Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Η JPMorgan βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο μιας μεγάλης ποδοσφαιρικής διαμάχης, πέντε χρόνια μετά την εμπλοκή της στο αποτυχημένο εγχείρημα της European Super League. Αυτή τη φορά, η μεγαλύτερη αμερικανική τράπεζα βάσει ενεργητικού έχει αναλάβει συμβουλευτικό ρόλο στο σχέδιο της FIFA για την άντληση κεφαλαίων ύψους 3,66 δισ. ευρώ και την είσοδο εξωτερικών επενδυτών σε μια νέα εμπορική εταιρεία.

Η επιχείρηση, την οποία η FIFA προετοιμάζει εδώ και αρκετούς μήνες, έχει προκαλέσει σφοδρή αντίδραση στις ευρωπαϊκές ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες. Οι αμφιβολίες για το εάν μπορεί πλέον να ολοκληρωθεί είναι σοβαρές, καθώς η UEFA και τα 55 μέλη της απειλούν με αποχή από όλες τις διοργανώσεις της FIFA όσο παραμένει ενεργό το σχέδιο.

1

Η αντίδραση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή δεν περιορίζεται στην Ευρώπη. Η Concacaf, η συνομοσπονδία που εκπροσωπεί τη Βόρεια και Κεντρική Αμερική και την Καραϊβική, έχει επίσης απορρίψει την πρόταση. Δύο από τις έξι ηπειρωτικές συνομοσπονδίες του παγκόσμιου ποδοσφαίρου έχουν, επομένως, τοποθετηθεί απέναντι σε μια συναλλαγή που η FIFA παρουσιάζει ως εργαλείο χρηματοδότησης και διεθνούς ανάπτυξης.

Η νέα εταιρεία και η αποτίμηση των 17,3 δισ. ευρώ

Στον πυρήνα του σχεδίου βρίσκεται η δημιουργία μιας νέας εμπορικής εταιρείας, στην οποία θα συγκεντρωθούν περιουσιακά στοιχεία και δικαιώματα που συνδέονται με τις διοργανώσεις της FIFA. Η αποτίμησή της υπολογίζεται περίπου στα 17,3 δισ. ευρώ, ενώ ο στόχος είναι να αντληθούν 3,66 δισ. ευρώ από εξωτερικούς επενδυτές.

Είναι το Μουντιάλ… προς πώληση; Το σχέδιο του Ινφαντίνο και ο… δάκτυλος Τραμπ που προκαλούν παγκόσμια σύγκρουση

Η συναλλαγή θα άνοιγε για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα την πόρτα σε ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, κρατικά επενδυτικά ταμεία, θεσμικούς επενδυτές και ισχυρά οικογενειακά επενδυτικά γραφεία. Το βασικό ζήτημα αφορά στο τι ακριβώς θα αποκτούσαν οι επενδυτές έναντι των κεφαλαίων τους και πόσο ουσιαστική επιρροή θα μπορούσαν να ασκήσουν στην εμπορική διαχείριση των σημαντικότερων ποδοσφαιρικών διοργανώσεων.

Η JPMorgan έχει επιφορτιστεί με τη συγκρότηση μιας διεθνούς ομάδας υποψήφιων επενδυτών. Σύμφωνα με τους Financial Times, η τράπεζα συμβουλεύει τη FIFA επί αρκετούς μήνες, έχοντας αναλάβει να προσεγγίσει κρατικά επενδυτικά ταμεία, θεσμικά χαρτοφυλάκια και οικογενειακά επενδυτικά σχήματα με την οικονομική δυνατότητα να συμμετάσχουν σε μια συμφωνία τέτοιου μεγέθους.

Ως επικεφαλής επενδυτής έχει προκριθεί το Thrive Eternal, το επενδυτικό σχήμα υπό τον Τζος Κούσνερ. Η επιλογή του συγκεκριμένου κεφαλαίου τοποθετεί έναν ισχυρό αμερικανικό επενδυτικό όμιλο στην πρώτη γραμμή της επιχείρησης. Ο Κούσνερ είναι ο ιδρυτής της Thrive Capital και αδελφός του Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρού του Ντόναλντ Τραμπ και πρώην ανώτερου συμβούλου του στον Λευκό Οίκο.

