Σε ένα από τα πιο κρίσιμα μέτωπα σήμερα, της ενεργειακής πολιτικής εξελίσσεται η αντιπαράθεση για το αν πρέπει να διατηρηθεί ή να καταργηθεί το ανώτατο όριο των 500 MW ανά επιχειρηματικό όμιλο στα έργα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι μεγάλοι καθετοποιημένοι ενεργειακοί όμιλοι, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι διαθέτουν τα κεφάλαια, την τεχνογνωσία και την οργανωτική ετοιμότητα για να κατασκευάσουν γρήγορα τις μπαταρίες που χρειάζεται το ηλεκτρικό σύστημα. Από την άλλη, μικρότεροι και ανεξάρτητοι επενδυτές θεωρούν ότι το πλαφόν είναι αναγκαίο, ώστε ο περιορισμένος ηλεκτρικός χώρος να μη συγκεντρωθεί σε λίγα χέρια και η νέα αγορά να μη μετατραπεί εξαρχής σε ολιγοπώλιο. Στη μέση η κυβέρνηση που δέχεται τα πυρά και από τις δύο πλευρές και έχει ένα στόχο να προχωρήσει η αποθήκευση και να λειτουργήσει ώστε να μειωθούν οι τιμές ενέργειας.
Σημειώνεται ότι το ισχύον αντισυγκεντρωτικό πλαίσιο προβλέπει όριο 500 MW έως και το 2029, συνυπολογίζοντας όχι μόνο την άμεση κυριότητα έργων αλλά και συνδεδεμένες επιχειρήσεις, συμφωνίες εκμετάλλευσης ή παραχώρησης εσόδων και, υπό προϋποθέσεις, την εκπροσώπηση των μπαταριών στην αγορά. Η φιλοσοφία του είναι σαφής: να μην μπορέσει ένας μικρός αριθμός ομίλων να δεσμεύσει το μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων όρων σύνδεσης και να ελέγξει μία αγορά που βρίσκεται ακόμη στο ξεκίνημά της.
Η πίεση για αλλαγή του πλαισίου, είναι συστηματική τους τελεταίους μήνες, και εντείνεται καθώς οι τιμές ενέργειας ανεβαίνουν ειδικά το βράδυ όταν οι ΑΠΕ δεν τροφοδοτούν το σύστημα και η τιμή εξαρτάται από την παραγωγή των μονάδων φυσικού αερίου.
Υπέρ της επιτάχυνσης και της απελευθέρωσης των επενδύσεων έχει ταχθεί η METLEN που όπως δήλωσε χθες ο Πρόεδρός της Ευάγγελος Μυτιληναίος που υποστήριξε ότι χωρίς τον περιορισμό, θα μπορούσε να αναπτύξει έως και 2 GW μπαταριών αλλά και η διοίκηση της AKTOR όταν πρόσφατα ο Πρόεδρος της κ. Εξάρχου τόνισε οτι πρέπει να ανοίξει η αγορά των μπαταριών και να λειτουργεί χωρίς περιορισμούς και ότι πρεπει να επιτρέπεται η ελεύθερη εγκατάσταση μπαταριών, χωρίς επιδοτήσεις για όσους είναι διατεθειμένοι να ρισκάρουν δικά τους κεφάλαια. Στον κύκλο των ομίλων που διαθέτουν την οικονομική επιφάνεια, τα ενεργειακά χαρτοφυλάκια και τις υποδομές εμπορίας για να κινηθούν γρήγορα περιλαμβάνονται επίσης η ΔΕΗ, η Motor Oil και η HELLENiQ ENERGY, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλοι έχουν διατυπώσει δημοσίως την ίδια θέση για την κατάργηση του ορίου.
