Σκληρές πιέσεις από τη βιομηχανία δέχεται το υπουργείο Ενέργειας, καθώς ακόμη δεν έχει δοθεί λύση στο πρόβλημα του ενεργειακού κόστους, με αποτέλεσμα η ελληνική βιομηχανία να πληρώνει πολλαπλάσια από τη γερμανική ή την ιταλική βιομηχανία για την ενέργεια που καταναλώνει.

Κι αυτό γιατί τη στιγμή που η  Γερμανία προχωρά το σχέδιο για επιδότηση του ενεργειακού κόστους της βαριάς βιομηχανίας, ώστε για την περίοδο 2026–2028 η ανώτατη τιμή να είναι 50 ευρώ  ανά μεγαβατώρα και η Ιταλία εφαρμόζει το ιταλικό μοντέλο από 1/1/2026 με εγγυημένη τιμή για τη βιομηχανία τα 62,5 ευρω/μεγαβατώρα, η ελληνική βιομηχανία πληρώνει πάνω από 100 ευρώ/μεγαβατώρα, τιμή που κάνει το ενεργειακό κόστος τροχοπέδη στην ανταγωνιστικότητά της.

1

Η ελληνική βιομηχανία ζητά λύση εδώ και τώρα, δηλαδή να εφαρμόσει το υπουργείο άμεσα την ελληνική πρόταση που βασίζεται στο ιταλικό μοντέλο, θεωρώντας ότι δεν χρειάζεται άλλο να διαβουλεύεται με την Κομισιόν και τελικά να μην κάνει τίποτα.

Ωστόσο, το Υπουργείο Ενέργειας, διστάζει να κάνει κάτι τέτοιο, εφόσον η Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Κομισιόν, δεν έχει δώσει το πράσινο φως, θεωρώντας ότι αν το κάνει θα καταλήξει σε αντιδικία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και ενδεχόμενως καταδίκη για κρατική ενίσχυση που θα πρέπει να επιστραφεί μαζί με τα πρόστιμα. Το σκεπτικό της Κομισιόν, είναι ότι εφόσον υπάρχει άλλο θεσμικό πλαίσιο εγκεκριμένο, το CΙSAF (Climate, Infrastructure and Security of Supply Aid Framework), κάθε πρόταση ενίσχυσης θα πρέπει να συμβαδίζει με αυτό και όχι με το ιταλικό μοντέλο που είχε προταθεί πριν το CΙSAF.

Οι αντισταθμίσεις στο επίκεντρο

To θεσμικό πλαίσιο  όμως που προτείνει η Κομισιόν  συμψηφίζει την όποια ενίσχυση αποφασίσει το Υπουργείο Ενέργειας με τις αντισταθμίσεις για τις εκπομπές άνθρακα που εισπράττει η ενεργοβόρος βιομηχανία. Οι αντισταθμίσεις είναι ποσά, που δίνονται ετησίως στις βιομηχανίες που τα δικαιούνται (όχι όλες) ως ποσοστό στα ετήσια έσοδα από τα δικαιώματα ρύπων. Πρόθεση του υπουργείου Ενέργειας είναι να αυξήσει τις αντισταθμίσεις για τη βιομηχανία στο 25% των ετήσιων δικαιωμάτων ρύπων για το 2025 (ήταν 20%), και με τα έσοδα από τα δικαιώματα να αναμένονται στο 1,5 δισ. ευρώ το 2025, αυτό σημαίνει ότι ποσό της τάξης των 375 εκ. ευρώ θα κατευθυνθεί στην ενεργοβόρο βιομηχανία.  Ωστόσο καθώς  το ποσό αυτό θεωρείται ήδη ενίσχυση σύμφωνα με το πλάισιο CΙSAF της Κομισιόν δεν υπάρχει περιθώριο να πάρει η βιομηχανία επιπλόεν ενίσχυση για το ενεργειακό κόστος.

