Τράπεζες

ΕΤΕ: Ετήσια επιβάρυνση 40 εκατ. ευρώ από το ΛΕΠΕΤΕ

Μυλωνάς ΕΤΕ Εθνική

Παύλος Μυλωνάς, CEO Εθνικής Τράπεζας


Στα 40 εκατ. ευρώ υπολογίζεται το κόστος για την Εθνική Τράπεζα από τη χρηματοδότηση του ΛΕΠΕΤΕ και το οποίο θα καταβάλλεται σε ετήσια βάση, σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που έδωσε η διοίκηση της τράπεζας κατά την ενημέρωση των επενδυτών.

Όπως δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου κ. Παύλος Μυλωνάς, η διοίκηση βρίσκεται σε συζητήσεις με την κυβέρνηση σε μια προσπάθεια το κόστος χρηματοδότησης του ΛΕΠΕΤΕ να μην αποτελέσει συνεισφορά, κάτι που θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να εγγραφεί στο σύνολό της.

Όπως πάντως εκτίμησε, το κόστος θα παραμείνει σε αυτά τα επίπεδα και θα επιβαρύνει τα ετήσια αποτελέσματα της τράπεζας.

Η τράπεζα αναμένει σημαντική κεφαλαιακή επιβάρυνση άνω των 100 μονάδων βάσης από την πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής και οι δεσμευτικές προσφορές αναμένονται στις αρχές της επόμενης χρονιάς με στόχο η συμφωνία να υπογραφεί εντός του πρώτου τριμήνου του 2020. Η διοίκηση της τράπεζας επανέλαβε ότι θα υλοποιήσει  εμπροσθοβαρώς, δηλαδή το 2020 το πρόγραμμα τιτλοποίησης ύψους 3,7 δις ευρώ που έχει προγραμματίσει. Να σημειωθεί ότι η διοίκηση της τράπεζας έχει δεσμευτεί να μειώσει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια κατά 9,8 δις ευρώ έως και το 2022.

Σε ότι αφορά τα αποτελέσματα του γ’ τριμήνου 2019, σύμφωνα με τη διοίκηση της  ΕΤΕ αποτελούν ένα ακόμα βήμα προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης του ισολογισμού και της ενίσχυσης της κερδοφορίας, κεφαλαιοποιώντας τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα μέσω της εφαρμογής του φιλόδοξου και εμπεριστατωμένου Προγράμματος Μετασχηματισμού.  Όπως δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου της ΕΤΕ κ. Παύλος Μυλωνάς, η τράπεζα έχει επιταχύνει τη διαδικασία εξυγίανσης του χαρτοφυλακίου των μη εξυπηρετούμενων δανείων μέσω της τρίτης σημαντικής πώλησης για το τρέχον έτος.

Η μείωση των NPEs από την αρχή του έτους ανέρχεται σε 4 δισ. ευρώ και θα επιτρέψει την επίτευξη του ετήσιου στόχου μείωσης NPEs. Αναφορικά με την οργανική μείωση των κόκκινων δανείων, αυτή διαμορφώθηκε στο 1 δισ. ευρώ περίπου από την αρχή του έτους, αντανακλώντας τις βιώσιμες αναδιαρθρώσεις δανείων που εμπεριείχαν και διαγραφές οφειλών, καθώς και τις ρευστοποιήσεις εξασφαλίσεων σε μη συνεργάσιμους δανειολήπτες, στις οποίες προχώρησε η τράπεζα. Η κεφαλαιακή επάρκεια του ομίλου ενισχύθηκε κατά 80 μ.β. σε τριμηνιαία βάση και ο δείκτης CET1 ανήλθε σε 16,8%, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο των κεφαλαιακών απαιτήσεων του εποπτικού ελέγχου και της Διαδικασίας Αξιολόγησης (SREP) για το 2019 και το 2020.

Οι εξελίξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη σημαντική βελτίωση των μακροοικονομικών συνθηκών, καθώς και η χρήση σημαντικών εργαλείων που είναι πλέον διαθέσιμα (π.χ. Σχέδιο Ηρακλής), καθιστούν την προοπτική πρόωρης επίτευξης των στόχων του Επιχειρηματικού μας Σχεδίου εφικτή. Το γεγονός αυτό θα επιταχύνει την επιστροφή μας στην κανονικότητα, δίνοντάς μας έτσι τη δυνατότητα να επικεντρωθούμε εξ ολοκλήρου στον βασικό μας ρόλο, αυτόν της στήριξης της ελληνικής οικονομίας.

Στο 9μηνο του 2019, η οργανική κερδοφορία ανήλθε σε 158 εκατ. ευρώ, ενισχυμένη κατά 41% σε ετήσια βάση, αντανακλώντας την αύξηση κατά 7% των οργανικών εσόδων σε ετήσια βάση, ενώ αντίστοιχα μειώθηκαν και τα λειτουργικά έξοδα. Όπως επισημάνθηκε παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση του χαρτοφυλακίου μη εξυπηρετούμενων δανείων το κόστος πιστωτικού κινδύνου διατηρήθηκε σε σχετικά χαμηλά επίπεδα (136 μ.β. επί των δανείων μετά από προβλέψεις). Συνυπολογίζοντας τα ισχυρά κέρδη από χρηματοοικονομικές πράξεις και λοιπά έσοδα σχετιζόμενα με την πώληση ομολόγων και περιουσιακών στοιχείων, τα κέρδη μετά από φόρους από συνεχιζόμενες δραστηριότητες ανήλθαν σε 423 εκατ. ευρώ το εννεάμηνο 2019, σε σχέση με 61 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος.


ΣΧΟΛΙΑ