Επιβράδυνση της ανάπτυξης και κινδύνους για τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή βλέπει για την ελληνική οικονομία το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στη νέα έκθεσή του για τη χώρα μας στο πλαίσιο του άρθρου IV, ενώ προειδοποιεί για το επενδυτικό κενό μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης. 

Συγκεκριμένα προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 1,8% το 2026, με τον διεθνή οργανισμό να χαμηλώνει τον πήχη από το 2% της προηγούμενης εκτίμησης του Οκτωβρίου, ωστόσο δίνει εύσημα στην Ελλάδα για την συνετή δημοσιονομική πολιτική που ακολουθεί, αλλά και για τη συνεχή απομείωση του δημοσίου χρέους.

1

Όπως εκτιμά, οι υψηλές τιμές ενέργειας και η ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά την κατανάλωση και τον τουρισμό. Μεσοπρόθεσμα, η ανάπτυξη εκτιμάται ότι θα κινηθεί γύρω στο 1,5%, λόγω δημογραφικών πιέσεων και χαμηλής παραγωγικότητας.

Οι μεταρρυθμίσεις παραμένουν κρίσιμες για την ενίσχυση της ανάπτυξης. Προτεραιότητες αποτελούν η ψηφιακή μετάβαση, η μείωση γραφειοκρατίας, η αύξηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας και η ενίσχυση επενδύσεων, αναφέρει το ΔΝΤ.

Ανθεκτικότητα εν μέσω αβεβαιότητας

Το 2025 πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% σε ετήσια βάση, χάρη στην επιτάχυνση της υλοποίησης επενδυτικών έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και την ισχυρή ιδιωτική κατανάλωση. Ο τουρισμός κατέγραψε νέο ιστορικό ρεκόρ, ενώ η ανεργία υποχώρησε σταθερά στο 8,3% το τέταρτο τρίμηνο του 2025, κοντά στα χαμηλά επίπεδα πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Ο πληθωρισμός παρέμεινε επίμονος, στο 3,1% τον Φεβρουάριο του 2026, αντανακλώντας θετικό παραγωγικό κενό. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών περιορίστηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, αλλά παρέμεινε υψηλό λόγω της ισχυρής ζήτησης εισαγωγών.

Η δημοσιονομική βιωσιμότητα ενισχύθηκε περαιτέρω, παρά τη μεγάλη αύξηση των δημόσιων επενδύσεων. Οι πρωτογενείς δαπάνες αυξήθηκαν, κυρίως λόγω επενδύσεων και στοχευμένων μέτρων για την αντιμετώπιση του κόστους ζωής. Ωστόσο, το πρωτογενές πλεόνασμα παρέμεινε υψηλό στο 4,4% του ΑΕΠ. Το δημόσιο χρέος μειώθηκε σημαντικά, κατά περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας περίπου στο 145% του ΑΕΠ το 2025.

Οι κίνδυνοι 

Μια παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η κλιμάκωση γεωπολιτικών εντάσεων, η αυξημένη αβεβαιότητα, ο κατακερματισμός του εμπορίου και πιθανές διαταραχές στις χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τη ζήτηση και τις ροές κεφαλαίων, αναφέρει το ΔΝΤ. Παράλληλα, επισημαίνει πως τυχόν καθυστερήσεις στην υλοποίηση έργων και μεταρρυθμίσεων του Ταμείου Ανάκαμψης θα μπορούσαν να περιορίσουν επενδύσεις και παραγωγικότητα. 

Αντίθετα, ισχυρότερες επιδράσεις από τα δημοσιονομικά μέτρα και τις μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να βελτιώσουν τις προοπτικές ανάπτυξης. Σε κάθε περίπτωση το ΔΝΤ προβλέπει πως οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό παραμένουν ανοδικοί.

Μήνυμα για τα έκτακτα μέτρα 

Το ΔΝΤ κρίνει θετική τη μεταρρύθμιση που εφάρμοσε η κυβέρνηση για τη μείωση της φορολογίας, καθώς μειώνει τη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών. Ωστόσο, κρίνει πως αν απαιτηθεί η ανακοίνωση νέων έκτακτων μέτρων στήριξης των πολιτών για ένα νέο ενεργειακό σοκ, θα πρέπει να είναι στοχευμένα και προσωρινά, προστατεύοντας τα ευάλωτα νοικοκυριά. «Η πλήρης αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων είναι κρίσιμη για τη διατήρηση των επενδύσεων, ενώ οι κοινωνικές δαπάνες σε υγεία, εκπαίδευση και στέγαση πρέπει να ενισχυθούν», επισημαίνει το ΔΝΤ. 

Ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος

Το τραπεζικό σύστημα παραμένει ανθεκτικό, αλλά απαιτείται συνεχής εποπτεία, επισημαίνει το ΔΝΤ. Οι κίνδυνοι σχετίζονται κυρίως με τη συγκέντρωση δανείων σε μεγάλες επιχειρήσεις και την ευαλωτότητα μικρομεσαίων επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Οι ισολογισμοί των τραπεζών παραμένουν ισχυροί, ενώ η πιστωτική επέκταση επιταχύνεται. Η χρηματοδότηση προς τον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκε κατά 5,3%, κυρίως λόγω επιχειρηματικών δανείων. Τα στεγαστικά δάνεια επέστρεψαν σε θετική πορεία, αν και παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν σε ιστορικά χαμηλά, ενώ η κερδοφορία των τραπεζών παραμένει πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Πιέσεις στο στεγαστικό

Το ΔΝΤ κάνει ξεχωριστή αναφορά στο στεγαστικό, κάνοντας λόγο για εντεινόμενες πιέσεις. Μάλιστα συστήνει την ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών μέσω αξιοποίησης κενών ακινήτων, ανακαινίσεων και στήριξης της μακροχρόνιας μίσθωσης, τονίζοντας ότι τα μέτρα δεν θα πρέπει να τροφοδοτούν περαιτέρω αυξήσεις τιμών.

«Οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 7,8% το 2025, αντανακλώντας την ισχυρότερη εγχώρια ζήτηση, την υποαξιοποίηση του υφιστάμενου στεγαστικού αποθέματος και τη συνεχιζόμενα υποτονική νέα οικοδομική δραστηριότητα. Οι πιέσεις στην προσιτότητα επιδεινώνονται από τις ανισορροπίες μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, συμπεριλαμβανομένων τοπικών επιδράσεων από τη βραχυχρόνια μίσθωση κατοικιών. Το υψηλό κόστος στέγασης, σε συνδυασμό με ένα γηρασμένο και ενεργειακά αναποτελεσματικό στεγαστικό απόθεμα και τα χαμηλά ποσοστά ανακαινίσεων, επιβαρύνει περαιτέρω τα οικονομικά των νοικοκυριών», αναφέρει η έκθεση. 

Διαβάστε επίσης 

ΟΟΣΑ: Η Ελλάδα στη 2η θέση για τη βελτίωση της δημόσιας ακεραιότητας και την καταπολέμηση της διαφθοράς

ΤτΕ: «Έκρηξη» 58,4% στις ταξιδιωτικές εισπράξεις τον Ιανουάριο – Πλεόνασμα 234 εκ. ευρώ

Προθεσμία έως 30 Απριλίου για 6 δράσεις του Ταμείου Ανάκαμψης