Business

Ξηρό φορτίο: Διαρκής ή εποχιακή η ανάκαμψη της αγοράς;

bulker ναυτιλία


Τις τελευταίες μέρες έχουμε γίνει μάρτυρες μίας ισχυρής ανάκαμψης στην αγορά του ξηρού φορτίου, χάρη στην οποία η αγορά βρίσκεται σε υψηλά 5,5 ετών.

Στην πιο πρόσφατη εβδομαδιαία έκθεσή της, η ναυλομεσιτική Allied Shipbroking επισημαίνει ότι «τροφοδοτούμενη από τη σημαντική άνοδο στις τιμές ναύλωσης του ξηρού φορτίου που έχει επισημανθεί από τα μέσα Ιουνίου, έχουμε δει αξιόλογη αισιοδοξία να εμφανίζεται στην αγορά για μία ακόμα φορά. Όσο εντυπωσιακή κι αν μοιάζει ωστόσο, είναι ασαφές το σε ποιο βαθμό βλέπουμε μία αλλαγή των θεμελιωδών μεγεθών της αγοράς σε εξέλιξη και σε ποιο βαθμό είναι απλώς μία εποχιακή άνοδος, που πιθανότατα θα υποχωρήσει μόλις η η τυπική κανονικότητα της αγοράς επανέλθει ξανά. Κοιτάζοντας τα στοιχεία, αρχίζει να γίνεται όλο και πιο εμφανές ότι αυτό το πρόσφατο ράλι έχει πυροδοτηθεί, σε αξιόλογο βαθμό, από την αύξηση της ζήτησης για σιδηρομετάλλευμα της οποίας έχουμε γίνει πρόσφατα μάρτυρες».

Σύμφωνα με τον Γ. Λαζαρίδη, επικεφαλής έρευνας και αξιολογήσεων της Allied Shipbroking, «οι τιμές για το σιδηρομετάλλευμα έφτασαν σε νέο υψηλό αυτή την εβδομάδα, φτάνοντας σε ένα επίπεδο τιμών που είχε σημειωθεί τελευταία το 2014. Αν και αυτό πυροδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από το έλλειμμα προμηθειών μετά το δυστύχημα του φράγματος της Vale, τον Ιανουάριο, παρατηρήθηκε μια αξιόλογη κινητικότητα κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο εβδομάδων από την πλευρά της ζήτησης, η οποία βοήθησε να βελτιωθούν οι συνθήκες της αγοράς. Η κινεζική ζήτηση για σιδηρομετάλλευμα αυξήθηκε πρόσφατα, καθώς οι αυξανόμενες τιμές χάλυβα ώθησαν πολλούς χαλυβουργούς να αυξήσουν τα επίπεδα παραγωγής τους, προσπαθώντας ταυτόχρονα να ανοικοδομήσουν το μεγαλύτερο μέρος των αποθεμάτων τους. Σε όλα αυτά, η αγορά των capesizes ανταποκρίθηκε γρήγορα, έχοντας μάλιστα πληγεί από ένα δύσκολο 1ο και 2ο τρίμηνο».

Ο Λαζαρίδης πρόσθεσε ότι «τα υγιή στοιχεία για την ανάπτυξη του στόλου έχουν αρχίσει να εμφανίζονται εδώ, ενώ οι ναυλωτές φαίνονται να έχουν αρκετά μεγάλη βιασύνη για να ναυλώσουν όσα πλοία μπορούν να βρουν άμεσα. Όλα αυτά συμβαίνουν κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που κατά τα τελευταία δύο χρόνια έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί εποχιακά υψηλό σημείο ζήτησης για το ξηρό φορτίο και βρισκόμαστε στη μέση μιας τέλειας συνταγής για μία ικανή άνοδο της αγοράς. Ταυτόχρονα, παρακολουθήσαμε μια ισχυρή πίεση από την αγορά των capesizes σε εκείνη των τομέων μικρότερου μεγέθους, ενώ οι περισσότεροι από αυτούς τους τομείς τροφοδότησαν επίσης κάποια αυξημένη δραστηριότητα στα σιτηρά που έλαβε χώρα στη λεκάνη του Ατλαντικού. Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα αυτού ήταν αυτό που παρατηρήθηκε στην αγορά των panamaxes, με τον BPI-TCA να καταγράφει την Τρίτη τη μεγαλύτερη ημερήσια άνοδό του από  το 2013».

Κατά τον ίδιο, «για την ώρα, φαίνεται πως βρισκόμαστε ακόμη σε αυτό το θετικό μομέντουμ, καθώς τα περισσότερα από τα τμήματα μικρότερου μεγέθους εξακολουθούν να παρουσιάζουν κέρδη προς το παρόν. Παρ ‘όλα αυτά, φαίνεται ότι η αρχική ώθηση της αγοράς έχει χάσει λίγο έδαφος και αργά το καλοκαίρι ίσως να δούμε να γίνονται αξιόλογες διορθώσεις στην αγορά εμπορευματικών μεταφορών. Συνολικά, αυτό το τελευταίο ράλι ίσως δεν μπόρεσε να δείξει ότι η αγορά βρίσκεται σε άριστη κατάσταση και ότι θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε αυτές τις πρόσφατες αυξήσεις στα ναύλα για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους. Ωστόσο, βοηθά στο να επισημανθεί ότι έχει επιτευχθεί εύλογη ισορροπία όσον αφορά στη ζήτηση και την προσφορά, κάτι που μπορεί να αποδειχθεί ανεκτίμητο για να επιστρέψει η αγορά στην πορεία ανάκαμψης που βιώσαμε στα τέλη του 2017 και τις αρχές του 2018. Εξακολουθούν να υπάρχουν αρκετά σημαντικά εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν από την πλευρά της ζήτησης, ενώ χαμηλά ποσοστά ανάπτυξης της ζήτησης εξακολουθούν να αναμένονται για το 2019 συνολικά. Ωστόσο, με την περιορισμένη προσφορά του στόλου, υπάρχει περιθώριο για σταθερή βελτίωση των μέσων επιπέδων των τιμών ναύλωσης. Όλα αυτά βέβαια έρχονται με ένα μεγάλο “αν” και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το ότι δεν θα δούμε άλλα γεγονότα ακραίων κινδύνων όπως αυτά που σημειώθηκαν κατά τα τέλη του 2018 και στις αρχές του 2019».