Αντίθετα το ιταλικό μοντέλο, που είναι ενεργειακός δανεισμός και όχι επιδότηση, δεν απαιτεί συμψηφισμό με τις αντισταθμίσεις, που ούτως ή άλλως υπολογίζει να λάβει η βιομηχανία.

Από την άλλη πλευρά δεν λαμβάνει όλη η βιομηχανία αντισταθμίσεις. Για τη βιομηχανία τσιμέντων για παράδειγμα ή για άλλες κατηγορίες που είναι ενεργοβόρες αλλά δεν εντάσσονται στη λίστα των εταιρειών που λαμβάνουν αντισταθμίσεις, είναι σημαντικό ακόμη κι αν δεν μπορεί να εφαρμοστεί το ιταλικό μοντέλο, να προταθεί ένα πλαίσιο σύμφωνο με την Κομισιόν, που να μπορεί να μειώσει το ενεργειακό τους κόστος.

Πηγές από το ΥΠΕΝ θυμίζουν ότι η Γερμανία, προχώρησε στο πλαίσιο στήριξης του ενεργειακού κόστους, σύμφωνα με την Κομισιόν, (επομένως όσοι παίρνουν αντισταθμίσεις δεν παίρνουν ενίσχυση) και ότι στην Ιταλία που εφαρμόζεται το ιταλικό μοντέλο, οι αντισταθμίσεις είναι πολύ χαμηλές για τη βιομηχανία.

Σε κάθε περίπτωση, τις επόμενες μέρες αναμένεται σκληρό μπρα ντε φερ, και το υπουργείο θα κληθεί να αποφασίσει κάτι. Είτε μια πρόταση στήριξης σύμφωνη με την Κομισιόν (που θα εξαιρεί όσους παίρνουν αντισταθμίσεις) είτε να τολμήσει να εφαρμόσει το ιταλικό μοντέλο (που θέλει η ενεργοβόρος βιομηχανία πο παίρνει αντισταθμίσεις για να μπορεί να μειώσει και αυτή το ενεργειακό της κόστος), και μετά να αντιμετωπίσει την αντίδραση της Κομισιόν. Και σίγουρα θα πρέπει να δώσει στη βιομηχανία τα ποσά που οφείλει από το ΕΤΜΕΑΡ και την αύξηση του ποσοστού των αντισταθμίσεων, από τα προηγούμενα χρόνια, πο συνολικά ανέρχονται σε 150 εκ. ευρώ, για να δημιουργήσει ένα… λίγο καλύτερο κλίμα.

Η περιπέτεια της πρότασης του ΣΕΒ

Υπενθυμίζεται, ότι για να μειωθεί το ενεργειακό κόστος ο ΣΕΒ είχε προτείνει από το φθινόπωρο την πρότασή του, στη βάση του ιταλικού μοντέλου, με την οποία η Πολιτεία θα  στήριζε, με μια μορφή ενεργειακού δανεισμού,  το κόστος ενέργειας για τη βιομηχανία, ώστε να προκύπτει  σταθερό ενεργειακό κόστος από 50-60 λεπτά/κιλοβατώρα. Τα κεφάλαια που θα απαιτούνταν, θα επέστρεφαν στην Πολιτεία μετά από 20 χρόνια, από έσοδα των έργων ΑΠΕ που προέβλεπε το σχέδιο ότι θα αναπτύξει η βιομηχανία. Η άποψη του ΣΕΒ και εκπροσώπων της βιομηχανίας ήταν ότι δεν χρειαζόταν κοινοποίηση στην Κομισιόν, καθώς ήδη ανάλογο σχήμα εφαρμόζει η Ιταλία.

