Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Οι εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, από την Αλάσκα έως το Μέιν, θα έχουν παγκόσμιο αντίκτυπο την επόμενη εβδομάδα, καθώς οι ενδιάμεσες κάλπες προμηνύουν αποδυνάμωση ενός προέδρου που έχει ασκήσει ασφυκτικές πιέσεις στον υπόλοιπο κόσμο.

Με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του Ντόναλντ Τραμπ θα χάσει τον έλεγχο τουλάχιστον του ενός από τα δύο σώματα του Κογκρέσου, η συμβατική πολιτική λογική θα υπαγόρευε ότι ο 80χρονος ηγέτης θα βγει πολιτικά αποδυναμωμένος, με περιορισμένη δυνατότητα να καταφεύγει σε εμπορικούς δασμούς και στην αμερικανική στρατιωτική ισχύ.

1

Αυτό, όμως, μπορεί να μη συμβεί, καθώς πρόκειται για τον Τραμπ. Μπαίνοντας στα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του, ο Αμερικανός πρόεδρος ενδέχεται να εκλάβει μια εκλογική ήττα στο εσωτερικό ως αφορμή για να εντείνει τις παρεμβάσεις του στο εξωτερικό: επαναλαμβάνοντας τις επιθέσεις κατά του Ιράν, επιχειρώντας να εξαναγκάσει την Ουκρανία να υποκύψει στις ρωσικές απαιτήσεις ή επανεξετάζοντας τους δασμούς σε παγκόσμιο επίπεδο.

«Θα μπορούσε εύκολα να επιταχύνει την εφαρμογή της ατζέντας του», δήλωσε η Ντέμπορα Ελμς, επικεφαλής εμπορικής πολιτικής στο Ίδρυμα Hinrich στη Σιγκαπούρη.

«Εξαιρετικά θυμωμένος» μετά τις εκλογές, «θα αναζητά μια ευκαιρία να συνεχίσει να επιδεικνύει ηγετικό ρόλο με τον τρόπο που ο ίδιος θεωρεί σημαντικό. Γι’ αυτό πιστεύω ότι θα προωθήσει επιθετικά την εμπορική του ατζέντα», πρόσθεσε.

Υπάρχουν, ωστόσο, ενδείξεις ότι η απήχησή του ενδέχεται να έχει ήδη φτάσει στο αποκορύφωμά της, με συνέπειες για την πολιτική και τις επιχειρήσεις, τους επενδυτές και τους ψηφοφόρους παγκοσμίως. Μια σειρά πρόσφατων εκλογικών αναμετρήσεων, στις οποίες ηττήθηκαν διεθνείς σύμμαχοί του, αποτελεί μία μόνο ένδειξη πιθανής απομάκρυνσης από τον παγκόσμιο τραμπισμό.

Στην πιο σαφή απόρριψη της επιρροής του Τραμπ, οι Βραζιλιάνοι ψηφοφόροι ανέτρεψαν την περασμένη Κυριακή τις εκτιμήσεις αναλυτών και αγορών, συσπειρώθηκαν γύρω από τον βετεράνο αριστερό πρόεδρο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα και του εξασφάλισαν μια ιστορική τέταρτη θητεία.

Με την επιλογή τους αυτή, απέρριψαν τον δεξιό υποψήφιο Φλάβιο Μπολσονάρου — γιο του πρώην προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρου, γνωστού ως «Τραμπ των Τροπικών» — και αψήφησαν την προσπάθεια του Τραμπ να επιβάλει την αμερικανική κυριαρχία στη Λατινική Αμερική. Ο Λούλα έκανε προεκλογική εκστρατεία με επίκεντρο την εθνική κυριαρχία, διαμηνύοντας ότι η Βραζιλία δεν είναι η πίσω αυλή κανενός. Ο Φλάβιο Μπολσονάρου κατέφυγε τελικά στη Φλόριντα.

