ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Όλες οι αποτυχημένες σχέσεις συνήθως «στοιχειώνονται» από μια ιστορία γεμάτη καυγάδες, διαμάχες, εντάσεις, αλλά και μια προσπάθεια να διατηρηθεί κάποια αξιοπρέπεια μεταξύ των μελών. Κάπως έτσι και ο Ντόναλντ Τραμπ, αγωνίστηκε για να διατηρήσει μια καλή δημόσια εικόνα, από τότε που επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, γράφει σήμερα το Politico.
Και ίσως σε κάποιο βαθμό να τα είχε καταφέρει.
Ωστόσο, για πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένων των μακροβιότερων και πιο πιστών συμμάχων των ΗΠΑ, η απειλή του Τραμπ για τιμωρητικούς δασμούς εναντίον όποιου προσπαθήσει να τον εμποδίσει να καταλάβει τη Γροιλανδία, αποτέλεσε τη «σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι».
Όπως εκτιμάται, το «διαζύγιο» είναι πλέον μονόδρομος…
Εμπόλεμη κατάσταση;
Το Politico επισημαίνει ότι σε κατ’ ιδίαν συνομιλίες, απογοητευμένοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι περιγράφουν την βιασύνη του Τραμπ να προσαρτήσει την κυρίαρχη δανική επικράτεια ως «τρέλα», ενώ διερωτώνται αν κινείται προς μια «εμπόλεμη κατάσταση» μετά και από τα γεγονότα στην Βενεζουέλα, όπου με μια αιφνιδιαστική στρατιωτική επιχείρηση των αμερικανικών δυνάμεων και με κινηματογραφικό τρόπο, άρπαξε τον Νικολάς Μαδούρο.
Μάλιστα, οι Ευρωπαίοι δεδομένων των συνθηκών, τονίζουν ότι του αξίζουν τα πιο σκληρά αντίποινα της Ευρώπης, για αυτό που πολλοί θεωρούν μια σαφή και απρόκλητη «επίθεση» εναντίον συμμάχων στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
«Νομίζω ότι το παράκανε», δήλωσε ένας Ευρωπαίος διπλωμάτης, ο οποίος, όπως και άλλοι, θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του, προκειμένου να μιλήσει με ειλικρίνεια.
«Η Ευρώπη έχει επικριθεί ως αδύναμη απέναντι στον Τραμπ. Αυτό έχει μια δόση αλήθειας, αλλά υπάρχουν και κόκκινες γραμμές», συμπλήρωσε.
Η ώρα της αλήθειας
Σύμφωνα με το Politico, ανώτεροι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι πιστεύουν ολοένα και περισσότερο ότι ήρθε ο καιρός να αντιμετωπίσουν επιτέλους την πικρή αλήθεια: ότι δηλαδή οι ΗΠΑ του Τραμπ δεν είναι πλέον αξιόπιστος εμπορικός εταίρος, και ακόμη λιγότερο αξιόπιστος σύμμαχος στο θέμα της ασφαλείας.
«Υπάρχει μια μονιμότητα στην μετατόπιση της πολιτικής των ΗΠΑ από πολλές απόψεις», επισημαίνει ανώτερος Ευρωπαίος αξιωματούχος.
«Το να περιμένουμε να περάσει δεν είναι λύση. Αυτό που χρειάζεται να γίνει είναι μια ομαλή και συντονισμένη κίνηση προς μια νέα πραγματικότητα», εξηγεί.
Πράγματι, αυτός ο συντονισμός έχει ήδη ξεκινήσει, όπως και η μεγάλη συζήτηση για το τι θα επακολουθήσει.
Εκτός από μια ριζική αλλαγή στον τρόπο προσέγγισης των ΗΠΑ, αυτή η διαδικασία φαίνεται πιθανό να καταλήξει σε μια ριζική αναδιαμόρφωση της Δύσης, κάτι που αναμένεται να ανατρέψει την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων.
Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ συναντούσε τους Ευρωπαίους ηγέτες τον Αύγουστο του 2025, προκειμένου να συζητήσουν για την Ουκρανία
Οι επιπτώσεις κυμαίνονται από διατλαντικά οικονομικά πλήγματα, καθώς αυξάνονται οι εμπορικές εντάσεις, έως κινδύνους ασφαλείας καθώς η Ευρώπη θα προσπαθεί να αμυνθεί χωρίς αμερικανική βοήθεια και δίχως να είναι πλήρως έτοιμη να το κάνει.
