Παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών, την αύξηση της απασχόλησης και τη σταδιακή ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας τα τελευταία χρόνια, η εικόνα στο ασφαλιστικό των μη μισθωτών παραμένει πεισματικά ίδια. Ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι και αγρότες εξακολουθούν σε συντριπτικό ποσοστό επέλεξαν για άλλη μια χρονιά την κατώτερη ασφαλιστική κατηγορία του e-ΕΦΚΑ, διαμορφώνοντας συνθήκες που οδηγούν σε μελλοντικές συντάξεις κάτω από τα 900 ευρώ, ακόμη και μετά από 40 χρόνια συνεχούς ασφάλισης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του e- ΕΦΚΑ που έχει στη διάθεσή του το Mononews, περισσότεροι από 1 εκατομμύριο ασφαλισμένοι –σε σύνολο 1,4 εκατ. μη μισθωτών– παραμένουν σταθερά στην 1η ασφαλιστική κατηγορία. Η επιλογή αυτή περιορίζει το μηνιαίο κόστος εισφορών, όμως ταυτόχρονα «κλειδώνει» χαμηλές συνταξιοδοτικές αποδοχές για το μέλλον. Σύμφωνα με ειδικούς στην κοινωνική ασφάλιση, είτε πρόκειται για αποτέλεσμα συνειδητού συνταξιοδοτικού σχεδιασμού καθώς δεν εμπιστεύονται το κράτος ότι θα τους δώσει μεγαλύτερη σύνταξη με βάση τις εισφορές που έχουν καταβάλει, είτε για λύση ανάγκης, καθώς μεγάλο μέρος των επαγγελματιών δηλώνει ότι αδυνατεί να αντεπεξέλθει σε υψηλότερες εισφορές.

1

Το ασφαλιστικό πλαίσιο που εφαρμόζεται από το 2020 και μετά έφερε ριζικές αλλαγές για τους μη μισθωτούς. Οι εισφορές αποσυνδέθηκαν από το δηλωθέν εισόδημα και αντικαταστάθηκαν από έξι ασφαλιστικές κατηγορίες με σταθερό μηνιαίο ποσό. Η αλλαγή αυτή πρόσφερε μεγαλύτερη ευελιξία και προβλεψιμότητα, ταυτόχρονα όμως μετέφερε στους ίδιους τους ασφαλισμένους την ευθύνη του μακροχρόνιου σχεδιασμού της σύνταξής τους. Στην πράξη, η πλειονότητα επέλεξε τη λύση με το χαμηλότερο άμεσο κόστος.

Υποθήκευση των μελλοντικών συντάξεων

Οι ενδεικτικοί υπολογισμοί αποτυπώνουν με σαφήνεια το αποτέλεσμα αυτής της επιλογής. Ασφαλισμένος που συμπληρώνει 40 έτη ασφάλισης χωρίς διακοπές και παραμένει καθ’ όλη τη διάρκεια στην 1η ασφαλιστική κατηγορία διαμορφώνει κύρια σύνταξη περίπου 890 ευρώ μηνιαίως. Το ποσό αυτό αποτελεί ουσιαστικά το κατώτατο επίπεδο σύνταξης για μη μισθωτούς με πλήρη ασφαλιστικό βίο. Στη 2η κατηγορία, η σύνταξη αυξάνεται κοντά στα 980 ευρώ, ενώ ουσιαστική διαφοροποίηση αρχίζει να εμφανίζεται μόνο από την 3η κατηγορία και άνω.

Η εικόνα επιδεινώνεται περαιτέρω για όσους δεν συμπληρώνουν 40 χρόνια ασφάλισης. Με 35 έτη στην 1η κατηγορία, η σύνταξη υποχωρεί στα επίπεδα των 820–850 ευρώ, καθώς το χαμηλότερο ποσοστό αναπλήρωσης περιορίζει ακόμη περισσότερο τις αποδοχές. Αντίστοιχα, συνδυασμοί χαμηλών κατηγοριών για μεγάλο μέρος του επαγγελματικού βίου οδηγούν σε οριακές αυξήσεις που δεν αλλάζουν τη συνολική εικόνα. Για παράδειγμα, ασφαλισμένος που παραμένει 25 χρόνια στην 1η κατηγορία και 15 χρόνια στη 2η διαμορφώνει σύνταξη μόλις 900–940 ευρώ, παρά τη μεγαλύτερη επιβάρυνση των τελευταίων ετών.

Κρίσιμος παράγοντας είναι και ο τρόπος υπολογισμού της σύνταξης. Για τους μη μισθωτούς, το τελικό ποσό δεν εξαρτάται μόνο από τις εισφορές των τελευταίων ετών, αλλά από τον μέσο όρο των ασφαλιστικών αποδοχών από το 2002 και μετά. Αυτό σημαίνει ότι μια απότομη «αναβάθμιση» ασφαλιστικής κατηγορίας λίγο πριν από τη συνταξιοδότηση έχει περιορισμένο αντίκτυπο, όταν για δεκαετίες καταβάλλονταν χαμηλές εισφορές.

Η επιλογή ασφαλιστικής κατηγορίας γίνεται μία φορά τον χρόνο, συνήθως έως τα τέλη Ιανουαρίου. Αν δεν υποβληθεί νέα δήλωση, ο ασφαλισμένος παραμένει αυτόματα στην κατηγορία του προηγούμενου έτους. Στην πράξη, αυτό οδηγεί σε παγίωση των επιλογών χαμηλού κόστους, ακόμη και σε περιόδους όπου τα εισοδήματα βελτιώνονται.

Το δίλημμα για τους μη μισθωτούς παραμένει διαχρονικό: χαμηλές εισφορές σήμερα ή αξιοπρεπέστερη σύνταξη αύριο. Μέχρι στιγμής, η απάντηση της πλειονότητας δείχνει ξεκάθαρα προς την πρώτη επιλογή, με το κόστος να μετατίθεται στο μέλλον. Και όσο δεν αλλάζει το παραγωγικό μοντέλο και η αντοχή των εισοδημάτων, οι συντάξεις κάτω από τα 900 ευρώ φαίνεται ότι θα αποτελούν τον κανόνα και όχι την εξαίρεση για τη μεγάλη μάζα των ελευθέρων επαγγελματιών, αυτοαπασχολούμενων και αγροτών. Αυτή άλλωστε είναι κύρια αιτία που η ψαλίδα μεταξύ των συντάξεων του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα μεγαλώνει.

Πληρωμή εισφορών

Οι 1,4 εκατ. μη μισθωτοί θα πρέπει να αποπληρώσουν τα ειδοποιητήρια με τις αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές του Ιανουαρίου έως το τέλος του μήνα. Οι εισφορές είναι αυξημένες κατά 2,5% σε σχέση με το 2025, αύξηση που αφορά το σύνολο των ελεύθερων επαγγελματιών, αυτοαπασχολούμενων και αγροτών.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει επιβάρυνση από 6,12 έως 16,48 ευρώ τον μήνα για ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους (ανάλογα με την ασφαλιστική κατηγορία) και από 3,64 έως 9,87 ευρώ τον μήνα για τους αγρότες.

 

Διαβάστε επίσης 

Πορτοκαλί τιμολόγια: Μπορούν να μειώσουν το λογαριασμό; Ποια προσφέρονται στην αγορά

Αγορά ακινήτων: Τι ζητούν οι επενδυτές από τις κατασκευαστικές εταιρίες

Ενεργή «βόμβα» 1 δισ. στα δάνεια δια χειρός… Αρείου Πάγου – Αύριο η κρίσιμη απόφαση