Στάση αναμονής, εν μέσω ενός ασταθούς διεθνούς περιβάλλοντος, κράτησε η Scope Ratings στην τελευταία της αξιολόγηση για την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας, διατηρώντας τη βαθμολογία της ελληνικής οικονομίας στο «BBB», με θετικές προοπτικές.

Πρόκειται για την τρίτη αξιολόγηση μέσα στο έτος, μετά τη DBRS και τη Moody’s, οι οποίες επίσης δεν προχώρησαν σε αλλαγές, εν μέσω της συνεχιζόμενης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.

1

Η Scope ήδη κατατάσσει την Ελλάδα στο δεύτερο επίπεδο της επενδυτικής βαθμίδας, ενώ τον περασμένο Νοέμβριο προχώρησε αιφνιδιαστικά σε αναβάθμιση των προοπτικών από «σταθερές» σε «θετικές», αναγνωρίζοντας τη βελτίωση της οικονομίας και αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αναβάθμισης της πιστοληπτικής αξιολόγησης εντός 12 έως 18 μηνών.

Ειδικότερα, στην ανακοίνωσή της η Scope αναφέρει πως στις 17 Μαρτίου 2026 ολοκλήρωσε την αξιολόγηση παρακολούθησης για την Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας τη μακροπρόθεσμη αξιολόγηση εκδότη και μη εξασφαλισμένου χρέους σε ξένο και εγχώριο νόμισμα στο επίπεδο «BBB» με θετικές προοπτικές, καθώς και τη βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση στο «S-2» με σταθερές προοπτικές.

Η συγκεκριμένη ενημέρωση δεν συνιστά ενέργεια αξιολόγησης ούτε προδικάζει πιθανή αλλαγή της στο άμεσο μέλλον.

Η πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στηρίζεται σε τρεις βασικούς παράγοντες: την ισχυρή δημοσιονομική επίδοση και τα διατηρούμενα πρωτογενή πλεονάσματα που οδηγούν σε σταθερή μείωση του δημόσιου χρέους, τη ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους με μακρές λήξεις, σταθερά επιτόκια και σημαντικά ταμειακά αποθέματα, καθώς και τη στήριξη από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, συμπεριλαμβανομένης της νομισματικής και χρηματοδοτικής στήριξης και των πόρων του προγράμματος NextGenerationEU.

Ωστόσο, παραμένουν προκλήσεις, όπως το υψηλό επίπεδο δημόσιου χρέους, οι διαρθρωτικοί περιορισμοί στην ανάπτυξη —όπως η χαμηλή παραγωγικότητα και οι δημογραφικές πιέσεις— και οι εξωτερικές ανισορροπίες, που αποτυπώνονται σε συνεχή ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και σε αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση.

Η Scope εκτιμά ότι, με βάση τις τρέχουσες συνθήκες, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα μειωθεί σημαντικά μεσοπρόθεσμα, από περίπου 145% το 2025 σε περίπου 127% το 2030, χάρη στα πρωτογενή πλεονάσματα, τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και τις ευνοϊκές μακροοικονομικές συνθήκες.

Παράλληλα, η ευνοϊκή δομή του χρέους περιορίζει τους κινδύνους αναχρηματοδότησης, ενώ τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα και η βελτίωση του τραπεζικού τομέα ενισχύουν τη χρηματοπιστωτική ανθεκτικότητα.

Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, ωστόσο, η μείωση του χρέους αναμένεται να επιβραδυνθεί, καθώς η ανάπτυξη θα υποχωρεί, οι δαπάνες λόγω γήρανσης του πληθυσμού θα αυξάνονται και το κόστος δανεισμού θα ενισχύεται. Το χρέος προβλέπεται να μειωθεί πιο αργά, φτάνοντας περίπου στο 120% του ΑΕΠ έως το 2035.

Το σημαντικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών συνδέεται με την υψηλή ζήτηση εισαγωγών —ιδίως ενέργειας— και με την εξάρτηση της οικονομίας από τον τουρισμό και τις εισροές κεφαλαίων. Για τη διατήρηση της ανάπτυξης απαιτούνται μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις πέραν του ορίζοντα του NextGenerationEU και αύξηση της παραγωγικότητας.

Επιπλέον, μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών ενέργειας, λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή, θα μπορούσε να επηρεάσει δυσανάλογα την Ελλάδα, εξαιτίας της εξάρτησής της από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, επηρεάζοντας αρνητικά την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό.

Οι θετικές προοπτικές της αξιολόγησης αντανακλούν την εκτίμηση ότι οι κίνδυνοι για την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας τους επόμενους 12 έως 18 μήνες κλίνουν προς τη βελτίωση.

Πιθανά σενάρια αναβάθμισης περιλαμβάνουν τη σημαντική και διατηρήσιμη μείωση του δημόσιου χρέους, καθώς και τη βελτίωση των αναπτυξιακών προοπτικών και της εξωτερικής ανθεκτικότητας μέσω μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων.

Αντίθετα, ενδεχόμενη επιδείνωση θα μπορούσε να προκύψει από επιβράδυνση ή αντιστροφή της μείωσης του χρέους ή από αποδυνάμωση της μακροοικονομικής σταθερότητας, όπως μέσω επιδείνωσης των εξωτερικών ισοζυγίων ή αύξησης των κινδύνων στον τραπεζικό τομέα.

Ο κύκλος αξιολογήσεων για το πρώτο εξάμηνο θα ολοκληρωθεί με τις αποφάσεις της Standard & Poor’s στις 24 Απριλίου και της Fitch στις 8 Μαΐου.