ΥΓΕΙΑ

Καθηγητής Θ. Ζαούτης στο mononews: «Μετά τον εμβολιασμό των ευπαθών ομάδων θα λειτουργούμε πιο ελεύθερα» – Πώς θα κάνουμε καλοκαίρι

  • Συνέντευξη στην Έφη Τσιβίκα

Θεοκλής Ζαούτης, καθηγητής Παιδιατρικής και Επιδημιολογίας, Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια


Είναι καθηγητής Παιδιατρικής και Επιδημιολογίας στην Ιατρική Σχολή «Perelman» του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια (UPENN), με συμμετοχές σε πολλές συμβουλευτικές επιτροπές στις Η.Π.Α. και στην Ευρώπη (CDC, NIH, AAP, ESPID).

Επί της θητείας Ομπάμα εντάχθηκε στην «προεδρική συμβουλευτική επιτροπή για την αντιμετώπιση των ανθεκτικών στα αντιβιοτικά βακτηρίων» του Λευκού Οίκου.

Το 2011 ίδρυσε στην Ελλάδα το Κέντρο Κλινικής Επιδημιολογίας και Έκβασης Νοσημάτων (CLEO) και έκτοτε εκτελεί χρέη διευθυντή. Όραμά του, η βελτίωση της ασφάλειας των ασθενών και της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας στα ελληνικά νοσοκομεία, με έμφαση στην πρόληψη των νοσοκομειακών λοιμώξεων και στην ορθολογική χρήση των αντιβιοτικών.

Κατά την περίοδο της πανδημίας Covid-19 κλήθηκε να προσφέρει τις επιστημονικές του υπηρεσίες στο ελληνικό Κράτος, ως μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Υγείας.

Ο ομογενής καθηγητής Θεοκλής Ζαούτης μιλά στο mononews για το πρόβλημα των νοσοκομειακών λοιμώξεων στην Ελλάδα, που από την προ υγειονομικής κρίσης εποχή στοίχιζαν περισσότερες από 1600 ζωές ετησίως και δίνει απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα που άπτονται της πανδημίας κορονοϊού, εκφράζοντας τις «επιφυλακτικά αισιόδοξες» εκτιμήσεις του.

Κύριε καθηγητά, βλέπουμε ότι το lockdown δεν αποδίδει. Τουλάχιστον όχι στον επιθυμητό βαθμό. Τι φταίει και πώς σκοπεύετε να το διαχειριστείτε; Ακούσαμε στην ενημέρωση του υπουργείου Υγείας να γίνεται λόγος για αναζήτηση «έξυπνων λύσεων».

Με τις μεταλλάξεις έχουμε πλέον διαφορετικούς ιούς, με αυξημένη μεταδοτικότητα, οπότε είναι αναμενόμενο να μην ακολουθούν οι καμπύλες την ίδια πορεία με αυτή που ακολουθούσαν όταν υπήρχε μόνο το αρχικό στέλεχος. Επιπλέον, η κόπωση του κόσμου οδηγεί συχνά στη μη τήρηση των μέτρων, ενώ το lockdown δεν είναι όπως αυτό του Μαρτίου. Έχει ήδη συμπληρωθεί ένας χρόνος με περιορισμούς και αυτό είναι εκ των πραγμάτων πολύ δύσκολο. Όλα αυτά συμβάλλουν στο να μην έχει το lockdown το προσδοκώμενο αποτέλεσμα.

Αυτό που επιδιώκουμε είναι να βρούμε τη «χρυσή τομή», έτσι ώστε να λειτουργήσουν οι δραστηριότητες που πρέπει και να υπάρχουν παράλληλα ορισμένα περιοριστικά μέτρα. Ένα χρόνο μετά έχουμε πλέον περισσότερες πληροφορίες για την επίδραση των δραστηριοτήτων, περισσότερα δεδομένα και -αξιοποιώντας τα- θα προσπαθήσουμε να βρούμε πιο «έξυπνες» λύσεις, ώστε να κινηθεί η αγορά και η κοινωνία με έναν ελεγχόμενο τρόπο, αντί να ανοιγοκλείνουμε. Θα αναζητήσουμε, δηλαδή, τις πολύ λεπτές ισορροπίες που θα μας επιτρέψουν να το κάνουμε αυτό, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η δημόσια υγεία.