Τα κέρδη των πρώτων και το όφελος για το σύστημα
Το οικονομικό ενδιαφέρον είναι μεγάλο καθώς η αποθήκευση μπορεί να μειώσει σημαντικά το ενεργειακό κόστος. Μία merchant μπαταρία —δηλαδή έργο χωρίς εγγυημένη ταρίφα ή λειτουργική ενίσχυση— μπορεί να φορτίζει τις μεσημεριανές ώρες, όταν η υψηλή παραγωγή των φωτοβολταϊκών συμπιέζει τις τιμές ακόμη και σε μηδενικά ή αρνητικά επίπεδα, και να πουλά την αποθηκευμένη ενέργεια το βράδυ, όταν η ηλιακή παραγωγή σταματά και ακριβότερες μονάδες φυσικού αερίου καλούνται συχνά να καλύψουν τη ζήτηση. Πρόσθετα έσοδα μπορούν να προκύπτουν από την αγορά εξισορρόπησης και την παροχή υπηρεσιών προς το σύστημα.
Οι πρώτοι επενδυτές έχουν επομένως τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν υψηλότερες διαφορές μεταξύ των μεσημεριανών και βραδινών τιμών. Τα έσοδα αυτά, όμως, δεν θα παραμείνουν κατ’ ανάγκη στα ίδια επίπεδα: όσο αυξάνεται η εγκατεστημένη ισχύς των μπαταριών, τόσο θα περιορίζονται οι ώρες εξαιρετικά χαμηλών και εξαιρετικά υψηλών τιμών και, μαζί τους, τα περιθώρια του ενεργειακού arbitrage.
Αυτό ακριβώς είναι και το βασικό όφελος για τους καταναλωτές. Η αποθήκευση μπορεί να περιορίσει τις περικοπές φθηνής πράσινης παραγωγής, να μεταφέρει ηλιακή ενέργεια στις βραδινές ώρες και να μειώσει τη συχνότητα με την οποία το φυσικό αέριο διαμορφώνει την οριακή τιμή. Δεν εγγυάται από μόνη της άμεση και ισόποση μείωση όλων των λογαριασμών, αλλά μπορεί να συγκρατήσει τις ακραίες τιμές χονδρικής, να μειώσει το συνολικό κόστος εξισορρόπησης και να περιορίσει την έκθεση της οικονομίας στις διεθνείς τιμές του αερίου.
Το δίλημμα: ταχύτητα ή διασπορά της αγοράς
Οι υποστηρικτές της άρσης του πλαφόν επισημαίνουν ότι, χωρίς τον περιορισμό, οι οικονομικά ισχυρότεροι και τεχνικά έτοιμοι όμιλοι θα μπορούσαν να κατασκευάσουν ταχύτερα μεγάλες μονάδες. Οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, εμπειρία στη διαχείριση έργων και παρουσία στις αγορές ηλεκτρισμού. Υποστηρίζουν, επομένως, ότι δεν έχει νόημα να καθυστερεί η ανάπτυξη των μπαταριών μέχρι να εμφανιστεί μεγάλος αριθμός μικρότερων επενδυτών με την ίδια δυνατότητα υλοποίησης.
Η αντίθετη πλευρά απαντά ότι η ταχύτητα δεν μπορεί να είναι το μοναδικό κριτήριο. Εάν οι μεγαλύτεροι καθετοποιημένοι όμιλοι αποκτήσουν το μεγαλύτερο μέρος της αποθήκευσης, θα ελέγχουν ταυτόχρονα σημαντικά χαρτοφυλάκια παραγωγής, προμήθειας, εμπορίας και ευέλικτης ισχύος. Η συγκέντρωση δεν αφορά συνεπώς μόνο την ιδιοκτησία των μπαταριών, αλλά και το ποιος αποφασίζει πότε αυτές φορτίζουν, πότε εκφορτίζουν και σε ποιες αγορές προσφέρουν την ισχύ τους.