Εντούτοις, γράφει το Politico, πιθανότατα να υπάρξουν συνέπειες και για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως προβλήματα στην ικανότητά τους να προβάλλουν την ισχύ τους στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή χωρίς πρόσβαση σε δίκτυα όπως αεροδιαδρόμους και υλικοτεχνική υποστήριξη που παρέχει σήμερα η Ευρώπη.
Το μέλλον χωρίς τις ΗΠΑ
Παράλληλα με όλες τις συζητήσεις για αντίποινα με στόχο το εμπόριο των ΗΠΑ, διπλωμάτες και κυβερνητικοί αξιωματούχοι των κρατών, εξετάζουν τρόπους απομάκρυνσης από την Ουάσινγκτον μακροπρόθεσμα, σύμφωνα με το Politico.
Για τα περισσότερα κράτη, αυτή η προοπτική ανοίγει πληγές, καθώς θέτει τέλος σε 80 χρόνια ειρηνικής συνεργασίας, αμοιβαίας υποστήριξης και κερδοφόρου εμπορίου, προκαλώντας ταυτόχρονα ένα ισχυρό πλήγμα στο ΝΑΤΟ στην τρέχουσα μορφή του.
Σε αυτό το πλαίσιο, πολλές κυβερνήσεις προσπαθούν να σώσουν ό,τι μπορούν, με την ακροδεξιά ηγέτιδα της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, να αγωνίζεται να ανοικοδομήσει τις σχέσεις.
Παρότι είναι δύσκολο να φανταστεί η Δύση ένα μέλλον χωρίς τις ΗΠΑ, τα ευρωπαϊκά κράτη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν ανήκουν στην ΕΕ, όπως η Βρετανία και η Νορβηγία, έχουν κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση το μεγαλύτερο μέρος της δεύτερης θητείας του Τραμπ, με τον λεγόμενο «Συνασπισμό των Πρόθυμων» για την υποστήριξη της Ουκρανίας.
Σε τακτική επαφή βρίσκονται σύμβουλοι εθνικής ασφάλειας από 35 κυβερνήσεις, ενώ αλληλεπιδρούν συχνά διαδικτυακά, μέσω γραπτής επικοινωνίας, αλλά και κατ’ ιδίαν, αναζητώντας λύσεις σε έναν κόσμο όπου ο Τραμπ αποτελεί μεγάλο μέρος του προβλήματος, σημειώνει το Politico.
Επισημαίνει, δε, ότι το επίπεδο εμπιστοσύνης σε αυτούς τους κύκλους είναι γενικά υψηλό: οι ηγέτες «σηκώνουν μανίκια» και εργάζονται σε νέες, στενές ομάδες.
Ο Κιρ Στάρμερ (Keir Starmer) του Ηνωμένου Βασιλείου, ο Εμάνουελ Μακρόν (Emmanuel Macron) της Γαλλίας και ο Φρίντριχ Μερτς (Friedrich Merz) της Γερμανίας, καθώς και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν (Ursula von der Leyen), ο Αλεξάντερ Στουμπ (Alexander Stubb) της Φινλανδίας και η Τζόρτζια Μελόνι (Giorgia Meloni) της Ιταλίας, ανταλλάσσουν τακτικά μηνύματα, συχνά στην ίδια ομαδική συνομιλία.
Οργανωμένη η «Ομάδα της Ουάσινγκτον»
Η «άτυπη αλλά ενεργή» αυτή ομάδα, είναι γνωστή ως «Ομάδα της Ουάσινγκτον», η οποία επισκέφτηκε τον Λευκό Οίκο με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι τον περασμένο Αύγουστο.
Τον τελευταίο χρόνο, έχει οργανωθεί καλά στην ανταλλαγή μηνυμάτων, κάθε φορά που ο Τραμπ κάνει κάτι «παράλογο» και ενδεχομένως επιζήμιο για την Ευρώπη.
Σύμφωνα με το Politico, όταν τα γεγονότα κινούνται με γοργούς ρυθμούς, είναι δύσκολο να γίνει ο συντονισμός και αυτή η ομαδική συνομιλία είναι πραγματικά αποτελεσματική.
Όπως ανέφερε ένας αξιωματούχος, αυτό λέει πολλά για τις προσωπικές σχέσεις και πόσο σημαντικές είναι.