Σε άλλο σημείο του δυτικού ημισφαιρίου, κατά τη σύνοδο κορυφής που πραγματοποιήθηκε αυτή την εβδομάδα στο Μόντρεαλ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Καναδάς δεσμεύτηκαν να εμβαθύνουν τις σχέσεις τους σε τομείς από την άμυνα και την ασφάλεια έως την εκπαίδευση, σε μια έμπρακτη εφαρμογή της στρατηγικής «μεσαίας δύναμης» του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ.

Προβάλλοντας κοινές αξίες, όπως «η δημοκρατία, ο σεβασμός στη διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες και η δέσμευση στο ελεύθερο και δίκαιο εμπόριο», η ευρωπαϊκή παρουσίαση της ατζέντας έδινε την εντύπωση μιας προσπάθειας πρόκλησης προς τον Τραμπ, παραμονές της εκλογικής δοκιμασίας της 3ης Νοεμβρίου.

Οι ξένοι ηγέτες αποφεύγουν, εύλογα, να τοποθετηθούν για τις αμερικανικές εκλογές, ανεξαρτήτως του εάν συμμερίζονται την πολιτική προσέγγιση του Τραμπ.

«Δεν είναι μυστικό ότι η συνεννόηση με την κυβέρνηση Τραμπ έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση», δήλωσε ο Ντίνο Τζαλάλ, πρώην πρέσβης της Ινδονησίας στις ΗΠΑ.

Προέβλεψε «μια εξισορρόπηση της αμερικανικής πολιτικής» ως αποτέλεσμα των αναμενόμενων εκλογικών κερδών των Δημοκρατικών. Κάτι τέτοιο, εκτίμησε, θα συνέβαλλε στην αποκλιμάκωση των διεθνών εντάσεων και αυτού που χαρακτήρισε «κλίμα φόβου» στις διμερείς σχέσεις υπό τον Τραμπ.

Οι ασιατικές κυβερνήσεις ήταν μεταξύ των πρώτων που υπέγραψαν εμπορικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ για τη μείωση των δασμών, συχνά συνοδευόμενες από σημαντικά επενδυτικά πακέτα. Δεν διαφεύγει από τους Αμερικανούς αξιωματούχους ότι ελάχιστες από αυτές τις συμφωνίες — ενδεχομένως καμία — έχουν επικυρωθεί. Αυτό επιτρέπει στις κυβερνήσεις να κερδίζουν χρόνο, προσβλέποντας στο ενδεχόμενο ο Τραμπ να βγει αποδυναμωμένος από τις κάλπες.

Άλλες χώρες ελπίζουν απλώς ότι οι ενδιάμεσες εκλογές θα προσφέρουν κάποια ανάσα. Ανάμεσά τους βρίσκεται η Νότια Αφρική, η οποία έχει δεχθεί τα πυρά του Τραμπ και έχει αποκλειστεί από τις φετινές συναντήσεις της G20 που φιλοξενούν οι ΗΠΑ, παρότι αποτελεί μόνιμο μέλος της ομάδας από την ίδρυσή της, το 1999.

Ο Ράιαν Σμιθ, Νοτιοαφρικανός βουλευτής και εκπρόσωπος εξωτερικών υποθέσεων της Δημοκρατικής Συμμαχίας, του δεύτερου μεγαλύτερου κόμματος στον κυβερνητικό συνασπισμό, δεν αναμένει ότι μια ήττα των Ρεπουμπλικανών θα «προσφέρει ευκαιρία για αναθέρμανση των σχέσεων».

Ωστόσο, «ίσως στρέψει την προσοχή της κυβέρνησης στο εσωτερικό» και έτσι βοηθήσει «να αποσπαστεί λίγο η προσοχή από εμάς», ανέφερε.

Σε μια ακόμη απόρριψη του λαϊκισμού που συνδέεται με το MAGA, ο ισχυρός άνδρας της Σερβίας, Αλεξάνταρ Βούτσιτς — στις γνωριμίες του οποίου περιλαμβάνονται ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ και ο γαμπρός του Αμερικανού προέδρου, Τζάρεντ Κούσνερ — απομακρύνθηκε με ηχηρό και απρόσμενο τρόπο από τους ψηφοφόρους το περασμένο Σαββατοκύριακο, έπειτα από πολυετή παραμονή στην εξουσία.

