Καθώς ο αρχικός κυβερνητικός στόχος για κατώτατο μισθό στα 950 ευρώ το 2027 φαίνεται ότι επιτυγχάνεται και ενδέχεται να ξεπεραστεί, η διαδικασία για τη νέα αναπροσαρμογή των κατώτατων αποδοχών από την 1η Απριλίου εισέρχεται στην τελική φάση. Πλέον, στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται η προοπτική ο κατώτατος μισθός να προσεγγίσει τα 1.000 ευρώ έως το 2027, χωρίς ωστόσο να έχει ληφθεί οριστική απόφαση.

Για το 2026 εξετάζεται αύξηση μεταξύ 5,7% και 8%, δηλαδή 50 έως 70 ευρώ, που θα μπορούσε να διαμορφώσει τον κατώτατο από τα 880 ευρώ σήμερα στα 930–950 ευρώ μεικτά. Η επικείμενη αναπροσαρμογή επηρεάζει άμεσα 575.684 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα —περίπου το 22,8% των μισθωτών— αλλά και σχεδόν 600.000 δημοσίους υπαλλήλους, καθώς ο κατώτατος μισθός λειτουργεί πλέον ως ενιαία βάση υπολογισμού και για το Δημόσιο.

1

Στο πλαίσιο της διαβούλευσης που συντονίζει ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), οι κοινωνικοί εταίροι και οι επιστημονικοί φορείς έχουν καταθέσει τις εισηγήσεις τους. Η πλειονότητα συγκλίνει σε αύξηση κοντά στο 4%, επιδιώκοντας ισορροπία ανάμεσα στην ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης και στη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας.

Οι γνώμες αυτές έχουν συμβουλευτικό χαρακτήρα, καθώς η τελική απόφαση θα ληφθεί από την κυβέρνηση, μετά την αξιολόγηση των πορισμάτων από την υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως, πριν από την εισήγηση στο υπουργικό συμβούλιο.

Η συζήτηση για το τελικό ύψος της αύξησης επηρεάζεται από τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτον, την επίμονη ακρίβεια και την ανάγκη ενίσχυσης των χαμηλόμισθων, οι οποίοι πλήττονται περισσότερο από τις ανατιμήσεις σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση. Δεύτερον, την επανενεργοποίηση των συλλογικών συμβάσεων, που εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε ευρύτερη αναπροσαρμογή των αμοιβών και θα δημιουργήσει θετική δυναμική και για τον κατώτατο μισθό. Και τρίτον, το πολιτικό και αναπτυξιακό χρονοδιάγραμμα, καθώς η κυβέρνηση επιδιώκει έως την άνοιξη του 2027 να έχει διαμορφωθεί ένας αισθητά υψηλότερος κατώτατος, ο οποίος θα προσεγγίζει τα 950 ευρώ ή και περισσότερο.

Στο ευρύτερο πλαίσιο της μισθολογικής εικόνας, τα τελευταία στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ καταγράφουν σημαντική βελτίωση. Ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε το 2025 στα 1.516 ευρώ, έναντι 1.478 ευρώ το 2024, ξεπερνώντας τον στόχο των 1.500 ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα. Το ποσοστό της πλήρους απασχόλησης αυξήθηκε στο 78,5%, ενώ 280.000 εργαζόμενοι μετακινήθηκαν μέσα σε έναν χρόνο σε μισθολογικά κλιμάκια άνω των 1.000 ευρώ.

Στο Δημόσιο, η αύξηση του κατώτατου θα ενσωματωθεί οριζόντια στους βασικούς μισθούς όλων των κατηγοριών προσωπικού. Οι δημόσιοι υπάλληλοι αναμένεται να δουν αύξηση περίπου 40 ευρώ μηνιαίως, ενώ για τους ένστολους οι αποδοχές θα ενισχυθούν ανάλογα με τη βαθμίδα, με υψηλότερες αυξήσεις στα ανώτερα κλιμάκια.

Οι «συνετές» εισηγήσεις

 Το ΙΟΒΕ κινείται σε ένα εύρος 2,5% έως 3,5%, επιμένοντας ότι ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός γενικευμένων αυξήσεων σε όλη την κλίμακα των αμοιβών. Συνδέει ρητά οποιαδήποτε αναπροσαρμογή με τον πληθωρισμό και την εξέλιξη της παραγωγικότητας, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο στρεβλώσεων εάν οι αυξήσεις υπερβούν τις πραγματικές αντοχές της οικονομίας.