Η εμπλοκή του Thrive Eternal ως βασικού επενδυτή αυξάνει την πολιτική και επιχειρηματική ευαισθησία γύρω από τη συμφωνία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις της ηγεσίας της FIFA με την αμερικανική κυβέρνηση παρακολουθούνται στενά. Παράλληλα, η επιλογή του δημιουργεί ερωτήματα για τη σύνθεση της τελικής επενδυτικής ομάδας, το ποσοστό που θα παραχωρούσε η FIFA και τα δικαιώματα τα οποία θα συνόδευαν αυτή τη συμμετοχή.

Η UEFA απειλεί με καθολικό μποϊκοτάζ

Η απάντηση της UEFA ήταν άμεση και ομόφωνη. Οι 55 εθνικές ομοσπονδίες που συγκροτούν την ευρωπαϊκή συνομοσπονδία απείλησαν να μποϊκοτάρουν τις διοργανώσεις της FIFA, εφόσον η παγκόσμια ομοσπονδία προχωρήσει στην είσοδο ιδιωτών επενδυτών.

Η θέση αυτή αφορά σε κάθε διοργάνωση που τελεί υπό τον έλεγχο της FIFA και δεν περιορίζεται στο Μουντιάλ ανδρών. Εάν η απειλή εφαρμοζόταν, θα προκαλούσε πρωτοφανή θεσμική κρίση, καθώς οι ευρωπαϊκές εθνικές ομάδες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της αγωνιστικής, εμπορικής και τηλεοπτικής αξίας των διοργανώσεων της παγκόσμιας ομοσπονδίας.

Μια διοργάνωση χωρίς τις ευρωπαϊκές ομάδες θα έχανε ένα πολύ μεγάλο τμήμα της εμπορικής της ισχύος. Οι χορηγίες, τα τηλεοπτικά συμβόλαια, τα έσοδα από εισιτήρια και φιλοξενία, αλλά και η συνολική αποτίμηση των δικαιωμάτων της FIFA, στηρίζονται στην παρουσία των κορυφαίων εθνικών ομάδων και ποδοσφαιριστών της Ευρώπης. Συνεπώς, η απειλή της UEFA χτυπά ακριβώς το οικονομικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο έχει υπολογιστεί η αξία των 17,3 δισ. ευρώ.

Η απόρριψη του σχεδίου από την Concacaf διευρύνει το μέτωπο. Η αντίδραση της συνομοσπονδίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή στην περιοχή ευθύνης της βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Μεξικό και ο Καναδάς, δηλαδή οι τρεις χώρες που φιλοξενούν το Μουντιάλ του 2026. Πρόκειται για αγορές καθοριστικές για την εμπορική στρατηγική της FIFA, αλλά και για την προσέλκυση των επενδυτών που αναζητεί η JPMorgan.

Η σκιά της αποτυχημένης European Super League

Η νυν αντιπαράθεση επαναφέρει στη μνήμη τον ρόλο της JPMorgan στην απόπειρα δημιουργίας της European Super League το 2021. Η τράπεζα είχε συμφωνήσει να χρηματοδοτήσει το εγχείρημα με δισεκατομμύρια ευρώ, όμως το σχέδιο κατέρρευσε μέσα σε λίγες ημέρες μετά τις αντιδράσεις φιλάθλων, κυβερνήσεων, ομοσπονδιών και ποδοσφαιρικών αρχών.

Η σύγκριση είναι επιβαρυντική για την εικόνα της JPMorgan. Παράγοντες της επενδυτικής αγοράς εκτιμούν ότι η τράπεζα κινδυνεύει να υποστεί ένα ακόμη σοβαρό πλήγμα στη φήμη της, εάν η συμφωνία της FIFA καταρρεύσει ή προκαλέσει ανοικτή σύγκρουση μεταξύ της παγκόσμιας ομοσπονδίας και των ηπειρωτικών συνομοσπονδιών.

