Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Ο Δημήτρης Μαρκόπουλος είναι το new entry του νέου υπουργικού σχήματος που ξεχώρισε από το χθεσινό ανασχηματισμό.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης  αποφάσισε να τον αξιοποιήσει στο τελευταίο μίλι πριν τις εκλογές καθώς εκτός του ότι αποτελεί ένα από τα πλέον προβεβλημένα κοινοβουλευτικά στελέχη της γαλάζιας παράταξης, είναι ο άνθρωπος που τροφοδοτείται απο τις συγκρούσεις, τις αντιπαραθέσεις και την πόλωση, που αποτελούν τα βασικά συστατικά της προεκλογικής περιόδου.

1

Είναι ένας μικρός «Άδωνης Γεωργιάδης» που αρέσκεται να προκαλεί τους πολιτικούς του αντιπάλους με την ρητορική του. Όταν βρίσκεται στα τηλεοπτικά πάνελ, όχι μόνο δεν αποφεύγει τη σύγκρουση αλλά τη μετατρέπει σε βασικό εργαλείο της πολιτικής του παρουσίας. Με λίγα λόγια, ο Δ. Μαρκόπουλος στις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις, δεν την ιδρώνει απλώς την φανέλα αλλά την ματώνει.

Εξάλλου είναι του «λιμανιού» και καμαρώνει για την καταγωγή του. Η διαδρομή του ξεκινά από τις γειτονιές του Πειραιά και φτάνει σήμερα στον πυρήνα της κυβερνητικής εξουσίας.  Είτε συμφωνεί κανείς μαζί του είτε όχι, δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός πως ο Δ. Μαρκόπουλος ως άνθρωπος των media ξέρει καλά τους νόμους της πολιτικής επικοινωνίας.

Κάτω στον Πειραιά στο λιμάνι

Γεννήθηκε στον Πειραιά, μεγάλωσε στα Μανιάτικα και στο Πασαλιμάνι, σε μια περιοχή που ο ίδιος έχει αναφέρει πολλές φορές ως σημείο αναφοράς της ζωής και της προσωπικότητάς του. Από τον Πειραιά δεν έφυγε ποτέ. Οι οικογενειακές του ρίζες βρίσκονται στην Ορεινή Ολυμπία και συγκεκριμένα στις Αμυγδαλιές Ανδρίτσαινας, έναν τόπο με τον οποίο διατηρεί στενούς δεσμούς μέχρι σήμερα.

Όπως λέει συχνά ο ίδιος,  ο πιο σταθερός πυλώνας της ζωής του είναι η οικογένειά του. Είναι παντρεμένος με τη Δέσποινα Μαγκανάρη, με καταγωγή από τη Νίκαια και μικρασιατικές ρίζες κι έχουν αποκτήσει δύο κόρες, τη Μαρία και τη Βασιλική. Με την οικογένεια του μένει στον Κορυδαλλό.

Ο Δ. Μαρκόπουλος από νωρίς στράφηκε προς τη δημοσιογραφία και το οικονομικό ρεπορτάζ που αποτέλεσε και το «εισητήριο» για τον υπουργικό θώκο.

Συγκρούσεις στα άκρα

Ο Δ. Μαρκόπουλος έδωσε το στίγμα του από την αρχή της κοινοβουλευτικής του θητείας. Εξελέγη το 2019, και βρέθηκε στην πρώτη γραμμή κρίσιμων κοινοβουλευτικών μαχών, με πιο χαρακτηριστική την προεδρία της εξεταστικής επιτροπής για τα Τέμπη. Η πρώτη μεγάλη πολιτική αντιπαράθεση στην οποία βρέθηκε στο επίκεντρο ήταν κατά τη διάρκεια της κρίσης στον Έβρο το 2020. Τότε, αναγνωρίζοντας την παρουσία ακραίων ομάδων πολιτών στην περιοχή, επέλεξε να υποβαθμίσει τη σημασία τους μπροστά, όπως υποστήριζε, στην εθνική προσπάθεια φύλαξης των συνόρων. Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από τα κόμματα της Αριστεράς, τα οποία τον κατηγόρησαν ότι ουσιαστικά παρείχε πολιτική κάλυψη σε ακροδεξιά στοιχεία.

