ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Σήμα προστασίας σε περισσότερους από 100.000 συνταξιούχους στέλνει η κυβέρνηση, βάζοντας φρένο στο ενδεχόμενο περικοπών στις διπλές εθνικές συντάξεις και κυρίως στις συντάξεις χηρείας.
Μετά την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που επανέφερε στο προσκήνιο τον κανόνα της «μίας εθνικής σύνταξης», το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης επιλέγει να κινηθεί νομοθετικά, ώστε να μην υπάρξουν μειώσεις από 50 έως και 350 ευρώ τον μήνα, ούτε αναδρομικές απαιτήσεις για ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί.
Το ζήτημα έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό στο κυβερνητικό επιτελείο, καθώς η πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ άνοιξε έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας γύρω από το καθεστώς καταβολής των συντάξεων χηρείας και ειδικότερα γύρω από τον κανόνα της «μίας εθνικής σύνταξης» σε περιπτώσεις σώρευσης συντάξεων.
Παρότι το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο νόμος Κατρούγκαλου προβλέπει ρητά πως σε ένα πρόσωπο καταβάλλεται μόνο μία εθνική σύνταξη, η κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να αποτρέψει οποιαδήποτε μείωση στις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις. Όπως επισήμανε η αρμόδια υπουργός Νίκη Κεραμέως το ζήτημα θα εξεταστεί συνολικά, θα υπάρξει και νομοθετική ρύθμιση, προκειμένου να μην εφαρμοστεί καμία περικοπή στις συντάξεις χηρείας.
Τι έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας
Όπως επισημαίνει στο «Mononews» ο δικηγόρος Διονύσης Ρίζος, η υπόθεση αφορά κυρίως χιλιάδες συνταξιούχους που λαμβάνουν ταυτόχρονα σύνταξη λόγω θανάτου συζύγου και σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος, δηλαδή γήρατος ή αναπηρίας. Με βάση το άρθρο 7 παράγραφος 5 του νόμου 4387/2016, σε περίπτωση σώρευσης συντάξεων στο ίδιο πρόσωπο καταβάλλεται μία μόνο εθνική σύνταξη.
Η διάταξη αυτή παρέμεινε ουσιαστικά ανενεργή επί χρόνια, μέχρι που τον Δεκέμβριο του 2021 που ο e-ΕΦΚΑ εξέδωσε τη γνωστή «εγκύκλιο Τσακλόγλου», επιχειρώντας να εξειδικεύσει τον τρόπο εφαρμογής της. Η εγκύκλιος προέβλεπε ότι όσοι ήδη λάμβαναν δύο εθνικές συντάξεις δεν θα δουν άμεσες μειώσεις, καθώς τα ποσά θα διατηρούνταν ως «προσωπική διαφορά». Παράλληλα, οι συνέπειες της διάταξης θα ίσχυαν κυρίως για το μέλλον και για νέες απονομές συντάξεων.
Ωστόσο, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η εγκύκλιος, παρότι ερμήνευε σωστά τη διάταξη του νόμου, στην πράξη εισήγαγε νέες κανονιστικές ρυθμίσεις χωρίς να έχει τη σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση.
Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την εγκύκλιο για τυπικούς, αλλά ουσιαστικούς λόγους. Από τη μία έκρινε ότι, ως κανονιστική πράξη, έπρεπε να έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και όχι απλώς στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ. Από την άλλη, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση για να καθοριστεί με εγκύκλιο ένα τόσο κρίσιμο θέμα που επηρεάζει άμεσα το ύψος των συντάξεων.
Οι μειώσεις που αποφεύγονται
Παρά την ακύρωση της εγκυκλίου, το ΣτΕ δεν αμφισβήτησε την ουσία της διάταξης του νόμου. Αντιθέτως, ξεκαθάρισε ότι ο κανόνας της μίας εθνικής σύνταξης ισχύει κανονικά και στις περιπτώσεις όπου ο ίδιος συνταξιούχος λαμβάνει σύνταξη χηρείας και δεύτερη σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος. Αυτό σημαίνει ότι, θεωρητικά, θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για σημαντικές περικοπές σε δεκάδες χιλιάδες συντάξεις.