Για τους υποστηρικτές του ορίου, τα 500 MW λειτουργούν ως ασφαλιστική δικλείδα που επιτρέπει σε περισσότερες επιχειρήσεις να αποκτήσουν πρόσβαση στον ηλεκτρικό χώρο. Υπάρχει όμως και ο αντίλογος ότι η τεχνητή διασπορά μπορεί να οδηγήσει σε όρους σύνδεσης που θα παραμείνουν στα χαρτιά, εάν οι δικαιούχοι δεν έχουν κεφάλαια ή δυνατότητα χρηματοδότησης. Σε αυτή την περίπτωση δημιουργείται μια δευτερογενής αγορά μεταβίβασης έργων, χωρίς να κατασκευάζονται εγκαίρως οι μπαταρίες.
Η καθυστέρηση των merchant έργων
Η σύγκρουση επανέρχεται καθώς η διαδικασία για τις standalone merchant μπαταρίες έχει κινηθεί πιο αργά από όσο ανέμενε η αγορά. Περίπου 720 έργα, συνολικής ισχύος κοντά στα 9 GW, πέρασαν το αρχικό φίλτρο πληρότητας, ενώ η πρόσκληση προβλέπει όρους σύνδεσης για έως 4,7 GW: 3,8 GW στο σύστημα μεταφοράς και 900 MW στο δίκτυο διανομής. Οι λίστες προτεραιότητας, οι οποίες σε προηγούμενο σχεδιασμό αναμένονταν ήδη από την άνοιξη, έφθασαν στο τελικό στάδιο το φθινόπωρο και στα μέσα Οκτωβρίου παρέμενε σε εκκρεμότητα η οριστική δημοσίευσή τους.
Η διαδικασία αυτή δεν είναι διαγωνισμός επιδότησης με τη στενή έννοια. Είναι πρόσκληση για την κατάταξη έργων και τη χορήγηση οριστικών προσφορών σύνδεσης σε μονάδες που θα λειτουργήσουν με εμπορικούς όρους. Η καθυστέρηση, όμως, στην αξιολόγηση, στο ξεκαθάρισμα του μεγάλου αριθμού αιτήσεων και στην έκδοση των όρων σύνδεσης μεταθέτει και τις επενδυτικές αποφάσεις. Παράλληλα, όσο αυξάνεται ο ανταγωνισμός για τον περιορισμένο ηλεκτρικό χώρο, ενισχύεται ο κίνδυνος ενστάσεων και προσφυγών.
Χρειάζεται επίσης διάκριση ανάμεσα στα 4,7 GW της πρόσκλησης και στον πραγματικό στόχο λειτουργίας. Τα 4,7 GW αποτελούν ανώτατη ισχύ έργων που μπορούν να λάβουν όρους σύνδεσης και όχι εγγύηση ότι όλα θα κατασκευαστούν μέχρι το 2028. Ο δημοσιοποιημένος κυβερνητικός σχεδιασμός προβλέπει περίπου 3 GW εγκατεστημένων μπαταριών έως το τέλος του 2028. Με δεδομένους τους χρόνους αδειοδότησης, χρηματοδότησης, κατασκευής και σύνδεσης, ακόμη και αυτός ο στόχος γίνεται δυσκολότερος όσο παρατείνονται οι διοικητικές εκκρεμότητες.
Τι κάνουν οι άλλες ευρωπαϊκές αγορές
Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν υπάρχει ένα ενιαίο, οριζόντιο πλαφόν αντίστοιχο των 500 MW για τη συνολική ιδιοκτησία ιδιωτικών έργων αποθήκευσης. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία περιορίζει κυρίως την ιδιοκτησία και λειτουργία αποθήκευσης από τους διαχειριστές μεταφοράς και διανομής, ώστε οι μπαταρίες να αναπτύσσονται κατά κανόνα ως ανταγωνιστική δραστηριότητα και όχι ως μονοπώλιο των δικτύων.