Στη θέση του, οι ψηφοφόροι ανέδειξαν ένα σχήμα με επικεφαλής φοιτητές, το οποίο κατάφερε να εκφράσει την κοινωνική αγανάκτηση για τη θεσμική διαφθορά.

«Ξεφουσκώνουν οι αυταρχικοί ηγέτες της Ευρώπης;» διερωτήθηκε το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel, συνδέοντας την πτώση του Βούτσιτς με εκείνη του επίσης φιλικά προσκείμενου στη Ρωσία πρώην ηγέτη της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν.

Ο Όρμπαν, τον οποίο οι κύκλοι του MAGA εξυμνούσαν για την αυτοαποκαλούμενη «ανελεύθερη δημοκρατία» του και τη συστηματική αντιπαράθεσή του με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ηττήθηκε τον Απρίλιο, όταν ο φιλοευρωπαίος υποψήφιος Πέτερ Μάγιαρ επικράτησε με συντριπτική διαφορά.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το λαϊκιστικό και αντιευρωπαϊκό Reform του Νάιτζελ Φάρατζ, διαχρονικού συμμάχου του Τραμπ, έχει χάσει το δημοσκοπικό προβάδισμά του από το Εργατικό Κόμμα υπό τον πρωθυπουργό Άντι Μπέρναμ. Ο τελευταίος έχει δεσμευτεί να φέρει τη χώρα πιο κοντά στην Ένωση των 27, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο ανατροπής του Brexit.

Το δημοψήφισμα του Ιουνίου του 2016 για το Brexit, στο οποίο ο Φάρατζ διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο, αποτέλεσε τον πρώτο μεγάλο σταθμό ενός λαϊκιστικού κύματος που οδήγησε στην εκλογή του Τραμπ πέντε μήνες αργότερα.

Τα ίδια αίτια που τροφοδοτούν αυτές τις διαφορετικές εξελίξεις είναι ορατά και στις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, όπου κρίνονται το ένα τρίτο των εδρών της Γερουσίας και το σύνολο των 435 εδρών της Βουλής των Αντιπροσώπων: η αποστροφή προς τη διαφθορά, η αποξένωση των νέων ψηφοφόρων, η ολοένα δυσκολότερη πρόσβαση στην κατοικία και η αίσθηση έλλειψης προοπτικής σε έναν κόσμο όπου η τεχνητή νοημοσύνη ανατρέπει τις επαγγελματικές προοπτικές, ενώ οι πολιτικοί εμφανίζονται ανήμποροι ή απρόθυμοι να παρέμβουν.

Σε αυτά προστίθενται η οργή για τον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο κατά του Ιράν και η εκτίναξη των τιμών των καυσίμων εξαιτίας της σύγκρουσης.

Πάνω από όλα δεσπόζει το ζήτημα του κόστους ζωής, που απειλεί να ρηγματώσει την εκλογική βάση του Τραμπ στις ΗΠΑ.

Το κόστος ζωής αποτέλεσε τη βασική ανησυχία σε διαδικτυακή έρευνα περισσότερων από 60.000 ανθρώπων σε 32 χώρες, την οποία πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Future Investment Initiative, με έδρα το Ριάντ.

Η μετανάστευση, εμβληματικό ζήτημα για τον Τραμπ, βρέθηκε στην έκτη θέση μαζί με την υπερθέρμανση του πλανήτη, σύμφωνα με την έρευνα FII Priority Compass, που δημοσιεύθηκε στις 28 Οκτωβρίου.

Ακόμη, όμως, και αν ο κόσμος έχει πράγματι αφήσει πίσω του την κορύφωση του τραμπισμού, υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι οι αξίες αυτές διατηρούν την απήχησή τους, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της κάλπης της Τρίτης.