Η κόπωση είναι προφανής, αλλά επιπλέον η αγορά καθώς και μεγάλη μερίδα των πολιτών βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Όντας μέλος της Επιτροπής που εισηγείται τα μέτρα, ποιο είναι το μήνυμά σας προς αυτούς τους ανθρώπους;

Είναι αλήθεια ότι όλοι έχουμε κουραστεί, ακόμη και εμείς οι ίδιοι. Από εκεί και πέρα, η Επιτροπή κάνει εισηγήσεις που βασίζονται στα επιστημονικά δεδομένα και στη συνέχεια η κυβέρνηση αποφασίζει τον τρόπο με τον οποίο θα εφαρμόσει αυτές τις εισηγήσεις, γνωρίζοντας τις ανάγκες των άλλων τομέων, όπως είναι η κοινωνία και η οικονομία. Εμείς είμαστε λοιμωξιολόγοι και επιδημιολόγοι, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε και να υπολογίσουμε τις οικονομικές επιπτώσεις. Αυτό είναι ένα κομμάτι που το διαχειρίζεται η κυβέρνηση.

Ακούγεται ότι πλέον προκρίνεται το άνοιγμα της αγοράς, ενώ μέχρι πρότινος προτεραιότητα αποτελούσε το άνοιγμα της εκπαίδευσης. Τι δείχνουν τα στοιχεία από την επανεκκίνηση των δύο δραστηριοτήτων. Ποια είχε τη μεγαλύτερη επίδραση στα επιδημιολογικά δεδομένα;

Δεν γνωρίζουμε ακόμα. Γύρω στις 10-14 ημέρες μετά την επανεκκίνηση κάθε δραστηριότητας βλέπουμε τι επίδραση υπάρχει στην καμπύλη των κρουσμάτων, όχι όμως απαραίτητα και στις νοσηλείες.

Επίσης, αναφορικά με το λιανεμπόριο ήταν λίγο μπερδεμένη η κατάσταση, γιατί υπήρχε άνοιγμα, click away, click in shop και εναλλαγές, οπότε δεν είναι τόσο εύκολο να γίνει η ανάλυση.

Όσον αφορά στα σχολεία, κατά το 1ο και 2ο κύμα, πριν εμφανιστεί το βρετανικό στέλεχος, αυτό που γνωρίζαμε ήταν ότι -ειδικά τα Δημοτικά- δεν συμμετείχαν σημαντικά στη μετάδοση. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από την έξαρση της επιδημίας στη Βόρεια Ελλάδα, η οποία «πνίγηκε» σε κρούσματα, αλλά χωρίς να αποτυπώνεται η διασπορά στα σχολεία.

Με τη μετάλλαξη, υπάρχουν κάποιες δημοσιεύσεις σύμφωνα με τις οποίες, λόγω της αυξημένης μεταδοτικότητας στα παιδιά, μπορεί αυτό να αλλάξει τον τρόπο σκέψης για τα σχολεία, όσον αφορά στην συμμετοχή τους στην πανδημία, ανεξάρτητα από την αύξηση της κινητικότητας που επιφέρει το άνοιγμά τους. Αυτή η εικόνα δεν είναι ξεκάθαρη ακόμα. Φαίνεται ότι η μετάλλαξη αυξάνει τη μεταδοτικότητα και στους ενήλικες και στα παιδιά, αλλά όχι δυσανάλογα. Πριν τη μετάλλαξη το 6% των κρουσμάτων στη χώρα ήταν σε παιδιά, ενώ μετά τη μετάλλαξη το 6,7%. Μιλάμε για μία αύξηση 10%, η οποία μπορεί μεν να ακούγεται μεγάλη, αλλά τελικά είναι πολύ μικρή στατιστικά.

Ως προς την επίδραση της επανεκκίνησης και των δύο δραστηριοτήτων στην επιδημιολογική εικόνα της χώρας αναμένουμε κάποιες στατιστικές αναλύσεις των επιδημιολογικών δεδομένων το επόμενο διάστημα, που θα μας δώσουν πιο σαφείς απαντήσεις.