Στην Ευρώπη ο κίνδυνος συγκέντρωσης της αποθήκευσης αντιμετωπίζεται κυρίως με στοχευμένους εποπτικούς μηχανισμούς και όχι με ένα ενιαίο πλαφόν ιδιοκτησίας, όπως τα 500 MW στην Ελλάδα. Στην Ιταλία, ο μηχανισμός δημοπρασιών MACSE απαιτεί γνωστοποίηση των συμμετοχών σε επίπεδο εταιρικού ομίλου, κατανέμει τη δημοπρατούμενη δυναμικότητα ανά γεωγραφική ζώνη και προβλέπει ότι, εάν όλη η επιλέξιμη ισχύς μιας περιοχής ανήκει στον ίδιο όμιλο, η ελάχιστη ποσότητα που θα αγοραστεί στη συγκεκριμένη ζώνη μπορεί να μηδενιστεί. Στην Ισπανία εφαρμόζονται κυρίως όρια στη χρηματοδοτική στήριξη: ένας δικαιούχος δεν μπορεί να λάβει πάνω από το 20% του συνολικού προϋπολογισμού συγκεκριμένης πρόσκλησης αποθήκευσης, χωρίς όμως να περιορίζεται η συνολική ισχύς που μπορεί να κατέχει εκτός αυτής. Στη Βρετανία και στο Βέλγιο χρησιμοποιούνται προεπιλογή των συμμετεχόντων, ανώτατα όρια προσφορών, έλεγχοι οικονομικής βιωσιμότητας και εποπτεία της συμπεριφοράς στις αγορές ισχύος, ενώ στη Γερμανία και τη Γαλλία το βάρος πέφτει στο δίκαιο ανταγωνισμού, στους διαφανείς όρους σύνδεσης και στην παρακολούθηση των συναλλαγών μέσω του ευρωπαϊκού κανονισμού REMIT. Κοινός παρονομαστής είναι ότι οι αρχές ελέγχουν πόσα έργα κερδίζει ένας όμιλος σε κάθε δημοπρασία, τις πραγματικές εταιρικές συνδέσεις και τη συμπεριφορά των μονάδων στην αγορά, αντί να απαγορεύουν εκ των προτέρων σε μια ιδιωτική επιχείρηση να ξεπεράσει ένα σταθερό συνολικό όριο ισχύος.
Ο κίνδυνος συγκέντρωσης αντιμετωπίζεται συνήθως μέσα από τους κανόνες των δημοπρασιών, την κατανομή ισχύος ανά γεωγραφική ζώνη, τα ανώτατα όρια κρατικής ενίσχυσης, τη δημοσιοποίηση των εταιρικών σχέσεων και την εποπτεία της αγοράς. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, συγκεκριμένη πρόσκληση επιδότησης περιόρισε στο 20% του συνολικού προϋπολογισμού το ποσό που μπορούσε να λάβει ένας δικαιούχος, χωρίς να απαγορεύει στην ίδια επιχείρηση να κατέχει περισσότερα έργα εκτός του προγράμματος. Στην Ιταλία, οι αναθεωρημένοι κανόνες του μηχανισμού MACSE προβλέπουν δηλώσεις σε επίπεδο εταιρικού ομίλου και ειδικές αντισυγκεντρωτικές δικλείδες ανά περιοχή, χωρίς να επιβάλλουν ένα καθολικό ανώτατο όριο ιδιοκτησίας σε MW.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει, επομένως, ότι το δίλημμα δεν είναι υποχρεωτικά «πλαφόν ή πλήρης απελευθέρωση». Η κυβέρνηση θα μπορούσε να αντικαταστήσει ή να συμπληρώσει το απόλυτο όριο με αυστηρά χρονοδιαγράμματα υλοποίησης, απώλεια των όρων σύνδεσης για έργα που δεν προχωρούν, όρια ανά διαγωνισμό ή γεωγραφική ζώνη, έλεγχο της πραγματικής ιδιοκτησίας και των συμφωνιών διαχείρισης, καθώς και ενισχυμένη εποπτεία των προσφορών στις αγορές ηλεκτρισμού και εξισορρόπησης. Αλλά όλα αυτά απαιτούν καλή οργάνωση και γρήγορα αντανακλαστικά.