Ο Λούλα είναι σχεδόν ο τελευταίος ηγέτης στη Νότια Αμερική που αντιστέκεται στο λεγόμενο «Δόγμα Ντονρόε» του Τραμπ. Στην Αυστραλία, το κόμμα One Nation της Πολίν Χάνσον έχει καταγράψει σημαντική άνοδο, υιοθετώντας θέσεις στα πρότυπα του Τραμπ, όπως η άρνηση της κλιματικής αλλαγής και η αντίθεση στη μετανάστευση.

Στη Γερμανία, το ακροδεξιό AfD, που υποστηρίζεται από τον Αμερικανό αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και τον Έλον Μασκ, διαθέτει πολιτική δυναμική. Παράλληλα, έξι μήνες πριν από τις γαλλικές εκλογές, η Μαρίν Λεπέν, σταθερά πολέμια της μετανάστευσης, έχει τις καλύτερες μέχρι σήμερα πιθανότητες να κερδίσει την προεδρία στην τέταρτη προσπάθειά της.

Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου παραμένει στην ηγεσία του Ισραήλ, έχοντας προβάλει τις σχέσεις του με τον Τραμπ κατά την προεκλογική εκστρατεία.

Παρά τις διεθνείς αναταράξεις των τελευταίων δύο ετών, οι σχέσεις των ΗΠΑ με τον βασικό παγκόσμιο ανταγωνιστή τους, την Κίνα, έχουν σταθεροποιηθεί.

Ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ αναμένεται να υποδεχθεί τον Τραμπ στη σύνοδο Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας–Ειρηνικού (APEC), στη Σεντζέν, στα μέσα Νοεμβρίου, και στη συνέχεια να ταξιδέψει στις ΗΠΑ για τη σύνοδο της G20 τον Δεκέμβριο. Οι δύο ηγέτες έχουν ήδη συναντηθεί άλλες δύο φορές φέτος.

Ο ανταγωνισμός, πάντως, παραμένει διαρκώς παρών. Το Bloomberg Intelligence εκτιμά ότι έως το 2030 η Κίνα θα κατέχει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία σε οκτώ από τις 17 τεχνολογίες στρατηγικής σημασίας, μεταξύ των οποίων τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα που βρίσκονται στον πυρήνα της τεχνητής νοημοσύνης.

Η Κίνα και ο υπόλοιπος κόσμος διαθέτουν έναν πιο άμεσο μοχλό πίεσης για να αντισταθμίσουν ενδεχόμενες αναταράξεις από τον Αμερικανό πρόεδρο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές: τις αγορές αμερικανικού χρέους.

Ανάλυση του Bloomberg σε στοιχεία των αμερικανικών υπουργείων Οικονομικών και Εξωτερικών έδειξε ότι σύμμαχοι των ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, αγόρασαν το πρώτο οκτάμηνο του 2026 αμερικανικά κρατικά ομόλογα στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε ετών.

Κατά την περιοδεία του στην Ασία αυτή την εβδομάδα, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς προειδοποίησε για τη «διάβρωση της διεθνούς τάξης» που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Όποια και αν είναι η μορφή της «νέας γεωπολιτικής εποχής» που διαβλέπει, ο Μερτς δεν έκρινε σκόπιμο να αναφερθεί στον ρόλο της Ουάσιγκτον: μνημόνευσε την Κίνα και το Πεκίνο 15 φορές, χωρίς να αναφερθεί ούτε μία φορά στις ΗΠΑ ή στον Τραμπ.

Διαβάστε επίσης 

Χαμενεΐ: Εντολή για αντίποινα «χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς» σε νέα επίθεση

Στενά του Ορμούζ: Πώς οι μυστικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ επαναφέρουν τις ροές πετρελαίου – Οι κίνδυνοι που παραμονεύουν

Ισπανία: Η τραγωδία με 69 νεκρούς ανατρέπει τη στρατηγική επανεκλογής του Σάντσεθ