ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η πρόσφατη στρατιωτική επίθεση, επιχείρηση (ό,τι θέλετε…) των Ηνωμένων Πολιτειών κατά της Βενεζουέλας μετατοπίζει το ενδιαφέρον στους (συν)οικοδεσπότες του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2026 και δημιουργεί νέα ερωτήματα για τη στάση της FIFA, η οποία εμφανίζεται στενά συνδεδεμένη με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Όταν έγινε γνωστό ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις πραγματοποίησαν επίθεση στη Βενεζουέλα δεν καταγράφηκε καμία ουσιαστική αντίδραση στο Συμβούλιο της FIFA. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τη βασική χώρα-οικοδεσπότη του κορυφαίου ποδοσφαιρικού γεγονότος του πλανήτη, μαζί με τον Καναδά και το Μεξικό: του Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Πρόκειται για μια σπάνια πράξη στρατιωτικής επιθετικότητας από χώρα που φιλοξενεί Παγκόσμιο Κύπελλο, με τον Αμερικανό πρόεδρο να προχωρά μάλιστα σε ανησυχητικές δηλώσεις και για συνδιοργανώτρια χώρα. Στον απόηχο των επιθέσεων, ο Τραμπ ανέφερε ότι η Μεξικανή πρόεδρος, Κλαούντια Σέινμπαουμ, είναι «πολύ φοβισμένη από τα καρτέλ», προσθέτοντας ότι «κάτι θα πρέπει να γίνει με το Μεξικό»!
FIFA και Ινφαντίνο… καλοπιάνουν τον Τραμπ για 100 εκατ. λόγους (και ευρώ)
Το ερώτημα είναι ποια είναι η θέση του προέδρου της FIFA, Τζιάνι Ινφαντίνο. Μην ψάχνετε: δεν υπάρχει! Στο ανώτατο επίπεδο, η λειτουργία της ομοσπονδίας είναι πλέον άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ίδιο τον πρόεδρό της, γεγονός που αποτρέπει οποιαδήποτε δημόσια συζήτηση, ακόμη και μετά την πρόσφατη απονομή ενός «βραβείου ειρήνης FIFA» στον Τραμπ.
Η υποβάθμιση του συμβολισμού αυτού του βραβείου ήταν αναμενόμενη. Τρεις μόλις ημέρες πριν από τη βράβευση, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι τα στρατιωτικά πλήγματα κατά της Βενεζουέλας θα ξεκινούσαν «πολύ σύντομα». Έτσι, η Βενεζουέλα έγινε η έβδομη χώρα που δέχθηκε επίθεση από τις ΗΠΑ μέσα στον πρώτο χρόνο της νέας θητείας του.
Απέναντι στην κριτική για το έντονα πολιτικοποιημένο video της απονομής, η βασική υπερασπιστική γραμμή της FIFA ήταν ότι θεωρεί τον εαυτό της τον μοναδικό οργανισμό που επικρίνεται επειδή επιδιώκει την προώθηση της ειρήνης. Ωστόσο, τίθεται πλέον ένα σοβαρό φιλοσοφικό και ηθικό ερώτημα: κατά πόσο είναι ορθό ένα Παγκόσμιο Κύπελλο να φιλοξενείται από χώρα που έχει πρόσφατα προχωρήσει σε πράξη στρατιωτικής επιθετικότητας.
Η απουσία έντονων αντιδράσεων από δυτικές κυβερνήσεις, αλλά και το πολιτικό πλαίσιο της διακυβέρνησης Μαδούρο, φαίνεται να περιορίζουν την πίεση προς τη FIFA. Παρ’ όλα αυτά, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι ένας παγκόσμιος αθλητικός οργανισμός με τόσο έντονη γεωπολιτική παρουσία δεν διαθέτει σαφείς κατευθυντήριες γραμμές για τέτοιες περιπτώσεις.
Το Μουντιάλ μπροστά σε μια γεωπολιτική πρόκληση
Το ζήτημα καθίσταται ακόμη πιο περίπλοκο λόγω της στενής προσωπικής σχέσης του Τζιάνι Ινφαντίνο με τον Αμερικανό πρόεδρο. Αντίστοιχες συζητήσεις είχαν ανακύψει και στο παρελθόν, όπως πριν από τα Μουντιάλ της Ρωσίας το 2018 και του Κατάρ το 2022, οδηγώντας συχνά σε συγκρίσεις και ηθικούς συμψηφισμούς.
Είναι δεδομένο ότι τα κράτη εμπλέκονται διαχρονικά σε συγκρούσεις. Κατά τη διάρκεια διοργάνωσης Παγκοσμίων Κυπέλλων, η Ρωσία, οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο είχαν συνολικά εμπλακεί σε 18 διαφορετικές συγκρούσεις. Ωστόσο, υπάρχει σαφής διαφορά ανάμεσα στη γενικότερη εμπλοκή και σε μια ενεργή, πρόσφατη πράξη επιθετικότητας.

Σύμφωνα με τον ορισμό του ΟΗΕ, όπως αυτός διατυπώνεται στο Ψήφισμα 3314 της Γενικής Συνέλευσης, επιθετικότητα είναι η χρήση ένοπλης βίας από κράτος κατά της κυριαρχίας ή της εδαφικής ακεραιότητας άλλου κράτους, χωρίς έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Με βάση αυτό το πλαίσιο, η περίπτωση των ΗΠΑ αποτελεί μόλις την τρίτη φορά που μελλοντικός οικοδεσπότης Παγκοσμίου Κυπέλλου εμπλέκεται σε τέτοια πράξη. Οι προηγούμενες ήταν η εισβολή στον Παναμά το 1989 και η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2014.