Από τη βρετανική διασπορά στην ιταλική κυριαρχία: Πώς μοιράζεται η αγορά μπαταριών στην Ευρώπη
Η σύγκριση με τις πιο ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές αγορές αποθήκευσης δείχνει ότι η απουσία ενός οριζόντιου πλαφόν, αντίστοιχου με το ελληνικό όριο των 500 MW ανά επιχειρηματικό όμιλο, δεν οδηγεί πάντοτε στο ίδιο αποτέλεσμα. Στη Μεγάλη Βρετανία και τη Γερμανία η ιδιοκτησία των μεγάλων μπαταριών παραμένει σχετικά κατακερματισμένη, ενώ στην Ιταλία και, σε μικρότερο βαθμό, στην Ιρλανδία έχει συγκεντρωθεί σε λίγους ισχυρούς παίκτες. Η Βουλγαρία αποτελεί μία διαφορετική περίπτωση: η αγορά αναπτύχθηκε εκρηκτικά μέσα σε δύο χρόνια, με πολλά συγχρηματοδοτούμενα έργα και αρκετούς επενδυτές, αλλά χωρίς ακόμη ολοκληρωμένο δημόσιο μητρώο που να επιτρέπει ακριβή υπολογισμό των μεριδίων ανά τελικό ιδιοκτήτη.
Η περισσότερο ώριμη και ανταγωνιστική αγορά είναι αυτή της Μεγάλης Βρετανίας, όπου η λειτουργούσα ισχύς των μπαταριών έφθασε τα 8,5 GW στο τρίτο τρίμηνο του 2026. Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία ιδιοκτησίας, η Gresham House διαθέτει περίπου το 10,2% της αγοράς, η Zenobē το 9,6% και η Statera περίπου το 5%. Οι τρεις μεγαλύτεροι ιδιοκτήτες ελέγχουν επομένως περίπου το ένα τέταρτο της συνολικής ισχύος, ενώ το υπόλοιπο μοιράζεται μεταξύ δεκάδων επενδυτικών κεφαλαίων, ανεξάρτητων παραγωγών και ενεργειακών εταιρειών. Κανένας όμιλος δεν διαθέτει δεσπόζουσα θέση, παρότι ο μεγαλύτερος έχει ξεπεράσει προ πολλού τα 500 MW που αποτελούν το σημερινό ελληνικό όριο.
Ακόμη μεγαλύτερη διασπορά παρουσιάζει η Γερμανία. Στις 10 Οκτωβρίου 2026 ήταν καταγεγραμμένα σε λειτουργία 4,34 GW μπαταριών ισχύος τουλάχιστον 1 MW, κατανεμημένα σε περισσότερες από 500 εγκαταστάσεις. Η RWE εμφανίζεται ως ο μεγαλύτερος επιμέρους διαχειριστής, αλλά το λειτουργούν χαρτοφυλάκιό της αντιστοιχεί σε ποσοστό λίγων μονάδων επί του συνόλου, περίπου 3%–5% ανάλογα με τον τρόπο καταγραφής των θυγατρικών και των επιμέρους έργων. Η εικόνα αυτή μπορεί να αλλάξει τα επόμενα χρόνια, καθώς η RWE κατασκευάζει περίπου 1,7 GW νέων μεγάλων μπαταριών. Προς το παρόν, όμως, η γερμανική αγορά χαρακτηρίζεται από μεγάλο αριθμό ιδιοκτητών και έργων, ενώ γίνεται ακόμη πιο κατακερματισμένη εάν συνυπολογιστούν τα εκατομμύρια οικιακά και εμπορικά συστήματα αποθήκευσης.
