Ένα φαινομενικά ασήμαντο λάθος στον τομέα της πληροφορικής οδήγησε στην αποκάλυψη ενός εκτεταμένου δικτύου διακίνησης ρωσικού πετρελαίου, το οποίο φέρεται να έχει «γυρίσει» τουλάχιστον 90 δισ. δολάρια και να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στη χρηματοδότηση του πολέμου της Μόσχας στην Ουκρανία.

Η έρευνα των Financial Times εντόπισε 48 εταιρείες που εμφανίζονται ως ανεξάρτητες, με διαφορετικές έδρες και εταιρικά στοιχεία, αλλά στην πράξη λειτουργούν συντονισμένα. Στόχος τους, σύμφωνα με τα στοιχεία, ήταν να αποκρύπτουν την πραγματική προέλευση ρωσικού αργού πετρελαίου – κυρίως φορτίων που συνδέονται με την κρατικά ελεγχόμενη Rosneft.

1

Ο «κοινός παρονομαστής» που πρόδωσε το δίκτυο

Το δίκτυο αποκαλύφθηκε όταν διαπιστώθηκε ότι όλες οι εμπλεκόμενες εταιρείες χρησιμοποιούσαν τον ίδιο ιδιωτικό διακομιστή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: το «mx.phoenixtrading.ltd». Το κοινό back-office αποτέλεσε το ψηφιακό αποτύπωμα που συνέδεσε μεταξύ τους δεκάδες εταιρικά σχήματα τα οποία μέχρι πρότινος έμοιαζαν ασύνδετα.

Συνολικά εντοπίστηκαν 442 domains που, βάσει δημόσιων αρχείων, κατέληγαν στον ίδιο server. Μέσω διασταύρωσης με ρωσικά και ινδικά τελωνειακά έγγραφα, οι FT κατάφεραν να ταυτοποιήσουν εταιρείες που συμμετείχαν ενεργά σε εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου.

Πώς παρακάμπτονται οι κυρώσεις

Η μεταπώληση πετρελαίου μέσω τρίτων εταιρειών μπορεί να αποκρύπτει τόσο την ταυτότητα των πραγματικών προμηθευτών όσο και τις τιμές των συναλλαγών, υπονομεύοντας την εφαρμογή του πλαφόν που έχει επιβληθεί από τη Δύση.

Η ανάγκη για πιο σύνθετα σχήματα απόκρυψης εντάθηκε μετά τις αμερικανικές κυρώσεις του Οκτωβρίου 2025 κατά της Lukoil και της Rosneft. Έκτοτε, μια λιγότερο γνωστή εταιρεία του δικτύου, η Redwood Global Supply, φέρεται να εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο εξαγωγέα ρωσικού αργού.

Οι εταιρείες συνδέονται, σύμφωνα με την έρευνα, με ομάδα Αζέρων επιχειρηματιών με στενούς δεσμούς με τη Rosneft.

Αντιδράσεις από ΕΕ και Βαλτική

Η υπουργός Εξωτερικών της Λετονίας, Baiba Braže, προειδοποίησε ότι τέτοιου είδους δίκτυα καθιστούν «σχεδόν αδύνατη» την επιβολή του πλαφόν στην τιμή του ρωσικού πετρελαίου, καθώς θολώνουν την πραγματική αξία των συναλλαγών και συγκαλύπτουν παραγωγούς που τελούν υπό κυρώσεις.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο ειδικός απεσταλμένος της ΕΕ για τις κυρώσεις, David O’Sullivan, έκανε λόγο για ολοένα και πιο περίπλοκα σχήματα και νέους «παίκτες» που επιχειρούν να παρακάμψουν τα περιοριστικά μέτρα. Τρεις Ευρωπαίοι αξιωματούχοι άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο τα ευρήματα να αξιοποιηθούν ως βάση για νέο γύρο κυρώσεων.

Εταιρείες-«κομήτες» και πρόσωπα–κλειδιά

Χαρακτηριστικό του δικτύου είναι ο σύντομος κύκλος ζωής των εταιρειών – κατά μέσο όρο έξι μήνες – γεγονός που δυσχεραίνει τον εντοπισμό και την επιβολή κυρώσεων. Ήδη οκτώ από τις εταιρείες έχουν βρεθεί στη λίστα κυρώσεων της ΕΕ, των ΗΠΑ ή του Ηνωμένου Βασιλείου.

Στο πλέγμα εμφανίζονται έμποροι που συνδέονται με την Coral Energy, εταιρεία που ίδρυσε ο Αζέρος επιχειρηματίας Tahir Garayev, ο οποίος έχει τεθεί υπό βρετανικές κυρώσεις. Κεντρική φυσιογνωμία θεωρείται και ο Etibar Eyyub, φερόμενος ως στενός συνεργάτης του ισχυρού άνδρα της Rosneft, Igor Sechin.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι τον Νοέμβριο του 2024 – τον τελευταίο μήνα με πλήρη διαθέσιμα δεδομένα – πάνω από το 80% των θαλάσσιων εξαγωγών πετρελαίου της Rosneft διακινήθηκε μέσω του συγκεκριμένου δικτύου.

Το εύρος παραμένει άγνωστο

Παρά την αποκάλυψη, η πραγματική έκταση του μηχανισμού παραμένει ασαφής. Εκατοντάδες ακόμη domains δεν έχουν ακόμη συνδεθεί άμεσα με συγκεκριμένα φορτία πετρελαίου, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο για ακόμη μεγαλύτερη δραστηριότητα στο παρασκήνιο. Η Rosneft έχει κληθεί να τοποθετηθεί επί των ευρημάτων.

 

Διαβάστε επίσης 

Αραγτσί: Οι συνομιλίες με τις ΗΠΑ γίνονται για το πώς το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν μπορεί να είναι «ειρηνικό»

Reuters: Η ΕΕ θα υιοθετήσει το 20ό πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας

ΕΕ: Γιατί 9 κράτη μέλη «φρενάρουν» το σχέδιο 2.500 νέων προσλήψεων της Κομισιόν