bloomberg

Financial Times

Η ναυτιλία είναι το νέο σύνορο στη μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής

  • Financial Times
tanker ναυλαγορά ναυτιλία


Αυτή την εβδομάδα, απέκτησε ξαφνικά παρουσία στον κυβερνοχώρο μία ιστοσελίδα για κάτι που αυτοαποκαλείται «Συμμαχία για την Αμερικανική Ενεργειακή Ασφάλεια». Παρουσία πλήρη, με έναν υπερδραστήριο λογαριασμό στο Twitter που στέλνει μηνύματα σχετικά με τη ρύθμιση και τη ρύπανση.

Δεδομένου ότι αυτή η ομάδα πίεσης υποστηρίζεται άμεσα και έμμεσα από μεγάλες επιχειρήσεις ενέργειας, χάλυβα και ναυτιλιακές εταιρείες (συμπεριλαμβανομένων των BP, Exxon και Marathon), μπορεί να μαντέψατε ότι απεχθάνεται τους παρεμβατικούς περιβαλλοντικούς ελέγχους και ότι στηρίζει τη δέσμευση του Donald Trump να τους καταργήσει.

Λάθος. Το κίνητρο για αυτήν τη νέα συμμαχία είναι ο φόβος ότι η κυβέρνηση του κ. Trump θέλει να εμποδίσει τους αυστηρούς νέους περιβαλλοντικούς κανόνες στον ναυτιλιακό κόσμο.

Ειδικότερα, την 1η Ιανουαρίου 2020, ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός (IMO) του ΟΗΕ θα υποχρεώσει όλα τα πλοία στον κόσμο είτε να μειώσουν την περιεκτικότητα σε θείο των καυσίμων τους από 3,5% σε 0,5% είτε να χρησιμοποιήσουν ακριβά συστήματα καθαρισμού (scrubbers) ή διαφορετικές πηγές ενέργειας.

Οι οικονομολόγοι πιστεύουν ότι αυτό θα αυξήσει το κόστος των καυσίμων. Και επειδή η κυβέρνηση του Trump δεν θέλει σε καμία περίπτωση να συμβεί κάτι τέτοιο σε μία εκλογική χρονιά, κάποιοι αξιωματούχοι πρότειναν να καθυστερήσουν ή να αποθαρρυνθούν οι μεταρρυθμίσεις.

Αλλά φαίνεται ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις στον κόσμο της ναυτιλίας απέκτησαν ξαφνικά περιβαλλοντική συνείδηση – ή, για την ακρίβεια, πατριωτικό ένστικτο (ασχέτως αν έχουν υποστηρίξει μερικές από τις άλλες ρυθμιστικές ανατροπές του κ. Trump).

Γιατί το βασικό σημείο για τα ναυτιλιακά καύσιμα είναι ότι οι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι είναι σε θέση να κυριαρχήσουν στις επιχειρήσεις με χαμηλή συγκέντρωση θείου. Επιπλέον, οι αμερικανικοί ναυτιλιακοί όμιλοι βρίσκονται πολύ πιο μπροστά από τους στρατηγικούς ανταγωνιστές τους όσον αφορά στη συμμόρφωση με τα νέα πρότυπα.

«Ο IMO 2020 είναι ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τον αμερικανικό ενεργειακό τομέα», λέει ο Ken Spain, εκπρόσωπος της συμμαχίας. «Η βιομηχανία έχει επενδύσει 100 δισ. δολάρια τα τελευταία 10 χρόνια, ενώ ξένοι παραγωγοί, όπως η Ρωσία και το Ιράν, δεν έχουν κάνει τις απαραίτητες επενδύσεις σε επίπεδο υποδομών και δεν παράγουν αργό πετρέλαιο χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο».

Είναι μια περίεργη ανατροπή στον χορό μεταξύ του Λευκού Οίκου και των επιχειρήσεων. Και θα αποτελέσει εξαιρετικό αντικείμενο μελέτης για μελλοντικούς σπουδαστές σχολών διοίκησης επιχειρήσεων που θέλουν να καταλάβουν πώς η ρύθμιση και ο ανταγωνισμός μπορούν να αλληλεπιδρούν με απρόσμενους τρόπους. Αντανακλά αυτό που συνέβη πρόσφατα στην Wall Street, όπου οι μεταρρυθμίσεις μετά την κρίση, που υποτίθεται ότι θα ήλεγχαν τη δύναμη των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ομίλων, κατέληξαν να την εδραιώνουν.