Αν και στο παρελθόν υπήρξαν πολιτικές πιέσεις για αφαίρεση διοργανώσεων, η σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα καθιστά απίθανη οποιαδήποτε ουσιαστική κίνηση. Η σχέση FIFA – ΗΠΑ εμφανίζεται ήδη ιδιαίτερα ισχυρή. Οργανώσεις όπως η FairSquare, ωστόσο, επισημαίνουν ότι η FIFA θα έπρεπε να διαθέτει μηχανισμούς πρόληψης και διαχείρισης τέτοιων καταστάσεων, υπογραμμίζοντας ότι η έλλειψη σαφούς στρατηγικής έχει φανεί και σε άλλα ζητήματα, όπως η εφαρμογή του VAR, η πολιτική των εισιτηρίων και η καθυστερημένη αντίδραση στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022.
Η Βενεζουέλα ως καταλύτης, όχι ως εξαίρεση
Η υπόθεση της Βενεζουέλας λειτούργησε ως καταλύτης, όχι ως μεμονωμένο επεισόδιο. Η επιχείρηση «Absolute Resolve», όπως βαφτίστηκε, συνοδεύτηκε από εικόνες στρατιωτικής ισχύος, δηλώσεις περί επενδύσεων εκατοντάδων δισεκατομμυρίων στο πετρέλαιο και απροκάλυπτες αναφορές σε αμερικανική επιτήρηση της χώρας. Το μήνυμα δεν ήταν διπλωματικό. Ήταν ωμό και μονομερές.
Την ίδια στιγμή, ο Λευκός Οίκος έστελνε σήματα προς την περιοχή ότι «κανείς δεν είναι στο απυρόβλητο». Προειδοποιήσεις προς την Κολομβία, δηλώσεις περί «άρρωστων κρατών», αναφορές στα καρτέλ του Μεξικού και υπαινιγμοί ότι «κάτι θα πρέπει να γίνει» με τους συνδιοργανωτές του Μουντιάλ. Όλα αυτά ειπώθηκαν δημόσια, χωρίς φίλτρο, χωρίς διπλωματική γλώσσα.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι η ρητορική προς τρίτες χώρες, αλλά το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο παρέμβασης ακόμα και στην ίδια τη δομή του Μουντιάλ. Δηλώσεις για μετακίνηση αγώνων, απειλές προς πόλεις που «δεν θεωρούνται ασφαλείς», υπονοούμενα ότι ένα τηλεφώνημα προς τη FIFA αρκεί για να αλλάξει το καλεντάρι.
Κάτι ανήκουστα για Παγκόσμιο Κύπελλο! Και η FIFA απλά σε ρόλο παρατηρητή.
Σε οποιαδήποτε άλλη διοργάνωση, τέτοιες τοποθετήσεις θα προκαλούσαν σεισμό. Στην περίπτωση του 2026, περνούν σχεδόν αθόρυβα. Κι αυτό λέει πολλά.
Ταξιδιωτικές απαγορεύσεις και Μουντιάλ δύο ταχυτήτων
Το άλλο μεγάλο αγκάθι αφορά τις ταξιδιωτικές απαγορεύσεις. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη επιβάλει πλήρη ή μερική απαγόρευση εισόδου σε πολίτες δεκάδων χωρών, εκ των οποίων αρκετές συμμετέχουν κανονικά στο Μουντιάλ. Οι εξαιρέσεις αφορούν αθλητές και επίσημες αποστολές. Όχι όμως τους φιλάθλους.
Έτσι, διαμορφώνεται ένα Παγκόσμιο Κύπελλο δύο ταχυτήτων. Οι ομάδες θα παίζουν. Οι οπαδοί τους ενδέχεται να μην μπορούν να ταξιδέψουν. Και η FIFA περιορίζεται σε γενικόλογες διαβεβαιώσεις, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς πολιτική πίεση, χωρίς χρονοδιάγραμμα. Εξίσου αποκαλυπτική είναι η στάση των δυτικών κυβερνήσεων. Η αντίδραση απέναντι στις εξελίξεις είναι χλιαρή, σχεδόν αμήχανη. Κανείς δεν θέλει να ανοίξει μέτωπο με τις ΗΠΑ ενόψει ενός τουρνουά που υπόσχεται τεράστια οικονομικά οφέλη. Το αποτέλεσμα είναι ένα κενό πολιτικής πίεσης, το οποίο αφήνει τη FIFA να κινείται χωρίς εξωτερικό έλεγχο.
Το ποδόσφαιρο θα παιχτεί. Τα γήπεδα θα γεμίσουν. Τα τηλεοπτικά έσοδα θα σπάσουν ρεκόρ. Αλλά το ερώτημα δεν είναι αν το Μουντιάλ θα διεξαχθεί. Είναι τι θα εκπροσωπεί όταν συμβεί.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Συμφωνία Ε.Ε.–Mercosur: Τι αλλάζει στις εξαγωγές για τα ελληνικά αγροδιατροφικά προϊόντα
- Ντόναλντ Τραμπ: Οι ΗΠΑ πρέπει να αποκτήσουν τη Γροιλανδία ώστε να αποτρέψουν την κατάληψη του νησιού από τη Ρωσία ή την Κίνα
- Καιρός: Θυελλώδεις άνεμοι έως 9 μποφόρ και άνοδος της θερμοκρασίας
- Καημένε Καποδίστρια τι σου ΄μελλε να πάθεις – Παραμύθια στο πανί, ανομολόγητα μυστικά και εθνική φαντασίωση