ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Το ασυμβίβαστο μεταξύ της ιδιότητας του υπουργού και του βουλευτή παρουσιάστηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως μια σπουδαία θεσμική τομή που θα αναβάθμιζε τον ρόλο των βουλευτών.
Η συγκεκριμένη πρόταση ήρθε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως «απάντηση» στην δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και την εμπλοκή των 11 γαλάζιων βουλευτών.
Η λογική πίσω από την πρόταση ήταν ότι ένας υπουργός δεν θα έπρεπε να εξαρτάται ταυτόχρονα από τη βουλευτική του ιδιότητα, αλλά να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση το κυβερνητικό του έργο. Παράλληλα, οι βουλευτές θα μπορούσαν να επικεντρωθούν στον θεσμικό τους ρόλο, ασκώντας αυστηρότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Ωστόσο, πριν ακόμη η συγκεκριμένη πρόταση φτάσει να αποτελεί μέρος της Συνταγματικής αναθεώρησης, άρχισε να συναντά σοβαρές αντιστάσεις στο εσωτερικό της κοινοβουλευτικής ομάδας. Η κυβερνητική πλειοψηφία εμφανίστηκε διχασμένη ως προς τη σκοπιμότητα και τις συνέπειές της.
Εσωκομματικό τείχος
Οι αντιδράσεις των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας δεν περιορίστηκαν σε επιμέρους τεχνικές διαφωνίες. Αφορούσαν τον ίδιο τον πυρήνα της πρότασης και τη σχέση μεταξύ κυβέρνησης και Κοινοβουλίου.
Ειδικότερα, ο Γιάννης Κεφαλογιάννης εξέφρασε την άποψη ότι το προτεινόμενο μοντέλο δεν συνάδει με την παράδοση των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών, επισημαίνοντας ότι ακόμη και σε χώρες που συχνά χρησιμοποιούνται ως παράδειγμα κοινοβουλευτικής λειτουργίας, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, οι υπουργοί αποτελούν μέλη του Κοινοβουλίου.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και άλλες επιφυλάξεις. Ο Κώστας Κωτσός υποστήριξε ότι η προσωρινή αντικατάσταση ενός υπουργού από τον πρώτο επιλαχόντα της εκλογικής του περιφέρειας θα δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα από όσα θα επιχειρούσε να λύσει. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η αλλαγή θα μπορούσε να προκαλέσει νέες ισορροπίες στις τοπικές κοινωνίες και να επηρεάσει τη σχέση του εκλεγμένου βουλευτή με τους ψηφοφόρους του.
Ανάλογη ήταν η θέση του Λευτέρη Κτιστάκη, ο οποίος υποστήριξε ότι η βουλευτική ιδιότητα δεν συνεπάγεται διαχείριση δημόσιου χρήματος και επομένως δεν προκύπτει θεσμική ανάγκη για ένα τόσο αυστηρό ασυμβίβαστο. Ο πρώην υπουργός Χαράλαμπος Αθανασίου εξέφρασε επίσης την άποψη ότι το υφιστάμενο συνταγματικό πλαίσιο διαθέτει επαρκείς δικλίδες ασφαλείας.
Αρκετοί βουλευτές εκτιμούσαν ότι η εφαρμογή της πρότασης θα δημιουργούσε ένα νέο πεδίο ανταγωνισμού στις εκλογικές περιφέρειες, καθώς οι επιλαχόντες θα αποκτούσαν προσωρινά κοινοβουλευτικό ρόλο και πολιτική παρουσία.
Η αλλαγή στάσης
Το σημείο καμπής ήρθε κατά τη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας. Η τοποθέτηση του βουλευτή Ανατολικής Αττικής Γιώργου Βλάχου αποτύπωσε με καθαρό τρόπο το κλίμα που είχε διαμορφωθεί. Χωρίς να υψώσει τους τόνους, εξέφρασε την αντίθεσή του στην πρόταση και άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα μπορούσε να τη στηρίξει στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης.
Στο Μέγαρο Μαξίμου γνώριζαν ότι η συγκεκριμένη αντίδραση δεν ήταν μεμονωμένη. Είχαν προηγηθεί παρεμβάσεις και επιφυλάξεις από αρκετούς βουλευτές, ενώ στις εσωτερικές συζητήσεις είχε καταστεί σαφές ότι η πρόταση δεν διέθετε την απαιτούμενη κοινοβουλευτική δυναμική.
Μετά την παρέμβαση Γ. Βλάχου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγνώρισε ότι η συγκεκριμένη επιλογή δεν συγκεντρώνει τη στήριξη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Ο πρωθυπουργός άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο η σχετική διάταξη να αποσυρθεί πλήρως από τη συζήτηση της συνταγματικής αναθεώρησης, σημειώνοντας ουσιαστικά ότι δεν υπάρχει σήμερα η πολιτική προϋπόθεση για ένα αυστηρότερο ασυμβίβαστο.
Τη θέση αυτή ενίσχυσε και ο εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας για τη συνταγματική αναθεώρηση, Ευριπίδης Στυλιανίδης, ο οποίος παραδέχθηκε ότι η συγκεκριμένη άποψη δεν διαθέτει πλειοψηφία στην Κοινοβουλευτική Ομάδα.
Μια πρόταση από τα παλιά
Η πρόταση για το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας δεν αποτελεί νέα ιδέα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Είχε τεθεί ήδη από το 2018, όταν, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, υποστήριζε ότι η ταυτόχρονη άσκηση των δύο ρόλων περιορίζει την ανεξαρτησία τόσο της κυβέρνησης όσο και του Κοινοβουλίου, αποδυναμώνοντας τον ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Η λογική της πρότασης στηριζόταν στην ανάγκη σαφέστερου διαχωρισμού της εκτελεστικής από τη νομοθετική εξουσία, με τους υπουργούς να αξιολογούνται αποκλειστικά για το κυβερνητικό τους έργο και τους βουλευτές να επικεντρώνονται στον θεσμικό τους ρόλο ως ελεγκτές της κυβέρνησης και εκπρόσωποι των πολιτών.
Η επαναφορά της συζήτησης το 2026 εντάχθηκε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο θεσμικών παρεμβάσεων που στόχευαν στην ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας, ιδιαίτερα μετά τις πολιτικές πιέσεις που προκάλεσε η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Παρά τις αρχικές προσδοκίες για μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, η εσωκομματική πραγματικότητα στη Νέα Δημοκρατία αποδείχθηκε καθοριστική.
Διαβάστε επίσης
Ανδρουλάκης: Μείωση έως 20% στο ρεύμα από το 2027 με το ενεργειακό σχέδιο του ΠΑΣΟΚ
Γιώργος Κώτσηρας: Παρελήφθησαν τα 50 νέα ηλεκτρικά λεωφορεία στη Θεσσαλονίκη
Μητσοτάκης: Η Ελλάδα του 2030 θα χτιστεί με δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις (φωτο)
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Νεκρός εντοπίστηκε ο ποινικολόγος Σταύρος Γεωργίου – Εξετάζεται το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας
- Aktor: Υπό ποια προϋπόθεση μπορεί να σηκώσει από τις αγορές μέχρι 850 εκατ. ευρώ
- Πώς η κατάρρευση των τιμών του ελαιολάδου έκρυψε τη βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων της Μέλισσα Κίκιζας
- Το 25% του «Αχιλλέα», τα ραντεβού στο Κολωνάκι, η υπόσχεση της Νίκης, ο «μπροστινός» του Κασιδιάρη, τα στοιχήματα του Σπανάκη και οι 15 της ΝΔ
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.