Όμως δεν έγινε έτσι καθώς το υπουργείο Ενέργειας έκρινε απαραίτητο να συμφωνήσει η Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Κομισιόν. Έτσι μετά από πολύμηνες διαβουλεύσεις της βιομηχανίας με το υπουργείο Ενέργειας και επαφές του υπουργείου με την Κομσιιόν, κυκλοφόρησαν πρόσφαρα  διαρροές   ότι η Κομισιόν δεν θα δεχτεί την ελληνική πρόταση με βάση το ιταλικό μοντέλο και αντιπροτείνει η ελληνική πρόταση να ακολουθήσει το ευρωπαϊκό πλαίσιο του CSAF.

Το νέο αυτό, δημιούργησε έντονες αντιδράσεις, από τους εκπροσώπους της βιομηχανίας που περίμενε ότι η δέσμευση της κυβέρνησης για μέτρα στήριξης του ενεργειακού κόστους ήταν κοντά. Πεποίθηση των κύκλων αυτών και του ΣΕΒ είναι ότι το Υπουργείο Ενέργειας, έπρεπε και αυτό πρέπει και τώρα να κάνει, να προχωρήσει στην εφαρμογή της πρότασης όπως κάνουν και οι Ιταλοί από την 1/1/2026 θεωρώντας ότι εφόσον ήδη εφαρμόζεται από ευρωπαϊκή χώρα, μπορεί και η Ελλάδα να υιοθετήσει το ίδιο μοντέλο.

Τονίζεται ότι το ιταλικό μοντέλο,  αποτελεί ενεργειακό δανεισμό, δίνοντας για τρία χρόνια εγγυημένο κόστος ενέργειας, το οποίο θα επιστραφεί σε βάθος 20 ετών από την ενέργεια που θα παράξουν τα έργα ΑΠΕ που θα υποχρεωθεί να αναπτύξει η βιομηχανία που συμμετάσχει στο πρόγραμμα.

Περιατέρω αύξηση του ενεργειακού κόστους για τη βιομηχανία

Η ανάγκη να βρεθεί φόρμουλα στήριξης του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας είναι επιτακτική, καθώς από φέτος θα αυξηθεί περαιτέρω το κόστος από τις ρυθμιστικές χρεώσεις.

Από την 1η Ιανουαρίου 2026 προβλέπεται αύξηση 30% έως 32% στις χρεώσεις χρήσης συστήματος,  αποτέλεσμα της διάταξης που προβλέπει την κοινωνικοποίηση κατά 50% του κόστους διασύνδεσης μονάδων ΑΠΕ και λοιπών έργων, κόστος που, σύμφωνα με τη ΡΑΑΕΥ ανέρχεται σε περίπου 400 εκατ. ευρώ. Σε συνδυασμό με το επιτρεπόμενο ποσοστό απόδοσης κεφαλαίου (WACC) του ΑΔΜΗΕ, η επιβάρυνση αυτή μετακυλίεται στους καταναλωτές μέσω των χρεώσεων συστήματος.

Στις αυξήσεις αυτές θα προστεθεί επιπλέον αύξηση από 1/3/2026 από  το κόστος της μεγάλης ηλεκτρικής διασύνδεσης της Κρήτης, έργο συνολικού ύψους άνω του 1 δισ. ευρώ.

Ταυτόχρονα, σταδιακά μέχρι το 2030, θα μειωθούν οι αντισταθμίσεις, καθώς στις 23 Δεκεμβρίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε νέα απόφαση για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οποία μείωσε κατά 25% το αποτύπωμα CO₂ της Ελλάδας, από 0,73 σε 0,58 τόνους διοξειδίου του άνθρακα ανά μεγαβατώρα.Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι μειώνεται αντίστοιχα και η αποζημίωση που λαμβάνει η ελληνική βιομηχανία από το μέτρο της αντιστάθμισης, δηλαδή από το σκέλος του τιμολογίου που συνδέεται με τον υποχρεωτικό φόρο εκπομπών που πληρώνει η ηλεκτροπαραγωγή σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Αν και η μείωση αυτή θα εφαρμοστεί σταδιακά έως το 2030, και οι επιδοτήσεις που θα λαμβάνουν οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα εμφανίζονται μειωμένες.