Τι θα γινόταν αν το ίδιο το κτήριο γινόταν το γεγονός – κάτι που συναντάς πριν το κατανοήσεις; Για τη Χρυσή και την Αναστασία Βράντση, ιδρύτριες του studio Vrantsi, η αρχιτεκτονική είναι λιγότερο μια σύνθεση δωματίων και περισσότερο μια χωρική πρόταση: μια μορφή που μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο φτάνεις, κινείσαι και προσανατολίζεσαι σε έναν τόπο, ενώ τα δωμάτια προκύπτουν αργότερα, διαμορφωμένα από τις βαθιά προσωπικές συνήθειες εκείνων που τον κατοικούν.

1

«Η αρχιτεκτονική είναι κατοικήσιμη γλυπτική», σημείωνε ο μοντερνιστής γλύπτης Constantin Brâncuși, του οποίου η ριζική αφαίρεση των μορφών σε καθαρές, ουσιώδεις δομές αναδιαμόρφωσε την τέχνη του 20ού αιώνα. Αυτό έρχεται αυθόρμητα στο νου μπροστά στην αρχιτεκτονική των Vrantsi – του γραφείου που ίδρυσαν η Χρυσή και η Αναστασία Βράντση – όπου οι κατοικίες δεν οργανώνονται πρωτίστως ως κατόψεις προς χρήση, αλλά ως χωρικές μορφές προς εμπειρία.

Συνιστούν έτσι «αντικείμενα» με παρουσία, που προηγείται της εξήγησης και που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο κινείται και αντιλαμβάνεται κανείς τον τόπο γύρω τους.

Η σχέση της Χρυσής Βράντση με την τέχνη δεν προκύπτει μέσα από την αρχιτεκτονική, αλλά προηγείται αυτής. Ως μαθήτρια, αρχικά στόχευε στην Σχολή Καλών Τεχνών και προσέγγισε την αρχιτεκτονική σχεδόν πλαγίως, μέχρι που αναγνώρισε το κοινό τους πεδίο: «τη μορφή ως ιδέα, τον χώρο ως εμπειρία και, κυρίως, τη δυνατότητα ένα δομημένο αντικείμενο να λειτουργεί εκφραστικά όσο και λειτουργικά», όπως χαρακτηριστικά λέει.

Από εκεί διαμορφώθηκε η κατεύθυνσή της: έργα που συλλαμβάνονται ως γλυπτά στον χώρο, με εικαστική πρόθεση και μια ιδιαίτερη ένταση. Αυτή είναι η περίπτωση της Villa Earth, η οποία έγινε viral, κυρίως, επειδή εισήγαγε μια σπάνια τυπολογία: όχι μια παραθαλάσσια κατοικία στραμμένη προς τη θέα, αλλά μια κατοικία οργανωμένη γύρω από την ίδια τη ναυσιπλοΐα.

Ένας ιδιωτικός λιμένας «πλέκεται» με την πισίνα, ώστε το νερό να λειτουργεί ως κυκλοφορία. «Δεν βγαίνεις πλέον από το σπίτι για να φτάσεις στη θάλασσα· η άφιξη μπορεί να γίνει με σκάφος», εξηγούν οι αρχιτέκτονες. «Ο ορίζοντας βιώνεται από το εσωτερικό και η ακτογραμμή μετατρέπεται από όριο σε επίπεδο κατοίκησης. Από τη στεριά παραμένει χαμηλών τόνων· από τη θάλασσα μετατρέπεται σε αντικείμενο με έντονη αντίθεση προς το τοπίο, σχεδόν σαν σκάφος. Το ίδιο κτήριο αποκαλύπτεται διαφορετικά ανάλογα με την πλευρά προσέγγισης. Από τη μία σχεδόν εξαφανίζεται, από την άλλη δηλώνει παρουσία», συμπληρώνουν. Η Villa Earth λειτουργεί σαν πυρήνας αναφοράς για το γραφείο.

Όταν κάποιος αναθέτει σε έναν αρχιτέκτονα ένα σπίτι ή έναν εμπορικό χώρο, στην ουσία του ζητά να εισαγάγει ένα ίχνος φαντασίας μέσα στην πραγματικότητα· και σε μια εποχή έντονης αλλά συχνά ομοιόμορφης αρχιτεκτονικής παραγωγής, καθοδηγούμενης από τη λογική της αγοράς, γίνεται φυσικό ένα κτήριο που αρνείται την απλή αφομοίωση στο τοπίο ή στην τυπολογία να ξεχωρίζει – ακριβώς επειδή, όπως έχει ειπωθεί από τον Rem Koolhas, ένα κτήριο ζει δύο φορές: πρώτα σε αυτό που φαντάζεται κανείς και έπειτα σε αυτό που τελικά κατοικείται.

Εύλογα λοιπόν η ιδέα της Villa Earth έφερε ένα κύμα επιθυμιών και αντιδράσεων, από τις οποίες μεταξύ άλλων γεννήθηκε η κατοικία στη Γλυφάδα, η οποία διερευνά τη σύγχρονη μορφή μέσα από έντονες προεξοχές και μεταβαλλόμενες σκιάσεις, χρησιμοποιώντας το φως και τη συνέχεια με το εξωτερικό ως βασικά χωρικά της εργαλεία αντί για τη σύνθεση της όψης.