Ποια είναι η εικόνα που έχετε αυτή τη στιγμή σχετικά με τη σοβαρότητα της νόσου που προκαλούν τα μεταλλαγμένα στελέχη στα παιδιά; Βλέπουμε πλέον εισαγωγές στις ΜΕΘ; Θεωρείτε ότι τα παιδιά είναι αναγκαίο να ενταχθούν στο εμβολιαστικό πρόγραμμα όταν θα είναι διαθέσιμα τα δεδομένα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας;

Δεν έχει αλλάξει κάτι ως προς τη σοβαρότητα της νόσου. Γνωρίζουμε ότι τα παιδιά νοσούν ήπια.  Τον τελευταίο καιρό είδαμε στην Ελλάδα περιστατικά παιδιών που χρειάστηκαν εντατική θεραπεία και το ένα εξ αυτών κατέληξε, αλλά αυτό συμβαίνει, ανάλογα με τα κρούσματα. Κατά την προηγούμενη περίοδο δεν είχαμε αρκετά κρούσματα στη χώρα γι’ αυτό και δεν είχε τύχει να συμβεί κάτι τέτοιο. Στην Αμερική, όπου είχαμε μεγάλη διασπορά, βλέπαμε παιδιά στην Εντατική, ορισμένα εκ των οποίων έχαναν τη ζωή τους. Γενικά όμως τα παιδιά δε νοσούν βαρύτερα απ’ ότι γνωρίζαμε νωρίτερα στην πανδημία.

Όσον αφορά στον εμβολιασμό, θεωρώ απαραίτητο να ενταχθούν τα παιδιά στο εμβολιαστικό πρόγραμμα. Το γεγονός ότι δεν συμμετέχουν στη μετάδοση όσο οι ενήλικες δεν σημαίνει ότι δεν έχουν καμία συμμετοχή στη διασπορά του ιού. Αν θέλουμε να λειτουργήσουν τα σχολεία με πλήρη ασφάλεια, οι μαθητές πρέπει να εμβολιαστούν. Με την προϋπόθεση φυσικά ότι θα υπάρχουν δεδομένα που θα δείχνουν ότι τα εμβόλια είναι αποτελεσματικά και μπορούν να χορηγηθούν με ασφάλεια στα παιδιά.

Θεωρείτε ότι τα πιο δύσκολα βρίσκονται πίσω μας και ότι σταδιακά θα αρχίσουμε να βλέπουμε καλύτερες μέρες;

Θεωρώ πως ναι. Ήδη έχουμε μία μείωση των κρουσμάτων στις ηλικίες 77 ετών και άνω. Αν και, λόγω του ότι διανύουμε μία περίοδο που αρκετές περιοχές βρίσκονται σε καθεστώς lockdown, δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι αυτό οφείλεται στον εμβολιασμό, αυτό που ακούμε και από το Ισραήλ και από άλλα κράτη είναι ότι έχουν δει αποτελέσματα από την αύξηση του εμβολιασμού. Θεωρώ ότι ακριβώς λόγω του εμβολιασμού, τους επόμενους μήνες θα πάμε καλύτερα.

Δημοσιεύονται διάφορα δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα του κάθε εμβολίου, όμως όλα τα εμβόλια αυτή τη στιγμή έχουν σχεδόν 100% αποτελεσματικότητα στην πρόληψη της σοβαρής νόσου, νοσηλείας και θανάτου. Αυτό για ‘μένα είναι το πιο σημαντικό. Μιλάμε για ανοσία της αγέλης, δηλαδή να εμβολιαστεί το 60-70% του πληθυσμού, αλλά το τείχος ανοσίας θα επιτευχθεί ουσιαστικά όταν εμβολιαστεί αυτό το κομμάτι του πληθυσμού που κινδυνεύει να νοσηλευτεί και να καταλήξει. Αν πετύχουμε αυτό το στόχο, κάτι που μπορεί να γίνει ακόμα και με τη χορήγηση της πρώτης μόνο δόσης, τότε μάλλον θα μπορέσουμε να πάρουμε μία «ανάσα».

Τελικά τα εμβόλια προστατεύουν από τις γνωστές μεταλλάξεις; Υπάρχει πολυφωνία με αντικρουόμενες συχνά απόψεις.

Μέχρι στιγμής δεν είναι πολύ σαφές και εξαρτάται και από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε το θέμα. Αποτελεσματικό στην πρόληψη της λοίμωξης ή στην αποτροπή της βαριάς νόσου και του θανάτου;

Αναφορικά με την πρόληψη της λοίμωξης, για το βρετανικό είμαστε σχεδόν σίγουροι ότι τα εμβόλια είναι αποτελεσματικά. Για το βραζιλιάνικο ξέρουμε τα λιγότερα. Όσον αφορά στο νοτιοαφρικανικό δεν γνωρίζουμε ακριβώς.

