ΥΓΕΙΑ

Χ. Γώγος στο mononews: Μεγάλο και δύσκολο το «στοίχημα» της συλλογικής ανοσίας – Οι προβλέψεις για το φετινό καλοκαίρι

  • Συνέντευξη στην Έφη Τσιβίκα

Χαράλαμπος Γώγος, καθηγητής Παθολογίας, διευθυντής Παθολογικής-Λοιμωξιολογικής Κλινικής, Metropolitan General


Bίωσε τον αιφνιδιασμό και τη σφοδρότητα της πανδημίας εκ των… έσω, ως επικεφαλής της Πανεπιστημιακής Παθολογικής Κλινικής και του Τμήματος Λοιμώξεων του ΠΓΝ Πατρών, όπου επί σειρά ετών υπηρετούσε με αφοσίωση, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη της τοπικής κοινωνίας και όχι μόνο.

Επιστήμονας εγνωσμένου κύρους και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Υγείας, ο καθηγητής Παθολογίας και διευθυντής πλέον της Παθολογικής-Λοιμωξιολογικής Κλινικής του Metropolitan General, Χαράλαμπος Γώγος, διαδραματίζει εξαρχής το δικό του καίριο ρόλο στη διαχείριση της επιδημίας κορονοϊού στη χώρα.

Μιλώντας στο mononews, σχεδόν ένα χρόνο μετά τη διάγνωση του πρώτου κρούσματος Covid-19 στην Ελλάδα, ο κ. Γώγος δίνει σαφείς απαντήσεις αναφορικά με την πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών στις θεραπείες, σχολιάζει την αμφιλεγόμενη στρατηγική του «ακορντεόν», αναφέρεται στο πολυπόθητο «άνοιγμα» της κοινωνίας και της οικονομίας και εξηγεί ποιες είναι οι προϋποθέσεις που θα μας επιτρέψουν να ζήσουμε φέτος ένα φυσιολογικό καλοκαίρι.

Κύριε Γώγο, είναι γνωστό ότι ένα πολύ μικρό ποσοστό των ασθενών με Covid-19, που δεν ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου, μπορεί να νοσήσουν βαριά, ακόμα και να καταλήξουν. Ένα χρόνο μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, υπάρχει σαφής εικόνα για τους παράγοντες που καθορίζουν τη βαρύτητα της νόσου σε αυτές τις πληθυσμιακές ομάδες; Πόσο κοντά βρίσκεται η επιστημονική κοινότητα στη λύση αυτού του «γρίφου»;

Οι βασικοί παράγοντες κινδύνου παραμένουν η μεγάλη ηλικία και τα υποκείμενα νοσήματα, όπως ο διαβήτης, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, η υπέρταση, η νεφρική νόσος, η ανοσοκαταστολή κλπ. Αναφορικά με τα άτομα που δεν ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου, φαίνεται πως υπάρχει κάποια προδιάθεση να εμφανίσουν αυτό που λέμε «υπερφλεγμονώδες σύνδρομο» και διερευνάται κάποια πιθανή γενετική προδιάθεση. Αυτό που προσπαθούμε να δούμε άμεσα, μέσα από ελληνικές κλινικές μελέτες, είναι εάν μπορούμε με χρήση εύκολων βιοδεικτών να καθορίσουμε ποιοι ασθενείς πρόκειται να ωφεληθούν από έγκαιρη χρήση προσωποποιημένης θεραπείας υπό την μορφή ανοσοτροποποιητικής αγωγής.

Οι Έλληνες ασθενείς έχουν πρόσβαση στις θεραπείες ανάλογη με αυτή που έχουν οι ασθενείς άλλων, αναπτυγμένων χωρών;

Ναι, οι ασθενείς μας στην Ελλάδα έχουν πρόσβαση στη θεραπεία που συνιστάται από τους διεθνείς επιστημονικούς φορείς αλλά και τις επικαιροποιημένες ελληνικές οδηγίες. Φυσικά, παραμένει δυστυχώς ένα θεραπευτικό κενό στη θεραπεία της COVID-19 και υπάρχουν πολλά πράγματα που πρέπει ακόμα να γίνουν. Αναμένεται η δυνατότητα χορήγησης μονοκλωνικών αντισωμάτων και στην Ευρώπη, μετά την ολοκλήρωση των κλινικών μελετών που «τρέχουν», ενώ μένει να ολοκληρωθεί και η έρευνα γύρω από την ευεργετική χρήση πλάσματος και η διάθεση νεότερων αντιϊκών φαρμάκων.