Στον αντίποδα βρίσκεται η Ιταλία. Η Modo Energy υπολογίζει ότι η λειτουργούσα αγορά μεγάλων μπαταριών έφθασε περίπου τα 1,9 GW στο τέλος του 2025, με την Enel να ελέγχει περισσότερο από το 85% της ισχύος. Υψηλή συγκέντρωση καταγράφηκε και στην πρώτη δημοπρασία του μηχανισμού MACSE, μέσω της οποίας ανατέθηκαν 10 GWh νέας αποθηκευτικής δυναμικότητας. Τα δημοσιευμένα στοιχεία δείχνουν ότι η Enel εξασφάλισε τουλάχιστον 5,2 GWh, δηλαδή περισσότερο από το μισό της δημοπρασίας, ενώ μαζί με την Eni οι δύο μεγάλοι ιταλικοί όμιλοι απέσπασαν περίπου το 70% των κατακυρώσεων. Η ιταλική περίπτωση αποδεικνύει ότι ακόμη και ένας ιδιαίτερα ανταγωνιστικός διαγωνισμός, με προσφορές πολλαπλάσιες της ζητούμενης ποσότητας, μπορεί να οδηγήσει σε ισχυρή συγκέντρωση όταν οι μεγαλύτεροι όμιλοι διαθέτουν πλεονέκτημα χρηματοδότησης, γης, σύνδεσης και εμπορικής διαχείρισης.
Σημαντικά συγκεντρωμένη είναι και η μικρότερη αγορά της Ιρλανδίας, όπου λειτουργούν περίπου 965 MW μπαταριών. Η κρατική ESB διαθέτει πάνω από 300 MW σε πέντε μεγάλα έργα και ελέγχει περίπου το 31% της αγοράς. Η VPI/Lumcloon λειτουργεί δύο μονάδες των 100 MW, με μερίδιο περίπου 21%, ενώ η Gore Street διαθέτει 130 MW, που αντιστοιχούν περίπου στο 13%. Συνολικά, οι τρεις μεγαλύτεροι παίκτες συγκεντρώνουν σχεδόν το 65% της λειτουργούσας ισχύος. Παρ’ όλα αυτά, κανένας δεν ξεπερνά τα 500 MW, γεγονός που δείχνει ότι σε μία σχετικά μικρή αγορά μπορεί να υπάρχει υψηλή συγκέντρωση ακόμη και όταν κάθε εταιρεία παραμένει κάτω από ένα τέτοιο αριθμητικό όριο.
Πιο ισορροπημένη εμφανίζεται προς το παρόν η Ρουμανία, η οποία είχε φθάσει τα 989 MW λειτουργούσας αποθήκευσης την 1η Αυγούστου 2026. Το μεγαλύτερο έργο, ισχύος περίπου 201 MW, ανήκει στη Nova Power & Gas και αντιστοιχεί στο 20% της αγοράς. Η βελγική Aukera ακολουθεί με 151 MW και μερίδιο περίπου 15%, ενώ η Eurowind διαθέτει 60 MW, περίπου 6%. Οι τρεις συγκεκριμένοι επενδυτές αντιπροσωπεύουν επομένως τουλάχιστον το 41%–42% της ισχύος, με το υπόλοιπο να κατανέμεται σε περισσότερες εταιρείες, μεταξύ των οποίων η Hidroelectrica και ανεξάρτητοι εγχώριοι και ξένοι παραγωγοί. Η συγκέντρωση είναι αισθητή, αλλά απέχει από τα επίπεδα της Ιταλίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Βουλγαρία, όπου η ισχύς αποθήκευσης αυξήθηκε από σχεδόν μηδενική βάση σε περίπου 4.011 MW και 12.240 MWh έως τις αρχές Ιουνίου 2026. Από αυτά, 3.471 MW και 10.768 MWh είχαν ήδη συνδεθεί στο δίκτυο. Η ανάπτυξη στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στο πρόγραμμα RESTORE, το οποίο χρηματοδότησε 82 έργα συνολικής χωρητικότητας 9.712 MWh, καλύπτοντας έως το 50% του κόστους κατασκευής.
