bloomberg

Financial Times

Η Lansdowne κατακεραυνώνει τα ομόλογα

  • του Laurence Fletcher


Η Lansdowne Partners, ένα από τα μεγαλύτερα και πιο σημαίνοντα hedge funds της Ευρώπης, στοιχηματίζει ότι οι αγορές βρίσκονται στα πρόθυρα ανατροπής, η οποία θα οδηγήσει σε μεγάλη πτώση τις «βλακώδεις» σήμερα τιμές των ομολόγων, πτώση των τεχνολογικών μετοχών και αναβίωση των μετοχών του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η εταιρεία, η οποία διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία αξίας περίπου 15 δισ. δολαρίων και ακολουθεί μακροπρόθεσμη στρατηγική ως προς τις μετοχές, προβλέπει, σύμφωνα με πηγή που έχει γνώση του θέματος, ότι θα υπάρξουν σημαντικότατες ανατροπές στις τάσεις που κυριαρχούσαν στις αγορές τα τελευταία χρόνια.

Μπορεί οι αγορές να λειτουργούν εδώ και αρκετό καιρό υπό την ευεργετική επίδραση των μέτρων που λαμβάνουν οι κεντρικές τράπεζες, αλλά η Lansdowne αναμένει τώρα ότι οι κυβερνήσεις θα αρχίσουν να εκδίδουν περισσότερα ομόλογα για να μπορούν να χρηματοδοτούν τις δαπάνες τους, γεγονός που θα μπορούσε να φέρει αναταραχή στις τιμές των ομολόγων, αλλά και σε μετοχές που πρωταγωνίστησαν σε επίπεδο επιδόσεων τα τελευταία χρόνια.

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η τροποποίηση του χαρτοφυλακίου της Lansdowne είναι πιθανό να φέρει σημαντική αύξηση της έκθεσής της στο βρετανικό χρηματιστήριο. Για το fund των Ανεπτυγμένων Αγορών, το κεφάλαιο «ναυαρχίδα» της Lansdowne, αυτό θα σηματοδοτούσε κάτι σαν… επιστροφή στις ρίζες, καθώς το συγκεκριμένο fund εστίαζε αρχικά στο Ηνωμένο Βασίλειο, πριν αρχίσει να δραστηριοποιείται στην παγκόσμια αγορά το 2012.

«Είναι σαφές πως [η Lansdowne] θεωρεί ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει», ανέφερε χαρακτηριστικά η ίδια πηγή.

«Οι κυβερνήσεις θα δαπανήσουν τόνους χρήματος για να ενισχύσουν τις οικονομικές προοπτικές, εξέλιξη που θα περιορίσει τους πολιτικούς κινδύνους και θα οδηγήσει σε αύξηση των επιτοκίων χωρίς κίνδυνο [στις αποδόσεις των ασφαλέστερων κρατικών ομολόγων]». Οι αποδόσεις αυξάνονται, καθώς μειώνονται οι τιμές.

Η Lansdowne αρνήθηκε να σχολιάσει.

Παρότι η Lansdowne αλλάζει από καιρό σε καιρό τα στοιχήματά της για μεμονωμένες μετοχές, μια τόσο ευρεία μεταστροφή είναι σπάνιο φαινόμενο.

Η εταιρεία, της οποίας το κυρίαρχο κεφάλαιο που «τρέχουν» ο Peter Davies και ο Jonathon Regis έχει ετησιοποιημένη απόδοση 10% από τότε που πρωτοξεκίνησε, το 2001, παρακολουθείται στενά από πολλά αντίπαλα hedge funds. Η Lansdowne, όμως, είναι επίσης ένας από τους πιο συνεσταλμένους απέναντι στη δημοσιότητα «παίκτες» στον κλάδο των hedge funds και δεν αποκαλύπτει τα μεγάλα στοιχήματά της ούτε καν στους επενδυτές της.

Η μεταβολή του χαρτοφυλακίου έρχεται σε μια περίοδο που οι διαχειριστές κεφαλαίων σε ολόκληρη την Ευρώπη πασχίζουν να τα βγάλουν πέρα αφενός με το φαινόμενο των αρνητικών αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και αφετέρου με μια οικονομική ανάπτυξη που παραπαίει. Ενώ πολλοί επενδυτές πιστεύουν πως ο χαμηλός πληθωρισμός και οι αγορές ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα κρατήσουν τις αποδόσεις σε πολύ χαμηλά επίπεδα για το άμεσο μέλλον, άλλοι πιστεύουν ότι οι τιμές των ομολόγων δείχνουν ευάλωτες.

