα ενισχύει τη συνεργασία με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία για την προστασία των αλυσίδων εφοδιασμού.