• Οικονομία

    Νομικά ζητήματα από την κατάρρευση της Credit Suisse: Τι ισχύει για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων

    • του ΗΛΙΑ Σ. ΜΠΙΣΙΑ, Δρ. Νομ. Παν/μιου Ζυρίχης, Δικηγόρου Αθηνών και Ελβετίας
    Ηλίας Σ. Μπίσιας

    Ηλίας Σ. Μπίσιας, Δρ. Νομ. Παν/μιου Ζυρίχης, Δικηγόρου Αθηνών κ΄ Ελβετίας


    Η πρόσφατη κατάρρευση της τράπεζας Credit Suisse (CS), μετά από ιστορική παρουσία 166 χρόνων στην ελβετική τραπεζική αγορά, αλλά και η διαδικασία διάσωσής της μέσω της εξαγοράς της από την UBS σημαδεύτηκαν από δύο γεγονότα μείζονος σημασίας, τα οποία παρουσιάζουν πολύπλευρες νομικές ιδιαιτερότητες.

    Το πρώτο είναι η αναγκαστική, δηλαδή η χωρίς τη συναίνεση των μετόχων και σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης (Γ.Σ.) εξαγορά του συνόλου των μετοχών της CS από την UBS έναντι ευτελούς αντιπαροχής.

    Το δεύτερο είναι η διαγραφή και ο μηδενισμός των ομολόγων ΑΤ-1, εκδόσεως CS, συνολικής αξίας 16 δισεκατομμυρίων ελβετικών Φράγκων με τεράστια ζημία στους ομολογιούχους.

    Και τα δύο αυτά γεγονότα είναι απότοκα πράξεων νομοθετικού περιεχομένου (διαταγμάτων/ Notverordnungen) της ελβετικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης που εξεδώθησαν με την διαδικασία του κατεπείγοντος στις 16 και 19 Μαρτίου 2013. Όπως είναι γνωστό, μέσα στο ιστορικό αυτό Σαββατοκύριακο του Μαρτίου απετράπη την τελευταία στιγμή η πτώχευσή της CS, ενώ ταυτόχρονα εξασφαλίστηκε η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος και των αγορών τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

    Λόγω του ζημιογόνου χαρακτήρα των εν λόγω ρυθμίσεων εγείρονται πολυσύνθετα νομικά ζητήματα περί της νομιμότητάς τους ως προς τα θιγόμενα πρόσωπα (μετόχους και ομολογιούχους).

    Τα επείγοντα διατάγματα της Ομοσπονδιακής ελβετικής Κυβέρνησης της 16ης και 19ης Μαρτίου 2013

    Το ελβετικό Σύνταγμα κατ’ εξαίρεση εξουσιοδοτεί την εκάστοτε κυβέρνηση να νομοθετεί με διατάγματα επείγοντος χαρακτήρα και περιορισμένης χρονικής ισχύος σε περιπτώσεις σοβαρού και αναπότρεπτου κινδύνου για την δημόσια τάξη και ασφάλεια της χώρας.

    Στην περίπτωση της διάσωσης της CS, η ελβετική κυβέρνηση κάνοντας χρήση της εν λόγω εξουσιοδότησης, ενέκρινε την παροχή ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα της Ελβετίας (SNB) προς την CS, σε συνδυασμό με την παροχή εγγυήσεων από το ελβετικό Δημόσιο προς την SNB και την UBS συνολικής αξίας 109 δισεκατομμυρίων ελβετικών φράγκων. Στο πλαίσιο αυτό, επέτρεψε με τα ανωτέρω διατάγματα την επίμαχη εξαγορά του συνόλου των μετοχών της CS από την UBS χωρίς την συναίνεση των μετόχων και τη σχετική απόφαση της Γ.Σ. καθώς και την πλήρη διαγραφή των ομολόγων ΑΤ-1. Ειδικότερα ως προς την δεύτερη περίπτωση των ομολόγων AT-1, το διάταγμα της 19ης Μαρτίου εξουσιοδότησε ρητώς (άρθρο 5α) την αντίστοιχη ελβετική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (FINMA) να προβεί, όπου αυτό κριθεί αναγκαίο, σε διαγραφές κεφαλαίων.

    Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στα επίμαχα διατάγματα, σκοπός τους είναι «η εξασφάλιση της σταθερότητας της ελβετικής οικονομίας και του τραπεζικού συστήματος από απρόβλεπτες εξελίξεις», η δε ισχύς τους έχει διάρκεια 6 μήνες από τη δημοσίευσή τους.