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας απέδωσε την ευθύνη για το μεγάλο ποσοστό θανάτων εκτός ΜΕΘ στους γιατρούς. Ποια είναι η δική σας θέση;

Έζησα την πανδημία από κοντά και στο πρώτο κύμα, όταν είχαμε τη μαζική προσέλευση ασθενών από την ομάδα προσκυνητών στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Πάτρας, και στο δεύτερο, όταν επισκέφτηκα με ομάδα γιατρών κάποια νοσοκομεία της βόρειας Ελλάδας. Σας διαβεβαιώ ότι οι προσπάθειες του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού ήταν ηρωϊκές κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Να σημειώσω εδώ τον μεγάλο αριθμό γιατρών και νοσηλευτών (-τριών) που νόσησαν από τη νόσο και δυστυχώς κάποιοι από αυτούς έχασαν και τη ζωή τους στο καθήκον.  Η θνητότητα στη χώρα μας ήταν καλύτερη από πολλές Ευρωπαϊκές χώρες και αυτό οφείλεται οπωσδήποτε στην ενίσχυση  του ΕΣΥ με ταχεία ανάπτυξη κλινών COVID, κυρίως όμως στην υπεύθυνη, συνεχή και εν πολλοίς συγκινητική προσπάθεια του προσωπικού των Νοσοκομείων του ΕΣΥ, που πραγματικά ξεπέρασε τον… εαυτό του.

Το μεγάλο επιδημιολογικό φορτίο που υπήρξε κατά το δεύτερο κύμα αύξησε την πίεση στο σύστημα τόσο στις κλινικές COVID όσο και στις ΜΕΘ COVID, και αυτό οδήγησε, όπως συνέβη και σε προηγμένες υγειονομικά χώρες, σε αύξηση της θνησιμότητος, παρά, επαναλαμβάνω, την υπεύθυνη στάση του προσωπικού και την ακατάπαυστη παρουσία στο πλευρό των ασθενών. Να σημειωθεί, πάντως, ότι πολλοί βαρέως πάσχοντες ασθενείς νοσηλεύονται πλέον σε κλινικές COVID όπου υποστηρίζονται με προηγμένα συστήματα μη μηχανικής υποστήριξης της αναπνοής και αυτό έχει δειχτεί ότι είναι ιδιαίτερα θετικό στη νόσο αυτή και μπορεί να προλάβει τη διασωλήνωση, μπορεί όμως να σχετιστεί και με την αύξηση θανάτων εκτός ΜΕΘ, λόγω της βαρύτητας των περιστατικών.

Βλέπουμε ότι παρά τα οριζόντια μέτρα οι ρυθμοί υποχώρησης της επιδημίας είναι αρκετά αργοί. Πού οφείλεται αυτό και πώς επιχειρεί η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων να ξεπεράσει αυτό το «σκόπελο»;

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι που εμποδίζουν την υποχώρηση της επιδημίας παρά τα αυστηρά οριζόντια μέτρα. Υπάρχουν οι “κόκκινες” περιοχές, όπως έχετε δει, όπου το επιδημιολογικό φορτίο είναι μεγάλο και που μπορεί δυστυχώς να τροφοδοτούν την κοινότητα με κρούσματα και να συμβάλλουν στη συνέχιση της διασποράς. Παράλληλα υπάρχουν και οι συρροές κρουσμάτων σε κλειστές δομές, επιχειρήσεις, ακόμα και οικογένειες που επηρεάζουν επίσης το ρυθμό ανάσχεσης της πανδημίας. Τέλος κεντρικό ρόλο παίζει η συμμόρφωση στη τήρηση των μέτρων καθώς και η επιτήρηση και ο έλεγχος, που συχνά υπολείπεται και έτσι η αποτελεσματικότητα των οριζόντιων μέτρων δεν είναι η προβλεπόμενη.

Νομίζω ότι η καλύτερη δυνατή και με την πλέον πρόσφορη στόχευση επικοινωνία των μέτρων στους πολίτες, η αύξηση της επιτήρησης και του ελέγχου και η καλύτερη δυνατή εικόνα με ευρεία εφαρμογή διαγνωστικών τεστ θα βοηθήσει να ξεπεραστεί το πρόβλημα. Δε χρειάζεται φυσικά να τονίσω το σημαντικό ρόλο που θα παίξει ο εμβολιασμός του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ανθρώπων.