Επίσης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι την ανοσία τη μετράμε με αντισώματα, αλλά υπάρχει και η κυτταρική ανοσία, που δεν στηρίζεται στα αντισώματα και είναι πολύ πιο δύσκολο να μετρηθεί. Σε κάθε περίπτωση, το σημαντικότερο όλων είναι να γίνεται πρόληψη της σοβαρής νόσου και, όπως είπαμε, σε αυτό το κομμάτι όλα τα εμβόλια είναι σχεδόν 100% αποτελεσματικά.

Πώς εκτιμάτε ότι θα είναι το φετινό καλοκαίρι; Δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, θα έχει εμβολιαστεί μια κρίσιμη μάζα του πληθυσμού, θεωρείτε ότι οι κλάδοι της Φιλοξενίας και της Εστίασης θα λειτουργήσουν υπό τις ίδιες συνθήκες με πέρυσι ή θα υπάρχουν λιγότεροι περιορισμοί;

Εάν προχωρήσει ο εμβολιασμός με τα δεδομένα που έχουν ανακοινωθεί και δεν υπάρξουν ανατροπές, θα είναι καλύτερο το φετινό καλοκαίρι. Έχουμε έναν πληθυσμό περίπου 10 εκατ. Αν αφαιρέσουμε τα 2 εκατ. που είναι τα παιδιά, μένουν 8 εκατ. Ήδη έχουν εμβολιαστεί περισσότεροι από 850 χιλιάδες. Θεωρώ ότι με αυτούς τους ρυθμούς, το καλοκαίρι θα είμαστε πολύ καλά, όχι με την έννοια της ανοσίας της αγέλης, αλλά ως προς αυτό το τείχος προστασίας από τη σοβαρή νόσο που θα μας επιτρέψει να λειτουργήσουμε πιο ελεύθερα. Το πόσο πιο ελεύθερα δεν το γνωρίζω, αλλά εφόσον θα έχει εμβολιαστεί μία κρίσιμη μάζα, πιστεύω ότι θα έχουμε μία πιο ευρεία λειτουργία των κλάδων της Εστίασης και της Φιλοξενίας. Δεν ξέρω αν θα είναι όπως στην προ πανδημίας εποχή, αλλά θεωρώ ότι θα είναι καλύτερα από πέρσι.

Το ενδεχόμενο σύστασης για χρήση διπλής μάσκας σε εσωτερικούς χώρους παραμένει ανοιχτό; Ποια είναι η θέση σας επ’ αυτού;

Ναι, παραμένει ανοιχτό. Η σύσταση για διπλή μάσκα προέρχεται από την αυξημένη μεταδοτικότητα του καινούριου ιού. Ο Anthony Fauci δήλωσε πριν από μερικές εβδομάδες πως είναι λογικό οι δύο μάσκες να μπορούν να βοηθήσουν περισσότερο όταν εφαρμόζονται σωστά σε εσωτερικούς χώρους. Δεν υπάρχουν ισχυρά επιστημονικά στοιχεία ως προς αυτό, αλλά υπάρχει μία λογική που μπορούμε να την υποστηρίξουμε.

Η δραστηριότητά σας στη μάχη με τις νοσοκομειακές λοιμώξεις και τη μικροβιακή αντοχή είναι ιδιαίτερα έντονη. Ποιες είναι οι διαστάσεις αυτού του προβλήματος στην Ελλάδα και πώς μπορεί να επηρεάσει το μέγεθός του η πανδημία;

Γνωρίζαμε πριν από την πανδημία Covid-19 ότι η Ελλάδα είχε πάρα πολύ υψηλό ποσοστό ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων, πολύ πάνω από το μέσο όρο της Ευρώπης. Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των μικροβίων στα νοσοκομεία μας δείχνουν μικροβιακή αντοχή, ενώ παράλληλα η χώρα είναι πρώτη στη χρήση αντιβιοτικών. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, με ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις, χορήγηση αντιβιοτικών, ανάπτυξη αντοχής, χορήγηση άλλων αντιβιοτικών κοκ.

Την εικόνα της Ελλάδας κατά την περίοδο της πανδημίας δεν την γνωρίζουμε, αλλά ξέρουμε από άλλα κράτη ότι υπάρχει μια μεγάλη ποσοστιαία αύξηση στις νοσοκομειακές λοιμώξεις, των οποίων η πηγή είναι οι ΜΕΘ.