    Ως προς τη νομιμότητα των εν λόγω ρυθμίσεων και κατ’ επέκταση της δυνατότητας των ζημιωθέντων να διεκδικήσουν αποζημιώσεις από την απώλεια της αξίας των μετοχών τους και τη διαγραφή των ομολόγων AT-1, σημειώνονται ακολούθως συνοπτικά τα εξής:

    Α. Αναγκαστική εξαγορά μετοχών της CS από την UBS

    Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει καταρχάς ζήτημα εάν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έκανε νομίμως χρήση της ως άνω πράξης νομοθετικού περιεχομένου και συγκεκριμένα εάν η επικείμενη κατάρρευση της CS το Μάρτιο του 2023 αποτέλεσε πράγματι κίνδυνο για την δημόσια τάξη και ασφάλεια της Ελβετίας. Η άποψή μας είναι ότι η επιχείρηση διάσωσης μιας σημαντικής συστημικής τράπεζας μπορεί να αποτελέσει καταρχήν επιβεβλημένο λόγο λήψης επειγόντων μέτρων νομοθετικού χαρακτήρα λόγω του υψηλού βαθμού επικινδυνότητας μιας ενδεχόμενης πτώχευσης της για την ασφάλεια του εθνικού τραπεζικού συστήματος.

    Εάν και κατά πόσο η αναγκαστική εξαγορά των μετοχών της CS ήταν στην προκειμένη περίπτωση απολύτως αναγκαία για την διάσωση της τράπεζας ή θα μπορούσαν εναλλακτικά να ληφθούν ηπιότερα μέτρα, είναι ζήτημα που θα κριθεί εν καιρώ, μόλις δημοσιοποιηθούν πλήρως τα οικονομικά στοιχεία της CS κατά την επίμαχη περίοδο και προκύψει πλήρης εικόνα για όσα διαδραματίστηκαν.

    Β. Διαγραφή και μηδενισμός ομολόγων ΑΤ-1

    Αναφορικά με τα εν λόγω ομόλογα, τα οποία λόγω της ιδιαίτερης φύσης τους (Coco-Bonds) βρίσκονται στα χέρια θεσμικών επενδυτών, θα πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι πρόκειται για τοποθετήσεις υψηλού κινδύνου. Αυτό προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς από τους υφιστάμενους συμβατικούς όρους κτήσης των ομολόγων μεταξύ της CS (εκδότης) και των ομολογιούχων. Ειδικότερα, από την ως άνω συμβατική σχέση προβλέπεται ρητώς μηδενισμός/διαγραφή των ομολόγων σε περίπτωση «έκτακτης κρατικής στήριξης» του εκδότη (Viability Event).

    Το διάταγμα της 19ης Μαρτίου 2023 (άρθρο 5α) εξουσιοδότησε ρητώς την FINMA να προβεί κατά τη διακριτική της ευχέρεια στη διαγραφή/μηδενισμό κεφαλαίων της CS. Η FINMA κάνοντας χρήση της εν λόγω διάταξης ζήτησε από την τράπεζα το μηδενισμό και τη διαγραφή των επίμαχων ομολόγων.

    Η πιθανή ευδοκίμηση αποζημιωτικών αγωγών των ζημιωθέντων ομολογιούχων κατά της CS ή/και της FINMA προϋποθέτει ότι τα ελβετικά δικαστήρια θα κρίνουν α) ότι η ανωτέρω συμβατική ρήτρα περί «έκτακτης κρατικής στήριξης» της UBS δεν έπρεπε να ενεργοποιηθεί, δοθέντος ότι στην περίπτωση διάσωσης της CS δεν υπήρξε καν «κρατική στήριξη», ή/και β) ότι ο μηδενισμός των ομολόγων δεν ήταν καν αναγκαίος και ως εκ τούτου η FINMA έκανε ασκόπως χρήση της διακριτικής ευχέρειας που απορρέει από το ανωτέρω κυβερνητικό διάταγμα της 19ης Μαρτίου.

    Μέχρι ώρας δεν έχει δημοσιοποιηθεί καμία κατάθεση αγωγής από τους ζημιωθέντες ενώπιον των ελβετικών δικαστηρίων, καθόσον είναι προφανές ότι χρειάζεται ακόμα επαρκής χρόνος για την ασφαλή αξιολόγηση των πιθανοτήτων θετικής έκβασης μιας πιθανής δικαστικής διεκδίκησης αποζημιώσεων. Το γεγονός ότι στις 12 Απριλίου 2023 το ελβετικό Κοινοβούλιο απέρριψε την παροχή εγγυήσεων ύψους 109 δισεκατομμυρίων Ελβετικών Φράγκων (€ 110.- δισεκατομμύρια) της Ομοσπονδίας προς την κεντρική τράπεζα (SNB) δεν φαίνεται να έχει επί του παρόντος καμία ουσιαστική νομική επιρροή στα προαναφερόμενα, καθόσον οι παρεχόμενες εγγυήσεις του ελβετικού Δημοσίου δεν ανατρέπονται.

    του ΗΛΙΑ Σ. ΜΠΙΣΙΑ, Δρ. Νομ. Παν/μιου Ζυρίχης, Δικηγόρου Αθηνών και Ελβετίας*

    * Mέλος των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών (Δ.Σ.Α.), Zυρίχης, Ελβετίας (ZAV, SAV), Φρανκφούρτης, Γερμανίας (RAK, DAV)



    ΣΧΟΛΙΑ