Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Το παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας αλλάζει και η χώρα δεν βασίζεται πλέον αποκλειστικά στη ναυτιλία και τον τουρισμό, καθώς η μεταποίηση αντιστοιχεί πλέον στο 50% των ελληνικών εξαγωγών. Αυτό υποστήριξε ο Group Chief Economist του Ομίλου της Τράπεζας Πειραιώς, Ηλίας Λεκκός, μιλώντας χθες στους Διαλόγους της Νισύρου.

Ο κ. Λεκκός αναφέρθηκε στη θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας, και εξήγησε τις αιτίες της ακρίβειας, ενώ επεσήμανε τη σημασίας της διαπραγμάτευσης για τον νέο Ευρωπαϊκό Προϋπολογισμό 2028-2034, υπογραμμίζοντας τη σημασία του για τη μελλοντική αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.

1

Εξαγωγές 50 δις. το χρόνο από τη μεταποίηση

Όπως είπε, οι ελληνικές εξαγωγές ανέρχονται σήμερα στα 100 δισ. ευρώ ετησίως. Από αυτά, τα 50 δισ. προέρχονται από τον τουρισμό και τη ναυτιλία, ενώ τα υπόλοιπα 50 δισ. από τη μεταποίηση, γεγονός που, όπως τόνισε, αποδεικνύει τη σταδιακή μεταβολή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.

Παράλληλα, σημείωσε ότι οι πρόσφατες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ και του ΑΔΜΗΕ κατέρριψαν την αντίληψη ότι οι επενδύσεις στην Ελλάδα περιορίζονται στο real estate.

«Υπάρχουν τομείς όπως η ενέργεια, η άμυνα, τα logistics και ο αγροτικός τομέας που προσελκύουν σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον», ανέφερε, επισημαίνοντας ωστόσο ότι υπάρχουν ακόμη μεγάλα περιθώρια βελτίωσης στην αγροτική παραγωγή. «Αυτό είναι το μεγάλο αναπτυξιακό story των επόμενων χρόνων», είπε χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενος στην πορεία της ελληνικής οικονομίας, υπογράμμισε ότι οι βασικοί οικονομικοί δείκτες είναι θετικοί.

Οι μισθοί αυξάνονται, η ανεργία έχει υποχωρήσει σημαντικά, ωστόσο η κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένει έντονη, με βασική αιτία τον πληθωρισμό.

Όπως εξήγησε, η ακρίβεια προκλήθηκε αρχικά από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η οποία εκτόξευσε τις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, ενώ ακολούθησαν οι επιπτώσεις της πανδημίας και στη συνέχεια οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή.

Ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι το μεγάλο επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια. Η δεκαετής οικονομική κρίση και η διετής κρίση της πανδημίας οδήγησαν σε περίπου δώδεκα χρόνια επενδυτικής άπνοιας.

«Όταν αυξήθηκαν τα εισοδήματα και η ζήτηση, η παραγωγή δεν μπορούσε να ανταποκριθεί άμεσα, με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι τιμές. Ένα επενδυτικό κενό δώδεκα ετών δεν μπορεί να καλυφθεί μέσα σε ένα, δύο ή τρία χρόνια», τόνισε.

Ο κ. Λεκκός χαρακτήρισε επίσης ως μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των τελευταίων ετών τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού κράτους. Ειδική αναφορά έκανε στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, η οποία, όπως είπε, έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των δημοσίων εσόδων.

Παράλληλα, επισήμανε ότι η μετάβαση στη νομιμότητα έχει και κόστος για τις επιχειρήσεις. Η πλήρης καταγραφή των συναλλαγών, η απόδοση του ΦΠΑ και η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας αυξάνουν το λειτουργικό κόστος, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

«Η νομιμότητα έχει κόστος και αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαπραγμάτευση για το ποιος θα το επωμιστεί, η επιχείρηση ή ο καταναλωτής», ανέφερε.

Αναφερόμενος στη διεθνή συγκυρία, σημείωσε ότι ο κόσμος διανύει μια περίοδο διαδοχικών κρίσεων και μετάβασης από ένα διπολικό σε ένα πολυπολικό σύστημα, όπου, εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, ισχυρότερο ρόλο διεκδικούν η Ευρώπη και μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες του παγκόσμιου Νότου, όπως η Ινδία και το Βιετνάμ.

Οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν και την Ελλάδα μέσω της ευρωπαϊκής οικονομίας, καθώς χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία αντιμετωπίζουν, όπως είπε, σοβαρές οικονομικές προκλήσεις.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις διαπραγματεύσεις για τον νέο Ευρωπαϊκό Προϋπολογισμό, τις οποίες χαρακτήρισε ως το σημαντικότερο θέμα των επόμενων μηνών.

Όπως εξήγησε, ο προϋπολογισμός που ολοκληρώνεται το 2027 αντιστοιχούσε στο 1,13% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Η αρχική πρόταση για τον νέο προϋπολογισμό ήταν στο 1,26%, η οποία στη συνέχεια περιορίστηκε στο 1,23%.

Ο Ευρωπαϊκός Προϋπολογισμός, υπογράμμισε, θα επηρεάσει καθοριστικά τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας, όχι μόνο λόγω του συνολικού ύψους των πόρων αλλά και εξαιτίας της κατανομής τους στα επιμέρους ευρωπαϊκά ταμεία.

Εξίσου σημαντικός, κατέληξε, είναι και ο τρόπος διαχείρισης των κοινοτικών κονδυλίων, καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη μια προσπάθεια αλλαγής του μοντέλου διαχείρισης, με ανακατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών-μελών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.