Η αύξηση της νοσηρότητας και εισαγωγή στις ΜΕΘ καθώς και η μεγάλη διάρκεια παραμονής στη Μονάδα, η οποία είναι γνωστό ότι σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για νοσοκομειακές λοιμώξεις, εντείνουν το πρόβλημα.

Παράλληλα, υπάρχουν πολλές θεωρίες και υποθέσεις, όπως για παράδειγμα ότι τα προστατευτικά μέτρα που λαμβάνουμε ως επαγγελματίες υγείας για να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας δεν λειτουργούν στην προστασία του ασθενούς από νοσοκομειακή λοίμωξη. Επίσης,  το γεγονός ότι προσπαθούμε να μπούμε μέσα στο χώρο του ασθενή πολύ γρήγορα, προκειμένου να μην κολλήσουμε, δημιουργεί επιφυλάξεις σχετικά με την τήρηση των κανόνων που απαιτούνται για την πρόληψη των νοσοκομειακών λοιμώξεων. Τουλάχιστον αυτήν την υπόνοια έχει αρχίσει να αφήνει η βιβλιογραφία.

Τέλος, όλη η προσοχή μας, και στην επιτήρηση, έχει επικεντρωθεί στην Covid 19. Όπως αποδεικνύεται από τη βιβλιογραφία, έχει αποσπάσει μεγάλη δύναμη από τις επιτροπές και τους νοσηλευτές λοιμώξεων των νοσοκομείων, κατά συνέπεια δεν υπάρχει χρόνος να ασχοληθούν με αυτό το θέμα. Εφόσον υπήρχε πριν από την κρίση τόσο μεγάλο πρόβλημα, φανταστείτε το μέγεθός του εν καιρώ κρίσης.

Πρόσφατα υπογράφηκε μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων για τη δημιουργία πρότυπων ελληνικών δημόσιων νοσοκομείων στους τομείς της πρόληψης και του ελέγχου των νοσοκομειακών λοιμώξεων και της μικροβιακής αντοχής. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό στην πράξη και πώς θα εξελιχθεί αυτή η δράση;

Καταρχάς είναι πολύ σημαντικό και πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα να βρίσκονται όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς στο τραπέζι, προκειμένου να υλοποιηθεί μία δράση. Στη δράση αυτή συμμετέχουν ο Οργανισμός Διασφάλισης της Ποιότητας στην Υγεία (ΟΔΙΠΥ) και το Κέντρο Κλινικής Επιδημιολογίας & Έκβασης Νοσημάτων – CLEO, ενώ θα ενταχθεί και ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ). Όλοι οι φορείς που ασχολούνται με το αντικείμενο θα δουλέψουν συντονισμένα σε αυτό το πρόγραμμα.

Ο πρώτος στόχος είναι να εκπαιδευτούν όλοι οι νοσηλευτές λοιμώξεων στην Ελλάδα, με πιστοποίηση της εκπαίδευσης. Μέχρι τώρα οι νοσηλευτές απασχολούνταν στον τομέα αυτό χωρίς να έχουν εκπαιδευτεί.

Το πρόγραμμα για την πιστοποίηση των γνώσεων των νοσηλευτών θα διεξαχθεί με προδιαγραφές ανάλογες με αυτές άλλων κρατών του εξωτερικού και αυτό θα είναι ένα πολύ μεγάλο βήμα μπροστά. Η εκπαίδευση θα γίνει διαδικτυακά και ο φορέας που θα δώσει την πιστοποίηση θα είναι η σχολή Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ. Στην επιστημονική Επιτροπή του προγράμματος συμμετέχουν 20 από τους κορυφαίους λοιμωξιολόγους της Ελλάδος, πολλοί εκ των οποίων είναι μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την Covid-19.

Ο δεύτερος άξονας περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός ενιαίου συστήματος καταγραφής για όλα τα νοσοκομεία του ΕΣΥ στην επικράτεια, έτσι ώστε να υπάρχει μία εικόνα με βάση τους ίδιους όρους.