Σε παρόμοια κατεύθυνση τοποθετείται και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία εκτιμά ότι υπό τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσε να δοθεί αύξηση έως 4% από την 1η Απριλίου 2026, ώστε να διατηρηθεί η αγοραστική δύναμη των χαμηλόμισθων χωρίς να πληγεί η ανταγωνιστικότητα. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στο φαινόμενο της «διάχυσης» του κατώτατου προς τον μέσο μισθό, σημειώνοντας ότι κάθε μία ποσοστιαία μονάδα αύξησης στον κατώτατο μεταφράζεται σε περίπου 0,55 της μονάδας αύξηση στον μέσο μισθό. Μια υπέρμετρη αναπροσαρμογή, προειδοποιεί, θα μπορούσε να τροφοδοτήσει πληθωριστικές πιέσεις ή ακόμη και να ενισχύσει την αδήλωτη εργασία.

Το ΚΕΠΕ τοποθετεί τον πήχη ελαφρώς υψηλότερα, μεταξύ 3,5% και 5%, επισημαίνοντας όμως ότι ο ελληνικός κατώτατος μισθός βρίσκεται ήδη σε σχετικά υψηλή αναλογία ως προς τον διάμεσο. Αυξήσεις άνω του 4%, υπογραμμίζει, ενδέχεται να επιβαρύνουν το μοναδιαίο κόστος εργασίας, ιδίως για τις μικρές επιχειρήσεις.

Από την πλευρά του τουρισμού, το ΙΝΣΕΤΕ εισηγείται αύξηση 4%, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες ενός κλάδου έντασης εργασίας, όπου η μισθολογική επιβάρυνση έχει άμεση αντανάκλαση στις τιμές και στην ανταγωνιστικότητα.

Οι εργοδοτικές προϋποθέσεις- Τι ζητάει η ΓΣΕΕ

Οι βασικοί εργοδοτικοί φορείς — ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ και ΣΒΕ — δεν απορρίπτουν την αύξηση, αλλά τη συνδέουν με σαφείς όρους. Ζητούν η αναπροσαρμογή να λαμβάνει υπόψη την παραγωγικότητα και τον πληθωρισμό, ενώ θέτουν ως απαραίτητο αντιστάθμισμα τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους.

Η ΓΣΕΒΕΕ επιμένει στη μείωση ασφαλιστικών εισφορών και φορολογικών βαρών, προτείνοντας κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και ελάφρυνση της προκαταβολής φόρου. Η ΕΣΕΕ αποδέχεται αύξηση πέριξ του 4% και επαναφέρει στο τραπέζι την ανάγκη επαναφοράς της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ως βασικού πλαισίου ρύθμισης. Ο ΣΒΕ ζητεί, επιπλέον, μέτρα στήριξης όπως επιδοτήσεις ενέργειας και περαιτέρω μείωση εισφορών, ώστε να απορροφηθεί το πρόσθετο κόστος.

Σε διαφορετική τροχιά κινείται η ΓΣΕΕ, η οποία επανέρχεται στη διαδικασία διαβούλευσης προτείνοντας μια ουσιαστική αναπροσαρμογή που θα προσεγγίζει το επίπεδο «αξιοπρεπούς διαβίωσης». Το ΙΝΕ της Συνομοσπονδίας τοποθετεί αυτό το σημείο αναφοράς στα 1.052 ευρώ μεικτά για το 2026, επίπεδο που αντιστοιχεί στο 60% του διάμεσου μισθού. Αντί για συγκεκριμένο ποσοστό αύξησης, θέτει ως κεντρικό στόχο τη σταδιακή σύγκλιση προς αυτό το κατώφλι, μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Διαβάστε επίσης:

Αυτό είναι το «κλειδί» για έξοδο από την εργασία πριν τα 67 έτη και για μεγαλύτερη σύνταξη\

Δάνεια σε δημοσίους υπαλλήλους από 9 Μαρτίου – Ποιοι παίρνουν έως 3 μισθούς με 7% επιτόκιο

Νέο πρόγραμμα 37 εκατ. ευρώ για start up ανέργων 18–29 ετών