Η πλέον δύσκολη όμως περίοδος για τον ίδιο ήρθε ως πρόεδρος της Εξεταστικής Επιτροπής για την τραγωδία των Τεμπών. Οι συνεδριάσεις εξελίχθηκαν σε πεδίο μάχης και καθημερινής πολιτικής σύγκρουσης και ο Δ. Μαρκόπουλος βρέθηκε πολλές φορές στο στόχαστρο της αντιπολίτευσης. Η αναφορά του ότι η επιτροπή ήταν «γουρλίδικη» επειδή δύο μέλη της υπουργοποιήθηκαν προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, αναγκάζοντάς τον τελικά να ζητήσει δημόσια συγγνώμη. Αντίστοιχες αντιδράσεις προκάλεσε και η αποστροφή του ότι «διασκεδάζει» τις αντιπαραθέσεις στην Επιτροπή, φράση που αξιοποιήθηκε από τους πολιτικούς του αντιπάλους ως απόδειξη έλλειψης ενσυναίσθησης απέναντι σε μια υπόθεση που συγκλόνισε τη χώρα.

Παρά τις ενστάσεις και τις αντιδράσεις που έχει προκαλέσει κατά καιρούς κατάφερε να μετατρέψει το «συγκρουσιακό» του προφίλ σε συγκριτικό πλεονέκτημα. Η συχνή χρήση αντι-αριστερής ρητορικής και φράσεων όπως ότι η Νέα Δημοκρατία δεν πρέπει να «ποτίζει το χωράφι της Αριστεράς» έχει οδηγήσει αρκετούς επικριτές του να τον τοποθετούν ιδεολογικά δεξιότερα από τον μέσο όρο της παράταξης, φτάνοντας ορισμένες φορές να τον χαρακτηρίζουν ακόμη και ακροδεξιό.

Οι σχέσεις με Καραμανλή και Σαμαρά

Αν και το ύφος και η ρητορική του παραπέμπουν σε στοιχεία της Σαμαρικής πτέρυγας, ο ίδιος «αποκήρυξε» τον Αντώνη Σαμαρά για χάρη του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η έμφαση στα ζητήματα ασφάλειας, η σκληρή αντιπαράθεση με την Αριστερά και η υψηλών τόνων ρητορική είναι στοιχεία που έχουν οδηγήσει αρκετούς να τον κατατάσσουν πολιτικά πιο κοντά στο περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού.

Ωστόσο, όταν η σύγκρουση μεταξύ του Μεγάρου Μαξίμου και του Αντώνη Σαμαρά κορυφώθηκε, ο Δ. Μαρκόπουλος επέλεξε χωρίς περιστροφές να στοιχηθεί πίσω από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Μάλιστα, ήταν από τα στελέχη που υπερασπίστηκαν δημόσια την απόφαση διαγραφής του πρώην πρωθυπουργού από τη Νέα Δημοκρατία, χαρακτηρίζοντάς την ουσιαστικά μονόδρομο μετά τη διαρκή αμφισβήτηση των κεντρικών κυβερνητικών επιλογών. Για πολλούς στο εσωτερικό της παράταξης, η στάση αυτή αποτέλεσε σαφές μήνυμα ότι, παρά τις ιδεολογικές συγγένειες που του αποδίδονται με τη σαμαρική πτέρυγα, η πολιτική του αναφορά παραμένει ο σημερινός πρωθυπουργός.

Την ίδια στιγμή όμως, η στάση του απέναντι στον Κώστα Καραμανλή είναι διαφορετική. Ο Δ. Μαρκόπουλος αποφεύγει τις αιχμηρές τοποθετήσεις και επιλέγει σταθερά χαμηλούς τόνους όταν αναφέρεται στον πρώην πρωθυπουργό. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πρόσφατες δηλώσεις του σχετικά με την απουσία των δύο πρώην πρωθυπουργών από το συνέδριο της ΝΔ, διαφοροποίησε πλήρως τις δύο περιπτώσεις, υποστηρίζοντας ότι ο Αντώνης Σαμαράς έχει επιλέξει έναν δρόμο σκληρής κριτικής που φτάνει στα όρια της αποδόμησης βασικών κυβερνητικών επιλογών, ενώ για τον Κώστα Καραμανλή άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής στήριξης προς την παράταξη.

Μάλιστα, εξέφρασε την επιθυμία του να δει τον πρώην πρωθυπουργό πιο ενεργό στα κομματικά δρώμενα, σημειώνοντας ότι «καλό θα ήταν να είναι μαζί μας» στο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι η πολιτική σιωπή αποτελεί διαχρονική επιλογή του Καραμανλή, αποφεύγοντας όμως οποιαδήποτε κριτική για τη στάση του.

Διαβάστε επίσης

Επτά κράτη – μέλη συνυπογράφουν ελληνική πρόταση για δραστική μείωση γραφειοκρατίας

Γεραπετρίτης: Τα δικαιώματα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων αποτελούν υπόθεση όλου του Ελληνισμού

Μάριος Θεμιστοκλέους: «Στις 3 ώρες και 40 λεπτά ο μέσος χρόνος αναμονής στα επείγοντα, μειωμένος κατά πολύ σε σχέση με το παρελθόν»