Αλλά το γεγονός ότι η συμμαχία υποστηρίζει τα πρότυπα του IMO 2020 ενάντια στον κ. Trump είναι πραγματικά καλό νέο. Μέχρι τώρα, οι δυτικοί πολιτικοί που είχαν «πράσινη» ατζέντα – όπως η Alexandria Ocasio-Cortez, η πρωτοπόρος βουλευτής των Δημοκρατικών – δεν μιλούσαν τόσο πολύ για τη ναυτιλία. Αντ ‘αυτού, επικεντρώθηκαν στα αυτοκίνητα, στα αεροπλάνα και στα ανθρακωρυχεία.

Ωστόσο, ο τομέας της ναυτιλίας χρειάζεται επειγόντως περισσότερη προσοχή και συζήτηση. Αντιπροσωπεύει εξάλλου περίπου το 14% των παγκόσμιων εκπομπών θείου, που είναι τοξικό. Και όσον αφορά στη συνολική συμβολή της στα αέρια του θερμοκηπίου, η ναυτιλία αντιπροσωπεύει περίπου το 3% του συνόλου, όπως και η αεροπορία. Επιπλέον, οι εκπομπές από τη ναυτιλία αναμένεται να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια.

Αυτό εξηγεί γιατί ο ΙΜΟ είναι αποφασισμένος να προχωρήσει. Και αυτό που είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό τώρα – και επίσης ευπρόσδεκτο – είναι ότι οι μεγάλες δυτικές τράπεζες απαίτησαν πρόσφατα από τους ναυτιλιακούς ομίλους να γίνουν πιο «καθαροί». Μεταξύ άλλων, ορισμένες τράπεζες αρνούνται να χρηματοδοτήσουν πλοία που δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες του ΙΜΟ.

Αλλά μέσα σε όλα αυτά τα καλά νέα υπάρχει το ερώτημα του τι θα συμβεί στη συνέχεια. Μετά την επιβολή του ανώτατου ορίου θείου, ο επόμενος στόχος του IMO είναι να μειώσει τις εκπομπές άνθρακα στο μισό μέχρι το 2050. Ορισμένοι ναυτιλιακοί όμιλοι, όπως η Maersk, θέλουν να πάνε ακόμα πιο μακριά και πιο γρήγορα. Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει απλά με τη χρήση των υφιστάμενων καυσίμων, ακόμη και εκείνων που είναι φτωχά σε θείο.

Πραγματοποιούνται ήδη περιορισμένα πειράματα για την εξεύρεση νέων μορφών πρόωσης. Αυτήν την εβδομάδα, η Ikea, η σουηδική εταιρεία λιανικής πώλησης επίπλων, ανακοίνωσε ότι δοκιμάζει ναυτιλιακά καύσιμα από δασικά απόβλητα και ανακυκλωμένα λάδια μαγειρικής. Η Νορβηγία υιοθετεί σκάφη κινούμενα με μπαταρία ή ακόμη και με… πανιά. Αυτές οι πρωτοβουλίες, όμως, δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν χωρίς σοβαρές εταιρικές βάσεις – και τεράστιες νέες οικονομικές επενδύσεις. Και αν ο εταιρικός κόσμος της Αμερικής «κερδίζει» με καύσιμα χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο, θα έχει λιγότερα κίνητρα να διερευνήσει εναλλακτικές λύσεις.

Ή για να το θέσουμε αλλιώς, είναι καλή είδηση ότι η αμερικανική βιομηχανία υποστηρίζει τις μεταρρυθμίσεις του ΙΜΟ. Αλλά θα ήταν καλύτερα να υπήρχε επίσης μια ομάδα πίεσης που να υποστηρίζει δυναμικά την καθαρότερη εναλλακτική ενέργεια. Το «πράσινο» βγαίνει σε διάφορες αποχρώσεις – και μερικές φορές έχει μια πιο βρώμικη πλευρά.

[ft_copy]


ΣΧΟΛΙΑ