«Οι τιμές των ομολόγων είναι βλακώδεις. Έχουν φτάσει σε ηλίθια επίπεδα», δηλώνει ο άνθρωπος που βρίσκεται κοντά στο Lansdowne. «Δεν μπορείς να δικαιολογήσεις το ότι αγοράζεις κάτι με αρνητική απόδοση, όταν οι κυβερνήσεις έχουν την ευκαιρία να εκδώσουν περισσότερα», προσθέτει.

Το κυνήγι των επιφυλακτικών απέναντι στο ρίσκο επενδυτών για τίτλους που μοιάζουν με ομόλογα έχει ανεβάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα και τις αμυντικές μετοχές (εταιρείες λιγότερο ευάλωτες στην άνοδο και την πτώση της οικονομικής δραστηριότητας). Το χάσμα μεταξύ αμυντικών και των κυκλικών μετοχών είναι τώρα «τουλάχιστον ίσο σε μέγεθος με εκείνο που παρατηρήθηκε στο τεχνολογικό boom των τελών της δεκαετίας του 90», ανέφερε η ίδια πηγή, προσθέτοντας ότι οι αμυντικές μετοχές είναι πιθανό να κινηθούν πτωτικά.

Ωστόσο, οι βασικοί οδηγοί της συμπεριφοράς των επενδυτών κατά την τελευταία δεκαετία -η παρέμβαση των κεντρικών τραπεζών και ο πολιτικός κίνδυνος- μπορεί να είναι έτοιμοι να αλλάξουν, συμπαρασύροντας στην αλλαγή κάποιες από τις μεγαλύτερες τάσεις της περασμένης δεκαετίας.

Οι πολιτικοί κίνδυνοι μπορεί να μειωθούν, λέει ο ίδιος, αναφέροντας ως παράδειγμα τον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ-Κίνας και το Brexit, κατά τα προσεχή τρίμηνα.

Η Lansdowne αναμένει επίσης από τις κυβερνήσεις να αρχίσουν να εκδίδουν περισσότερα ομόλογα προκειμένου να χρηματοδοτήσουν υψηλότερες δαπάνες. Μια τέτοια εξέλιξη όμως δεν θα τονώσει απλά την οικονομική ανάπτυξη, αλλά θα οδηγήσει και στην αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων.

Η Lansdowne στοιχηματίζει τώρα ότι οι κυκλικές και φθηνές μετοχές αξίας (value stocks), όπως ονομάζονται, που υποαπέδιδαν για χρόνια έναντι των ταχύτερα αναπτυσσόμενων μετοχών, θα αρχίσουν να τα πηγαίνουν καλά.

Η Lansdowne αλλάζει επίσης τακτική και στο θέμα των τεχνολογικών μετοχών, οι οποίες διέγραψαν εντυπωσιακότατη πορεία κατά την τελευταία δεκαετία. Έχοντας πωλήσει θέσεις στις Amazon και Google πέρυσι, το fund στοιχηματίζει πλέον ότι κάποιες τεχνολογικές μετοχές θα πέσουν.

Η Lansdowne «γίνεται από long short στην τεχνολογία [καθώς] οι αποτιμήσεις είναι υπερβολικά υψηλές», ανέφερε το πρόσωπο. Short σημαίνει ότι στοιχηματίζει σε πτώση των τιμών. «Θα αγοράζατε Facebook… τώρα; Όχι», προσθέτει η ίδια πηγή.

Η Lansdowne θεωρείται εδώ και πολλά χρόνια το χρυσό πρότυπο του equity hedge fund investing, παρότι ίχε επίδοση κάτω του μετρίου τα τελευταία χρόνια. Φέτος το κεφάλαιο των Αναπτυγμένων Αγορών έχει υποχωρήσει κατά 5,3%, ενώ ο δείκτης S&P 500 έχει ενισχυθεί πάνω από 18%.

Το hedge fund αναμένει επίσης να αυξήσει σημαντικά τη θέση του σε μετοχές του Ηνωμένου Βασιλείου, εάν υποχωρήσουν οι πολιτικοί κίνδυνοι. Μία αντιθετική θέση, όταν ο δείκτης FTSE 100 κινείται γύρω από το επίπεδο που ήταν και στα τέλη του 2016. Ωστόσο, η Lansdowne πιστεύει ότι οι εταιρείες λειτουργούν με πολύ καλύτερο τρόπο από ό,τι πριν από 10 ή 15 χρόνια και έχουν ισχυρότερους ισολογισμούς.

«Οι βρετανικές εταιρείες είναι σημαντικά υποτιμημένες», λέει η πηγή των FT.

«Η οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου είναι δομικά σε πολύ καλή θέση. Εάν συγκρίνατε την ανεργία στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ, θα ήταν δύσκολο να τις διαφοροποιήσετε και όμως τα αφηγήματα έχουν τεράστια απόκλιση», προσθέτει.