Έχουν οι επιδημίες τα ίδια χαρακτηριστικά και σε άλλες χώρες;

Τα χαρακτηριστικά της επιδημίας COVID ήταν κοινά σε όλο το δυτικό κόσμο με δεδομένα τα συστήματα υγείας, τους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς, την κατοχύρωση δημοκρατικών συμπεριφορών και της ελευθερίας βούλησης. Υπήρξαν προβλήματα με την επάρκεια των συστημάτων υγείας ακόμα και σε πολύ προηγμένα κράτη, προβλήματα με την τήρηση των μέτρων, με την αμφισβήτηση και τον αρνητισμό, ακόμα και με την εκτεταμένη παραπληροφόρηση. Υπήρξαν διαφορές σε σχέση με την ταχύτητα επιβολής περιοριστικών μέτρων,  την υιοθέτηση της θεωρίας για ανοσία αγέλης, τη διενέργεια διαγνωστικών τεστ κλπ, που μπορεί να επηρέασαν κάποιες παραμέτρους, αλλά σε γενικές γραμμές τα χαρακτηριστικά της πανδημίας ήταν παρόμοια. Για το λόγο αυτό νομίζω ότι πρέπει να διαμορφωθεί μια ενιαία πολιτική από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση τόσο για την αντιμετώπιση της πανδημίας, όσο και για την εμβολιαστική πολιτική που ακολουθεί.

Όπως και πολλοί άλλοι επιστήμονες, έχετε ταχθεί ανοιχτά κατά της στρατηγικής του «ακορντεόν». Ποια είναι η εναλλακτική επιλογή σε περίπτωση αυξομειώσεων των κρουσμάτων και των άλλων επιδημιολογικών δεδομένων;

Η τακτική του “ακορντεόν” οδηγεί σε εξάντληση του υγειονομικού συστήματος και έχει πολλές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Χρειάζεται συστηματική επιτήρηση, μεγάλος αριθμός διαγνωστικών τεστ για άμεση διάγνωση και απομόνωση αλλά και δειγματοληπτικά κατά περιοχή για την καταγραφή της υπάρχουσας διασποράς, καθώς και συνεχής ενίσχυση και αναβάθμιση του συστήματος υγείας.

Φυσικά, η άριστη δυνατή επιδημιολογική επιτήρηση και χρήση μοντέλων πρόγνωσης μπορεί να οδηγήσει σε έγκαιρη και πρώιμη χρήση παρεμβάσεων, πριν χρειαστούν οριζόντια μέτρα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, τα λεγόμενα “lockdown” πρέπει να είναι μια λύση αποφυγής μεγάλης διασποράς όταν το επιβάλλει η επιδημιολογική κατάσταση που διαμορφώνεται. Υπεράνω όλων είναι εξάλλου η δημόσια υγεία.

Ποια είναι η γνώμη σας για το «άνοιγμα» του λιανεμπορίου και ποια είναι η προτεραιοποίηση ως προς τους υπόλοιπους τομείς της κοινωνίας και της οικονομίας;

Το καθεστώς του “lockdown” δε μπορεί να είναι συνεχές, παρά το γεγονός ότι αποτελεί το απόλυτο μέτρο προστασίας στην πανδημία. Οι επιπτώσεις του σε κοινωνικές και οικονομικές παραμέτρους είναι δραματικές, ενώ δε πρέπει να υποτιμάμε και την επίδρασή του σε υγειονομικές παραμέτρους, όπως οι ψυχολογικές συνέπειες στους πολίτες, η επίδραση της επερχόμενης φτώχειας στην υγεία και κυρίως η  μη εξυπηρέτηση ασθενών με non-covid νοσήματα, όπως οι κακοήθειες, οι χειρουργικές επεμβάσεις, τα χρόνια νοσήματα κλπ. Η σταθερή βελτίωση των επιδημιολογικών παραμέτρων και η μερική αποφόρτιση του συστήματος υγείας έδωσε το «πράσινο φως», πάντα με την προϋπόθεση της απόλυτης τήρησης των μέτρων και την επίταση των ελέγχων προς αυτή την κατεύθυνση. Υπάρχει πάντα ρίσκο σε αυτές τις ενέργειες, το οποίο θα εκτιμηθεί κατά τη διάρκεια των ερχόμενων ημερών. Περαιτέρω διαδικασίες άρσης περιοριστικών μέτρων, σχετιζόμενων με την εκπαίδευση, που αποτελεί προτεραιότητα, την εστίαση κλπ θα ακολουθήσουν σταδιακά, εφόσον το επιτρέψουν τα επιδημιολογικά δεδομένα.

Δεδομένου ότι μέχρι τον Ιούνιο, αν και σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας δεν θα έχουμε επιτύχει συλλογική ανοσία, θα έχει εμβολιαστεί μία κρίσιμη μάζα του πληθυσμού, πώς αναμένεται να είναι το φετινό καλοκαίρι; Εκτιμάτε ότι θα λειτουργήσει κανονικά ο κλάδος της Φιλοξενίας;