Ο τρίτος άξονας αφορά στον πιλοτικό σχεδιασμό παρεμβάσεων για την πρόληψη των λοιμώξεων σε 10 νοσοκομεία, με την προϋπόθεση ότι αφού γίνουν οι παρεμβάσεις σε αυτά τα νοσοκομεία και δούμε τι είναι πιο αποτελεσματικό, να εφαρμοστεί σταδιακά σε όλα τα νοσοκομεία του ΕΣΥ. Όλο το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί με τη συνεργασία του τμήματος λοιμώξεων και μικροβιακής αντοχής του ΕΟΔΥ, σε μία κοινή δράση.

Πότε αναμένεται να ολοκληρωθεί το Πρόγραμμα και πόσο διαφορετικό θα είναι τότε το Εθνικό Σύστημα Υγείας;

Το εκπαιδευτικό μέρος και η δημιουργία της ενιαίας βάσης θα ολοκληρωθούν μέσα στον πρώτο χρόνο. Ο πιλοτικός σχεδιασμός παρεμβάσεων στα 10 νοσοκομεία εκτιμάται ότι θα  πάρει 2-3 χρόνια. Ολόκληρο το πρόγραμμα έχει χρηματοδότηση από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος για 5 χρόνια. Όταν θα ολοκληρώνεται αυτή η διαδικασία στα 10 νοσοκομεία, προς το τέταρτο και πέμπτο έτος, θα αρχίσουμε να επεκτεινόμαστε και σε άλλα νοσοκομεία. Βάσει της συμφωνίας και του νόμου που την επικυρώνει, όταν παρέλθει η πενταετία και αν η δράση είναι αποτελεσματική, θα αναλάβει την ευθύνη για τη συνέχισή της το κράτος.

Έχοντας προσφέρει τις επιστημονικές υπηρεσίες σας τόσο στο Λευκό Οίκο, όσο και στην Ελληνική Κυβέρνηση, πόσο διαφορετική είναι η εμπειρία σας από τις δύο χώρες; Ποιες είναι οι προκλήσεις που αντιμετωπίσατε στην καθεμία από αυτές;

Καταρχάς είναι πολύ διαφορετικά τα συστήματα.

Στην Αμερική το σύστημα δεν βασίζεται στη δημόσια υγεία. Έχω μάθει πάρα πολλά στην Ελλάδα για τη δημόσια υγεία. Δεν υπήρχε αυτό για ‘μένα στην Αμερική. Με τα θετικά του και τα αρνητικά του βέβαια.

Επίσης, επειδή η Ελλάδα είναι μικρό κράτος, είναι πιο προσωπικές οι επιστημονικές υπηρεσίες. Δηλαδή στο Λευκό Οίκο η επικοινωνία γίνεται με συμβούλους, των συμβούλων του προέδρου. Εδώ μπορεί να υπάρχει άμεση επαφή με το γενικό γραμματέα Υπηρεσιών Υγείας, τον αναπληρωτή υπουργό, ακόμα και με τον υπουργό, κάτι που διευκολύνει την επικοινωνία.

Η μεγαλύτερη διαφορά είναι ότι εκεί όλο το σύστημα είναι ιδιωτικό, ενώ εδώ δημόσιο, με ό,τι προκλήσεις συνεπάγεται αυτό.

Στην Ελλάδα ο χειρισμός της πανδημίας, πέρασε όλος μέσα από το ΕΣΥ, με ανάπτυξη και αναπροσαρμογές και παράλληλα με όλες τις διαχρονικές παθογένειες. Στην Αμερική δεν υπήρχε κεντρική διαχείριση, με αποτέλεσμα να μην αξιοποιούνται όλες οι δυνάμεις.

Ενδεικτικό είναι ένα άρθρο που είχε δημοσιευτεί στους New York Times, σύμφωνα με το οποίο μπορεί ένα νοσοκομείο να «πνιγόταν» στις ΜΕΘ, αλλά δεν έστελνε ασθενείς στο διπλανό νοσοκομείο που ανήκε σε άλλο ιδιωτικό όμιλο.

Θεωρείτε ότι στην Ελλάδα έγινε μια καλή προσπάθεια έτσι ώστε να προσαρμοστεί το σύστημα υγείας στις έκτακτες ανάγκες;

Νομίζω ότι έγινε. Το βλέπουμε και στα νούμερα, όσον αφορά στην ανάπτυξη νέων κλινών ΜΕΘ, στις προσλήψεις προσωπικού… Και ευελπιστώ  πως ό,τι δημιουργήθηκε εν καιρώ πανδημίας θα παραμείνει και μετά το πέρας της.

 


ΣΧΟΛΙΑ