Η εφαρμογή της απόφασης του ΣτΕ θα πλήξει κυρίως χαμηλοσυνταξιούχους και χήρες που στηρίζουν το εισόδημά τους στις δύο συντάξεις. Σύμφωνα με τον κ. Ρίζο, η εθνική σύνταξη ανέρχεται σήμερα στα 446,8 ευρώ και αποτελεί βασικό τμήμα των συνολικών αποδοχών πολλών δικαιούχων. Σε περίπτωση αυστηρής εφαρμογής της διάταξης, ο συνταξιούχος θα διατηρούσε μόνο μία εθνική σύνταξη, ενώ από τη δεύτερη σύνταξη θα καταβαλλόταν αποκλειστικά το ανταποδοτικό μέρος. Η μηνιαία απώλεια εισοδήματος θα ξεκινούσε από 50 και θα έφτανε τα 350 ευρώ το μήνα σε κάποιες περιπτώσεις.
Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο αναδρομικών απαιτήσεων. Νομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι, εφόσον η διάταξη θεωρείται ότι ίσχυε ήδη από το 2016, θα μπορούσε θεωρητικά να τεθεί θέμα επιστροφής ποσών που καταβλήθηκαν ως δεύτερη εθνική σύνταξη. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα δημιουργούσε τεράστια κοινωνική και πολιτική αναστάτωση, καθώς χιλιάδες συνταξιούχοι θα καλούνταν να επιστρέψουν ποσά πολλών χιλιάδων ευρώ.
«Παγωμένη» και η περικοπή μετά την τριετία
Παράλληλα, στο κυβερνητικό επιτελείο εμφανίζονται αποφασισμένοι να διατηρήσουν «παγωμένη» και τη δεύτερη εκκρεμή διάταξη του νόμου Κατρούγκαλου για τις συντάξεις χηρείας του ιδιωτικού τομέα. Πρόκειται για τη διάταξη που προβλέπει ότι μετά την παρέλευση τριών ετών από την έναρξη καταβολής της σύνταξης χηρείας, το ποσοστό της σύνταξης μειώνεται από το 70% στο 35% εφόσον ο δικαιούχος εργάζεται ή λαμβάνει και δεύτερη σύνταξη.
Η συγκεκριμένη περικοπή έχει ήδη εφαρμοστεί για συνταξιούχους του Δημοσίου και του πρώην ΟΓΑ, ωστόσο στον ιδιωτικό τομέα παραμένει ουσιαστικά ανενεργή εδώ και χρόνια.
Έτσι, έχει διαμορφωθεί ήδη ένα καθεστώς «δύο ταχυτήτων» μεταξύ των δικαιούχων συντάξεων χηρείας. Από τη μία πλευρά βρίσκονται συνταξιούχοι του Δημοσίου και του πρώην ΟΓΑ που έχουν ήδη δει τη σύνταξη χηρείας να περιορίζεται στο 35% μετά την τριετία, λόγω εργασίας ή λήψης δεύτερης σύνταξης. Από την άλλη, χιλιάδες συνταξιούχοι του ιδιωτικού τομέα εξακολουθούν να λαμβάνουν κανονικά το 70% της σύνταξης χηρείας, καθώς η σχετική διάταξη δεν έχει ενεργοποιηθεί στην πράξη από τον e-ΕΦΚΑ.
Η διαφοροποίηση αυτή έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό τόσο στους ασφαλισμένους όσο και στο υπουργείο Εργασίας, καθώς συνταξιούχοι με παρόμοια χαρακτηριστικά αντιμετωπίζονται διαφορετικά ανάλογα με το ασφαλιστικό καθεστώς από το οποίο προέρχονται. Κυβερνητικά στελέχη αναγνωρίζουν ότι μια γενικευμένη εφαρμογή της περικοπής και στον ιδιωτικό τομέα θα οδηγούσε σε νέο κύμα κοινωνικών αντιδράσεων, καθώς θα προκαλούσε σημαντικές μειώσεις εισοδημάτων σε χιλιάδες νοικοκυριά που στηρίζονται σχεδόν αποκλειστικά στις συντάξεις χηρείας.
Παρά τα κατά καιρούς σενάρια περί ενεργοποίησης της συγκεκριμένης διάταξης, αρμόδιες πηγές επιμένουν ότι δεν υπάρχει τέτοιος σχεδιασμός. Το οικονομικό επιτελείο γνωρίζει ότι μια ταυτόχρονη ενεργοποίηση τόσο της διάταξης για τη μία εθνική σύνταξη όσο και της περικοπής μετά την τριετία θα οδηγούσε σε διπλό πλήγμα για δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι συνολικές απώλειες θα μπορούσαν να ξεπεράσουν ακόμη και το 40% του συνολικού εισοδήματος από συντάξεις.
