Η υπόθεση του «Σαν Σίρο» επανέρχεται στο προσκήνιο, αυτή τη φορά όχι για το αρχιτεκτονικό σχέδιο ή το επιχειρηματικό πλάνο των συλλόγων, αλλά για τη νομιμότητα της ίδιας της διαδικασίας πώλησης. Οι εισαγγελείς στο Μιλάνο έχουν ανοίξει φάκελο προκειμένου να εξετάσουν αν η διοικητική διαδικασία που οδήγησε στη μεταβίβαση του γηπέδου προς την Ίντερ και τη Μίλαν παραβίασε βασικές αρχές ανταγωνισμού.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η επιλογή του δήμου να μην προχωρήσει σε κλασικό δημόσιο διαγωνισμό αλλά να χρησιμοποιήσει τον μηχανισμό της λεγόμενης «ισοδύναμης πράξης διαγωνισμού», βάσει της ιταλικής νομοθεσίας για τα γήπεδα. Πρόκειται για πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2025 και θεωρητικά άφηνε ανοιχτό το πεδίο σε επενδυτές.

1

Το project των 71.500 θέσεων στο Μιλάνο το deal των 1,25 δισ. ευρώ!

Οι εισαγγελικές αρχές εξετάζουν αν οι όροι συμμετοχής διαμορφώθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε ουσιαστικά να ευνοούν μόνο τις δύο ομάδες. Αν αποδειχθεί ότι τα κριτήρια ήταν «κομμένα και ραμμένα», τότε τίθεται ζήτημα ακύρωσης της διαδικασίας και επανεκκίνησης από μηδενική βάση.

Διαρροές εγγράφων και ηλεκτρονικά ίχνη

Δεύτερος πυλώνας της έρευνας αφορά πιθανές διαρροές εμπιστευτικών πληροφοριών την περίοδο 2021–2023. Οι εισαγγελείς εξετάζουν τουλάχιστον δύο περιπτώσεις όπου προσχέδια αποφάσεων ή τμήματά τους φέρεται να κοινοποιήθηκαν σε συμβούλους που συνεργάζονταν με τους συλλόγους πριν από την επίσημη δημοσίευσή τους.

Το αποδεικτικό υλικό βασίζεται κυρίως σε ηλεκτρονικές επικοινωνίες: emails, μηνύματα και συνομιλίες. Αν επιβεβαιωθεί ότι υπήρξε άτυπη συνεννόηση μεταξύ δημόσιων λειτουργών και ιδιωτικών συμφερόντων, τότε η υπόθεση αποκτά βαρύ ποινικό και θεσμικό φορτίο, καθώς τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της διαφάνειας.

Η δέσμευση ηλεκτρονικών συσκευών και οι έρευνες σε γραφεία δείχνουν ότι η υπόθεση βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο, με τα πρώτα συμπεράσματα να θεωρούνται θέμα χρόνου.

Το εύρος της έρευνας και τα πρόσωπα

Η έρευνα δεν περιορίζεται σε ένα στενό κύκλο. Περιλαμβάνει υψηλόβαθμα στελέχη της τοπικής αυτοδιοίκησης, παράγοντες που συμμετείχαν στον σχεδιασμό της πολεοδομικής ανάπτυξης, συμβούλους των συλλόγων αλλά και πρόσωπα που σχετίζονται με τις διοικήσεις της Ίντερ και της Μίλαν.

Οι αρχές εξετάζουν ολόκληρη την αλυσίδα λήψης αποφάσεων: από τη σύνταξη των εγγράφων και τις διαπραγματεύσεις μέχρι την τελική διαμόρφωση της συμφωνίας. Το εύρος δείχνει ότι δεν πρόκειται για μια τυπική διοικητική διερεύνηση αλλά για υπόθεση που μπορεί να επηρεάσει συνολικά το μοντέλο υλοποίησης του έργου.

Επένδυση δισεκατομμυρίων και αστικός μετασχηματισμός

Το νέο γήπεδο στο Μιλάνο αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα έργα υποδομών στην Ευρώπη. Δεν αφορά μόνο στην κατασκευή ενός σύγχρονου σταδίου αλλά έναν πλήρη μετασχηματισμό της περιοχής του «Σαν Σίρο», με κατοικίες, γραφεία και εμπορικές χρήσεις.

Ο στόχος είναι σαφής: αύξηση εσόδων για τους συλλόγους, ενίσχυση εμπορικών δραστηριοτήτων και δημιουργία ενός πολυλειτουργικού χώρου που θα λειτουργεί όλο τον χρόνο. Πρόκειται για επένδυση που αποτιμάται σε επίπεδα δισεκατομμυρίων ευρώ, με κρίσιμο ρόλο για τη μελλοντική ανταγωνιστικότητα των δύο συλλόγων απέναντι στα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά brand.

Ωστόσο, η κοινωνική διάσταση παραμένει ανοιχτή. Υπάρχουν αντιδράσεις για την εμπορευματοποίηση της περιοχής, αύξηση τιμών ακινήτων και πιθανή αλλοίωση του χαρακτήρα της γειτονιάς. Η έρευνα των εισαγγελέων προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας σε μια ήδη σύνθετη εξίσωση.

Καθυστερήσεις, αλλαγές ή restart

Σε αυτή τη φάση δεν υπάρχουν κατηγορίες για διαφθορά, όπως επισημαίνουν οι δημοτικές αρχές, οι οποίες υποστηρίζουν ότι όλες οι ενέργειες έγιναν σύμφωνα με το νόμο. Παρ’ όλα αυτά, η ένταση και το εύρος της έρευνας δημιουργούν σοβαρό ρίσκο για το χρονοδιάγραμμα του έργου.

Αν επιβεβαιωθούν παρατυπίες, τα σενάρια περιλαμβάνουν καθυστερήσεις, τροποποίηση της δομής της επένδυσης ή ακόμη και πλήρη επανεκκίνηση της διαδικασίας πώλησης. Για την Ίντερ και τη Μίλαν το διακύβευμα είναι τεράστιο, καθώς το νέο γήπεδο αποτελεί βασικό πυλώνα του οικονομικού τους μοντέλου για τα επόμενα χρόνια.

Για τον δήμο του Μιλάνου, η υπόθεση εξελίσσεται σε τεστ αξιοπιστίας: όχι μόνο για τη διαχείριση μιας εμβληματικής επένδυσης αλλά και για την ισορροπία μεταξύ δημόσιου συμφέροντος και ιδιωτικών κεφαλαίων.