Δεν υπάρχει ακόμη πλήρης δημόσια κατάταξη των βουλγαρικών μεριδίων, αλλά τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα χαρτοφυλάκια δείχνουν μεγαλύτερη διασπορά από την ιταλική αγορά. Η κοινοπραξία Renalfa IPP–Eurowind Energy λειτουργεί στο Tenevo μπαταρίες συνολικής ισχύος 311 MW και χωρητικότητας 773 MWh, που αντιστοιχούν περίπου στο 7,8% της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος της χώρας. Η Sunotec διαθέτει δύο συνδεδεμένες μονάδες συνολικής ισχύος 200 MW και 505 MWh, δηλαδή περίπου το 5%, ενώ η Enery έχει θέσει σε λειτουργία στη Nova Zagora σύστημα 150 MW/600 MWh, που αντιστοιχεί περίπου στο 3,7%. Τα τρία αυτά χαρτοφυλάκια συγκεντρώνουν τουλάχιστον 661 MW ή περίπου το 16,5% της συνολικής βουλγαρικής αγοράς, χωρίς να συνυπολογίζονται άλλα έργα που έχουν αναπτυχθεί από συνδεδεμένες εταιρείες ή βρίσκονται σε φάση ολοκλήρωσης.
Η Βουλγαρία αναδεικνύει όμως και μία δεύτερη διάσταση της συγκέντρωσης: άλλο η ιδιοκτησία και άλλο η εμπορική διαχείριση. Η σλοβενική GEN-I έχει αναλάβει την εμπορία και τη βελτιστοποίηση των 200 MW της Sunotec, ενώ η συμφωνία τους προβλέπει την προσθήκη ακόμη εννέα έργων, ώστε το κοινά διαχειριζόμενο χαρτοφυλάκιο να φθάσει τα 395 MW. Παράλληλα, η GEN-I έχει δηλώσει ότι, μέσω διαφορετικών συμβάσεων, επιδιώκει να διαχειρίζεται πάνω από 800 MW βουλγαρικών μπαταριών έως το τέλος του 2026. Έτσι, μία αγορά μπορεί να είναι πολυδιασπασμένη ως προς τους ιδιοκτήτες, αλλά περισσότερο συγκεντρωμένη ως προς τους traders και τους optimizers που αποφασίζουν πότε οι μονάδες φορτίζουν, εκφορτίζουν και συμμετέχουν στις αγορές εξισορρόπησης.
Το συμπέρασμα για την Ελλάδα είναι ότι το όριο των 500 MW δεν αποτελεί ούτε ικανή ούτε αναγκαία προϋπόθεση για να εγγυηθεί ανταγωνισμό. Η Βρετανία και η Γερμανία έχουν επιτύχει μεγάλη διασπορά χωρίς καθολικό πλαφόν, ενώ η Ιταλία παρουσίασε εξαιρετικά υψηλή συγκέντρωση μέσω δημοπρασιών. Η Ιρλανδία εμφανίζει υψηλά μερίδια παρά το γεγονός ότι κανένας όμιλος δεν ξεπερνά τα 500 MW, ενώ η Βουλγαρία έχει πολλούς ιδιοκτήτες αλλά αρχίζει να συγκεντρώνει την εμπορική διαχείριση σε λιγότερους παίκτες. Επομένως, η ουσιαστική εποπτεία είναι το μεγάλο στοίχημα πέρα από την κυριότητα των μπαταριών.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Έρικ Ντίτερς: Αγωγή κατά της Γκιλφόιλ – Απειλεί με ηχητικό την κυβέρνηση Τραμπ, αναφορές για Βανς και Ρούμπιο
- Στην κόψη του ξυραφιού – Καραμπινάτη υποτιμητική σε εξέλιξη στις τράπεζες – Τι κάνουμε τώρα με οδηγό τις Goldman Sachs και Morgan Stanley
- ΛεΜπρόν Τζέιμς: Σχεδίασε δύο μοναδικές Mercedes-Maybach και δημοπρατεί τη μία για καλό σκοπό
- Η μουσειοποίηση της πολυτέλειας: Πότε απέκτησαν εμμονή τα brands με τις εκθέσεις και γιατί;