Τον τελευταίο χρόνο, η ομάδα επικεντρώνεται κυρίως στην διατήρηση της ψυχραιμίας, ώστε να αντιδρά κατάλληλα στις ενέργειες του Αμερικανού προέδρου, αντί να δέχεται απλώς τα προκλητικά του λόγια.
Με τη νέα αυτή τακτική, ο «Συνασπισμός των Προθύμων» κατάφερε να προχωρήσει την ειρηνευτική διαδικασία στην Ουκρανία, ορίζοντας ένα σχέδιο που συμπεριλαμβάνει αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία.
Η υπογραφή του Τραμπ, σηματοδοτεί ένα σημαντικό επίτευγμα για την ομάδα, δεδομένου ότι ο ίδιος είχε νωρίτερα αρνηθεί τον ρόλο του αμερικανικού στρατού.
Οργή για την Γροιλανδία
Όμως, η νέα μανία του Τραμπ, που αφορά την Γροιλανδία αυτή τη φορά, ανέτρεψε τις κάπως καλύτερες σχέσεις ΗΠΑ-ΕΕ, και η ήπια προσέγγιση στις απειλές του Αμερικανού προέδρου, δεν υπάρχει πια.
Ακόμα και ο Στάρμερ, που συνήθως είναι ο πιο επιφυλακτικός στις δηλώσεις του, χαρακτήρισε «λανθασμένη» την απειλή του Τραμπ για δασμούς, ακόμη και σε απευθείας συνομιλία μαζί του.
Ωστόσο, η «κρίση» της Γροιλανδίας, εγείρει ξανά το ερώτημα: πώς προχωράμε χωρίς την Αμερική;
Αυτή η επιμονή του Αμερικανού προέδρου, θα μπορούσε ενδεχομένως να θέσει τα θεμέλια για μια νέα συμμαχία ασφαλείας, σε μια εποχή που οι ΗΠΑ δεν θα υποστηρίζουν πλέον το ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή ασφάλεια, υπογραμμίζει το Politico.
Μια νέα συμφωνία δεν θα απέκλειε τη συνεργασία με τις ΗΠΑ, αλλά ούτε θα την θεωρούσε και δεδομένη.
Επίσης, στις συνομιλίες με τους ηγέτες της «Ομάδας της Ουάσινγκτον», εμφανίζεται ο ίδιος ο Ζελένσκι, κάτι που φέρνει στο προσκήνιο μια άλλη ενδιαφέρουσα ιδέα.
Ποιος χρειάζεται το ΝΑΤΟ;
Η Ουκρανία θεωρείται μακράν η πιο στρατιωτικοποιημένη χώρα μεταξύ των εκπροσωπούμενων, με έναν τεράστιο στρατό, μια εξαιρετικά εξελιγμένη βιομηχανία παραγωγής μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) και περισσότερη εμπειρία σε μάχη real time από οποιονδήποτε άλλον.
Μάλιστα, Ουκρανοί στρατιώτες πραγματοποιούν εκπαίδευση στην περιοχή του Χάρκοφ από τον Νοέμβριο του περασμένου έτους.
Παρότι η Ουκρανία επιδιώκει εδώ και καιρό την ένταξη στο ΝΑΤΟ, αυτό τώρα φαίνεται λιγότερο σημαντικό από ό,τι κάποτε, καθώς οι υποσχέσεις των ΗΠΑ να υποστηρίξουν οποιεσδήποτε εγγυήσεις ασφαλείας, γίνονται όλο και λιγότερο πειστικές.
Αν η στρατιωτική ισχύς της Ουκρανίας προστίθετο σε αυτήν της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Πολωνίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, μεταξύ άλλων, η πιθανή ένοπλη ισχύς του «Συνασπισμού των Προθύμων», θα ήταν τεράστια και θα περιελάμβανε κράτη με ή άνευ πυρηνικής δύναμης.
Παρόλο που η ανάγκη της Ευρώπης να αμυνθεί με λιγότερη αμερικανική υποστήριξη έχει αποτελέσει θέμα συζήτησης και στο παρελθόν, τις τελευταίες ημέρες έχει υπάρξει μια πληθώρα πρωτοβουλιών από τις Βρυξέλλες.
Επισήμως, η ΕΕ έχει αποφασίσει να είναι σε θέση να αμυνθεί έως το 2030, σημειώνει το Politico.
Διαβάστε επίσης:
ΕΕ: Έκτακτη σύνοδος κορυφής για τις απειλές Τραμπ κατά της Γροιλανδίας