Το στοίχημα του μαζικού εμβολιασμού σε ποσοστά 70% του πληθυσμού είναι μεγάλο και δύσκολο, ιδιαίτερα όταν πρέπει να αποδώσει σε παγκόσμια κλίμακα. Φυσικά, ένα μεγάλο βήμα θα αποτελέσει ο εμβολιασμός του υγειονομικού προσωπικού και των ευάλωτων ομάδων, γιατί αυτό θα αποφορτίσει την πίεση στο σύστημα υγείας, ελαττώνοντας την νοσηρότητα και θνητότητα. Εάν έχουμε έγκαιρο εφοδιασμό με όλες τις υπάρχουσες πλατφόρμες εμβολίων μπορούμε να φτάσουμε όσο γίνεται πιο κοντά στο στόχο ενός ικανοποιητικού τείχους ανοσίας, για να μπορέσουμε να ζήσουμε ένα φυσιολογικό καλοκαίρι. Ο κλάδος της Φιλοξενίας θα ενισχυθεί σαφώς, ιδιαίτερα εφόσον εξασφαλιστεί σημαντική εμβολιαστική κάλυψη σε όλες τις χώρες καθώς και η δυνατότητα ελέγχου με γρήγορα τεστ των επισκεπτών.

Είστε υπέρ ή κατά της επίδειξης πιστοποιητικού εμβολιασμού στα ταξίδια; Πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος ενός τέτοιου μέτρου στην αντιμετώπιση της πανδημίας και πόσο εφικτή μπορεί να είναι η εφαρμογή του;

Το θέμα αυτό είναι πολύπλοκο και έχει να κάνει με ένα σύνολο παραμέτρων, όπως η υγειονομική ασφάλεια από τη μία, αλλά και το θέμα των προσωπικών δεδομένων, θέματα νομικά, θέματα ηθικής και δεοντολογίας κλπ. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αντιμετωπιστεί κεντρικά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ούτως ώστε να υπάρχει ενιαία στάση από τα κράτη – μέλη και να στηρίζεται σε όλα τα παραπάνω που προανέφερα.

Θεωρείτε ότι η χώρα έχει διαχειριστεί μέχρι στιγμής αποτελεσματικά το δεύτερο κύμα της επιδημίας. Αν όχι τι πιστεύετε ότι θα έπρεπε να έχει γίνει διαφορετικά;

Ποτέ δεν υπάρχει το τέλειο στην αντιμετώπιση αυτού του τύπου καταστάσεων, όπως η αντιμετώπιση μιας πρωτόγνωρης πανδημίας, αυτής της έκτασης και σφοδρότητας. Η διαχείριση έγινε με την εγκατάσταση της αναγκαίας οργανωτικής δομής, τη δημιουργία ομάδων διαχείρισης, τη δημιουργία δικτύου επιδημιολογικής επιτήρησης, την αναδιοργάνωση του συστήματος υγείας, την εξασφάλιση συνεχούς και έγκυρης ενημέρωσης των πολιτών και φυσικά συνεχίζεται τώρα με το κορυφαίο θέμα, δηλαδή την οργάνωση του εμβολιασμού.

Το δεύτερο κύμα υπήρξε σφοδρό, όπως συνέβη και σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και αυτό οδήγησε σε δυσκολίες διαχείρισης, με δεδομένη την κόπωση του πληθυσμού αλλά και του υγειονομικού συστήματος, τις ανάγκες επανεκκίνησης της κοινωνίας και της οικονομίας αλλά και της εξυπηρέτησης  των υπόλοιπων νοσημάτων από το ΕΣΥ. Υπήρξε μεγάλη πίεση στο σύστημα υγείας, παρά την σχετική ενίσχυσή του κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος.

Η ηρωική προσπάθεια όλων των εμπλεκομένων και ιδιαίτερα του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού περιόρισε κατά το δυνατό τις απώλειες,  οι οποίες όμως ήταν σαφώς μεγαλύτερες και επώδυνες, ιδιαίτερα σε περιοχές που υπέστησαν το μεγαλύτερο χτύπημα. Η συνεχής βελτίωση της μεθοδολογίας και αποτελεσματικότητος της επιδημιολογικής επιτήρησης και καταγραφής , η αύξηση των διαγνωστικών και δειγματοληπτικών τεστ, η συνεχής αναβάθμιση αλλά και η εισαγωγή νέων προγνωστικών μοντέλων για τη διασπορά (όπως η καταγραφή της κινητικότητος, η μέτρηση του ιϊκού φορτίου στα λύματα κλπ) θα βοηθήσουν στην πρωϊμότερη διάγνωση κινδύνου και λήψης στοχευμένων και αποτελεσματικών περιοριστικών μέτρων, οριζόντιων ή περιοχικών. Να σημειωθεί, φυσικά, η ανάγκη για τη συνεχή αξιολόγηση, ενίσχυση και αναβάθμιση των Νοσοκομείων μας, σε υποδομές, εξοπλισμό και προσωπικό αλλά και για η ένταξη της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στον αγώνα κατά του SARS-CoV-2.


ΣΧΟΛΙΑ