ΥΓΕΙΑ

Κοινά αντιβιοτικά ενοχοποιούνται (και) για καρδιολογικά προβλήματα


Καμπανάκι κινδύνου για μία από τις πιο συχνά συνταγογραφούμενες κατηγορίες αντιβιοτικών αποτελούν τα ευρήματα νέας μελέτης, τα οποία για πρώτη φορά συσχετίζουν τα εν λόγω φάρμακα με δύο τύπους καρδιολογικών προβλημάτων. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που η συγκεκριμένη κατηγορία αντιβιοτικών ενοχοποιείται για προβλήματα στην καρδιά, ενώ στο παρελθόν έχει συνδεθεί και με άλλες σοβαρές παρενέργειες.

Στη νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό του Αμερικανικού Κολλεγίου Καρδιολογίας, οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας (UBC), σε συνεργασία με τη Μονάδα Θεραπευτικής Αξιολόγησης της Περιφερειακής Υπηρεσίας Υγείας (PHSA), διαπίστωσαν ότι όσοι κάνουν χρήση αντιβιοτικών φθοριοκινολόνης, αντιμετωπίζουν 2,4 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης αορτικής και μιτροειδούς παλινδρόμησης  σε σύγκριση με ασθενείς που λαμβάνουν αμοξικιλλίνη, ένα διαφορετικό είδος αντιβιοτικού.

Τα αντιβιοτικά φθοριοκινολόνης έχουν εγκριθεί για τη θεραπεία ορισμένων βακτηριακών λοιμώξεων και έχουν χρησιμοποιηθεί για περισσότερα από 30 χρόνια. Λειτουργούν με τη θανάτωση ή τη διακοπή της ανάπτυξης βακτηρίων που μπορεί να προκαλέσουν ασθένεια. Αποτελούν ένα δημοφιλές στους γιατρούς αντιβιοτικό, καθώς έχουν ένα ευρύ φάσμα αντιβακτηριδιακής δράσης και υψηλή από του στόματος απορρόφηση.

Οι ερευνητές ελπίζουν ότι η μελέτη τους θα βοηθήσει στην ενημέρωση του κοινού αλλά και των γιατρών, έτσι ώστε σε περίπτωση που ο ασθενής παρουσιάζει καρδιακό πρόβλημα, το οποίο δεν μπορεί να αποδοθεί σε κάποια άλλη αιτία, να εξετάζουν το ενδεχόμενο να οφείλεται στη λήψη των εν λόγω αντιβιοτικών.

«Αυτή η μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη να είμαστε προσεκτικοί κατά τη συνταγογράφηση αντιβιοτικών, καθώς μερικές φορές μπορεί να προκαλέσουν βλάβη», δήλωσε ο Dr. Bruce Carleton, διευθυντής της PHSA και ερευνητής στο Νοσοκομείο Παίδων της Βρετανικής Κολομβίας.

Στη μελέτη, οι ερευνητές συμπεριέλαβαν 12.505 ασθενείς με βαλβιδική παλινδρόμηση και μια ομάδα ελέγχου 125.020 ατόμων από τυχαίο δείγμα άνω των 9 εκατομμυρίων ανθρώπων.

Εξέτασαν τους χρήστες φθοριοκινολόνης που έλαβαν το φάρμακο τις τελευταίες 30 ημέρες, αυτούς που εκτέθηκαν πρόσφατα στο αντιβιοτικό (μεταξύ 31 και 60 ημερών) καθώς και αυτούς που είχαν εκτεθεί στο παρελθόν (μεταξύ 61 και 365 ημερών).

Όπως διαπίστωσαν, ο μεγαλύτερος κίνδυνος εντοπίζεται εντός 30 ημερών από τη χρήση, ακολουθεί η πρόσφατη χρήση, ενώ δεν διαπιστώθηκε κανένας κίνδυνος από την παρελθοντική χρήση.

Άλλες παρενέργειες

Πριν από έναν χρόνο περίπου η Επιτροπή Αξιολόγησης Φαρμακευτικών Κινδύνων (PRAC) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA) είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, σχετικά με τα αντιβιοτικά που περιέχουν κινολόνες και φθοριοκινολόνες, συνιστώντας να χορηγούνται μόνο όταν κρίνεται απολύτως αναγκαίο και εφόσον δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Κι αυτό γιατί μπορεί να έχουν σοβαρές παρενέργειες, ακόμη και μόνιμες επιπτώσεις στον ανθρώπινο οργανισμό.

Η Επιτροπή πρότεινε να σταματήσει η χορήγηση φθοριοκινολονών σε περιπτώσεις ήπιων ή μέτριας σοβαρότητας λοιμώξεων καθώς και να γίνεται με επιφύλαξη η χορήγησή τους σε ηλικιωμένους, ασθενείς με προβλήματα στα νεφρά, όσους έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση οργάνου και σε όσους κάνουν θεραπεία με κορτικοστεροειδή.

Συμβούλευε, επίσης, τους γιατρούς να ενημερώνουν τους ασθενείς ότι πρέπει να σταματούν αμέσως τη θεραπεία με κάποια φθοριοκινολόνη, μόλις υπάρξει οποιαδήποτε ένδειξη παρενέργειας στους μυς, στους τένοντες ή στα οστά (π.χ. φλεγμονή, πόνος, πρήξιμο κ.α.), καθώς επίσης κάποιο πρόβλημα στο νευρικό σύστημα (κόπωση, κατάθλιψη, σύγχυση, αυτοκτονικές σκέψεις, διαταραχές ύπνου, διαταραχές της όρασης και της ακοής, αλλοίωση γεύσης και όσφρησης κ.α.).

Λίγους μήνες πριν, η αντίστοιχη Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) των ΗΠΑ, ζήτησε τα σκευάσματα με φθοριοκινολόνες να φέρουν σαφή ένδειξη-προειδοποίηση για τις παρενέργειες και τους δυνητικούς κινδύνους, μεταξύ άλλων για την ψυχική υγεία και για τη σοβαρή διαταραχή του σακχάρου στο αίμα.

Τον Δεκέμβριο του 2018 ο ίδιος Οργανισμός προειδοποιούσε ότι τα αντιβιοτικά φθοριοκινολόνης (από του στόματος ή ενέσιμα) μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο για ρήξη ανευρύσματος.

Συνιστούσε, μάλιστα, να μη χρησιμοποιούνται σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο, εκτός εάν δεν υπάρχουν άλλες διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές καθώς και να φέρουν σαφή ένδειξη-προειδοποίηση.