Το ενδιαφέρον για τα επίπεδα, τη μνήμη της εικόνας και τη γεωμετρία συνδέεται με τις αναφορές του γραφείου Vrantsi· Ο Claude Parent για τα σκίτσα του, όπου η γλυπτική γεωμετρία βιώνεται με το σώμα. To πρώιμο έργο της Zaha Hadid που αναπτυσσόταν μέσα από γεωμετρικές μετατοπίσεις, προβαλλόμενες προοπτικές και αφηρημένα διαγράμματα με έμπνευση από την σουπρεματιστική φαντασία των ζωγράφων της Ρωσικής Πρωτοπορίας. Τα διαγράμματα του Ξενάκη, όπου η σύνθεση οργανώνεται ως πεδίο δυνάμεων και πυκνοτήτων, περισσότερο σαν φυσικό φαινόμενο παρά σαν μελωδική γραφή. Διαδικασίες δηλαδή, όπου ο χώρος συλλαμβανόταν πριν ακόμη στερεοποιηθεί σε κτήριο.

Όταν το γραφείο Vrantsi στρέφεται στο interior design, η λογική του μετατοπίζεται πλήρως. Tο έργο δεν ξεκινά πλέον από τη μορφή, αλλά από τον κάτοικο και ο χώρος συντίθεται λιγότερο ως αντικείμενο και περισσότερο ως αντανάκλαση βιωμένων συνηθειών. «Αντί να συλλέγουμε αναφορές, ανασυνθέτουμε μια ζωή.

Ένα καθιστικό επανασχεδιάστηκε όταν εμφανίστηκε ένα ξεχασμένο πιάνο· σε άλλο έργο το τζάκι μετακινήθηκε στην τραπεζαρία, όχι για λειτουργικούς λόγους αλλά για να σκηνοθετήσει έναν συγκεκριμένο τρόπο συνάντησης. Ένα ζευγάρι έφτασε με σελίδες που χαρτογραφούσαν τις μελλοντικές θέσεις των αναμνηστικών ταξιδιών. Το ζητούμενο είναι ένας χώρος που θα μπορούσε να ανήκει μόνο σε εκείνον που τον κατοικεί», επεξηγεί η Αναστασία Βράντση.

Όπως εντοπίζει, συχνά οι κάτοικοι είναι διστακτικοί σε ό,τι δεν έχουν συνηθίσει να βλέπουν ως κρατούσα γλώσσα του σήμερα. Το interior design επηρεάζεται από τις τάσεις. Μία σχεδιαστική κουλτούρα, όπως το μοντέρνο των μέσων του αιώνα, που αυτή τη στιγμή δεν είναι αναγνωρίσιμη λόγω μόδας και προβολής, δεν συγκινεί εξαρχής. «Συχνά νιώθουμε ότι λειτουργούμε σε έναν διπλό ρόλο: ως αρχιτέκτονες, με ιστορική και τεχνική γνώση αλλά και φαντασία, και ως συνεργάτες που επιδιώκουν να διαμορφώσουν έναν τόπο όπου ο κάτοικος είναι ο εαυτός του. Η διαδικασία μας εξελίσσεται ως η φυσική πορεία μιας σχέσης.

Γνωρίζουμε τον άνθρωπο, αντιλαμβανόμαστε με ποιους θα μπορούσε να ταυτιστεί, είτε από τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, υπαρκτά πρόσωπα ή αρχέτυπα.

Από αυτή την ενσυναίσθηση γεννιέται η εμπιστοσύνη και είναι αυτή που επιτρέπει στην αρχιτεκτονική γλώσσα να εξελίσσεται προς όφελος όλων, πέρα από τις τάσεις και την τυποποίηση», λέει η Αναστασία Βράντση.

Η συζήτηση καταλήγει τελικά στην ύλη και στον χρόνο. Στο ελληνικό τοπίο βλέπουν κτήρια να διαβρώνονται σιωπηλά από την αμέλεια, ενώ πολλά από τα νέα λειτουργούν ως επιδείξεις. Η αυθεντικότητα του υλικού, για εκείνες, δεν είναι αισθητική προτίμηση αλλά ζήτημα διάρκειας. Οι παλαιότερες κατασκευές αποκτούσαν παρουσία επειδή η τεχνική και η ύλη γερνούσαν μαζί· σήμερα ακόμη και η πιο προσεκτική απομίμηση προδίδεται ακριβώς επειδή παραμένει αμετάβλητη.

Για αυτό οι επιλογές υλικών γίνονται σχεδόν ερευνητικές. Δοκιμάζονται στον ήλιο, στην υγρασία, σε όλες τις εποχές. Η αρχιτεκτονική, σε αυτή τη λογική, δεν είναι φωτογενές φόντο ούτε σκηνικό για παροδική τουριστική κατανάλωση. Ζητά φροντίδα εκεί όπου υπάρχει κάτι άξιο διατήρησης και ειλικρίνεια όπου κάτι χτίζεται εκ νέου.

Διαβάστε επίσης:

Γιάννης Δουρίδας: Τα logistics, τα data centers και οι χώροι εργασίας δεν είναι ουδέτερα «κουτιά»

Ο Κωνσταντίνος Στάικος μέσα από τα μάτια της κόρης του

O Sou Fujimoto υπογράφει τα πρώτα Baccarat Homes στο Άμπου Ντάμπι