Προϋποθέσεις
Η σύνταξη χηρείας χορηγείται από την ημέρα θανάτου του δικαιούχου-άμεσα ασφαλισμένου, είτε αυτός ελάμβανε σύνταξη, είτε εργαζόταν (με βάση τα έως τότε έτη ασφάλισης). Υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση συνταξιοδότησης λόγω θανάτου θα κατατεθεί εντός 12μήνου από την ημερομηνία της απώλειας.
Κατά την πρώτη, μετά την ημερομηνία θανάτου, 3ετία η σύνταξη ορίζεται στο 70% του ποσού που ελάμβανε (ή επρόκειτο να πάρει εάν εργαζόταν) ο άμεσα ασφαλισμένος. Ανεξαρτήτως εργασίας, συνταξιοδότησης ή οικογενειακού εισοδήματος του/της συζύγου. Εάν ο συνταξιούχος λόγω θανάτου δεν εργάζεται με πλήρη ασφάλιση, η σύνταξη θα μειώνεται κατά 50% μόνο για τις συγκεκριμένες ημέρες που εργάζεται και μόνο για το σύνολο του μήνα που αυτοαπασχολείται.
Παραδείγματα – Τι σημαίνει η μείωση στην πράξη
Οι διαφορές στα ποσά που λαμβάνουν οι δικαιούχοι συντάξεων χηρείας είναι ενδεικτικές του μεγάλου οικονομικού αντίκτυπου που μπορεί να έχουν οι περικοπές μετά την τριετία.
Για παράδειγμα, μια χήρα που δεν εργάζεται και δεν λαμβάνει δεύτερη σύνταξη συνεχίζει να εισπράττει κανονικά το 70% της σύνταξης του θανόντος συζύγου της. Αν η αρχική σύνταξη ήταν 1.000 ευρώ, τότε η σύνταξη χηρείας παραμένει στα 700 ευρώ ακόμη και μετά την πάροδο της τριετίας, χωρίς καμία μεταβολή.
Αντίθετα, στην περίπτωση μιας χήρας που εργάζεται, οι απώλειες είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Για σύνταξη θανόντος ύψους 1.200 ευρώ, η σύνταξη χηρείας διαμορφώνεται αρχικά στα 840 ευρώ, καθώς καταβάλλεται το 70% του ποσού. Μετά την παρέλευση της τριετίας, όμως, ενεργοποιείται η διάταξη του νόμου και το ποσοστό μειώνεται στο 35%, με αποτέλεσμα η σύνταξη να περιορίζεται στα 420 ευρώ. Η μηνιαία απώλεια φτάνει έτσι τα 420 ευρώ.
Ακόμη μεγαλύτερος είναι ο αντίκτυπος στις περιπτώσεις σώρευσης δύο συντάξεων. Για παράδειγμα, μια συνταξιούχος που λαμβάνει δική της σύνταξη ύψους 900 ευρώ και ταυτόχρονα δικαιούται σύνταξη χηρείας από σύνταξη θανόντος ύψους 1.100 ευρώ, εισπράττει κατά την πρώτη τριετία το 70% της σύνταξης χηρείας, δηλαδή 770 ευρώ. Μετά την τριετία, το ποσό περιορίζεται στα 385 ευρώ, γεγονός που συνεπάγεται δραστική μείωση του συνολικού μηνιαίου εισοδήματός της.
Διαβάστε επίσης
Βαρέα και Ανθυγιεινά: «Παράθυρο» εξόδου στα 62 για 120.000 νοσηλευτές και εργαζόμενους του ΕΚΑΒ
Συντάξεις χηρείας: «Πάγος» σε περικοπές και μειώσεις – Έτοιμη για νομοθετική παρέμβαση η κυβέρνηση
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Το φαινόμενο «Godzilla» και η αντικαρκινική ασπίδα: Η επόμενη μέρα στη μάχη με την παχυσαρκία
- Ξενοδοχείο At Sloane: Αρχαίοι ελληνικοί αμφορείς και μοντέλα σε σκηνικό ταινίας του Tom Ford
- Πώς και με τι θα αντιμετωπίσει η κυβέρνηση το κόμμα Καρυστιανού
- Τσίπρας, Καρυστιανού, Σαμαράς: Τρεις κομπάρσοι ως μνηστήρες της αγανάκτησης
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.