Αθλητικός επενδυτής, μιλώντας στους Financial Times, προειδοποίησε ότι η τράπεζα θα μπορούσε να εξέλθει από τη διαμάχη με «ένα μεγάλο μαύρο μάτι». Η φράση αποτυπώνει τον κίνδυνο να συνδεθεί για δεύτερη φορά το όνομα της JPMorgan με ένα φιλόδοξο οικονομικό σχέδιο που συναντά καθολική αντίσταση από το οργανωμένο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

Η πλευρά της τράπεζας απορρίπτει, πάντως, τη σύγκριση με τη European Super League. Πηγές που γνωρίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει η JPMorgan τη συναλλαγή υποστηρίζουν ότι η προτεινόμενη άντληση κεφαλαίων έχει στόχο να ενισχύσει τη χρηματοδότηση του ποδοσφαίρου σε παγκόσμιο επίπεδο.

Κατά την ίδια άποψη, το σχέδιο διαφέρει θεμελιωδώς από το κλειστό αγωνιστικό μοντέλο της European Super League. Εκείνο προέβλεπε μια διοργάνωση με εγγυημένη συμμετοχή για τους ισχυρότερους συλλόγους και ουσιαστικά περιορισμένη πρόσβαση για τους υπόλοιπους. Στην περίπτωση της FIFA, το σχέδιο αφορά σε μια επενδυτική και εμπορική δομή, χωρίς να έχει παρουσιαστεί αλλαγή στους όρους συμμετοχής των εθνικών ομάδων στις διοργανώσεις.

Το επιχείρημα αυτό δεν έχει πείσει τις ποδοσφαιρικές αρχές. Το βασικό σημείο της αντιπαράθεσης αφορά στην εκχώρηση οικονομικών συμφερόντων σε εξωτερικούς επενδυτές και στις μακροπρόθεσμες συνέπειες μιας τέτοιας κίνησης. Ένας ιδιώτης που επενδύει δισεκατομμύρια απαιτεί οικονομική απόδοση, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει το αγωνιστικό ημερολόγιο, τον αριθμό των διοργανώσεων, τη διανομή των εσόδων και τις εμπορικές αποφάσεις της FIFA.

Το ρίσκο για τη FIFA και την JPMorgan

Άνθρωπος που συμμετέχει στη συναλλαγή παραδέχθηκε ότι όσοι εργάζονται πάνω στη συμφωνία περίμεναν έντονη δημόσια αντίδραση, χαρακτηρίζοντάς την μάλιστα «υστερική». Υποστήριξε ότι κάθε υπόθεση που συνδέεται με το ποδόσφαιρο προκαλεί βαθύ διχασμό, συγκρίσιμο ίσως μόνο με εκείνον που προκαλεί η πολιτική.

Η τοποθέτηση φανερώνει ότι η FIFA και οι σύμβουλοί της γνώριζαν εξαρχής τον κίνδυνο. Η ένταση της αντίδρασης, ωστόσο, φαίνεται να ξεπέρασε το επίπεδο μιας συνηθισμένης δημόσιας αντιπαράθεσης. Η ομόφωνη στάση 55 ευρωπαϊκών ομοσπονδιών και η ξεχωριστή απόρριψη από την Concacaf μετατρέπουν το ζήτημα σε θεσμικό εμπόδιο που επηρεάζει άμεσα τη βιωσιμότητα της επένδυσης.

Για τους υποψήφιους επενδυτές, η αξία της νέας εταιρείας εξαρτάται από τη σταθερότητα των διοργανώσεων και την εξασφαλισμένη συμμετοχή των κορυφαίων εθνικών ομάδων. Η απειλή μποϊκοτάζ δημιουργεί αβεβαιότητα για τις μελλοντικές χρηματορροές και μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερη αποτίμηση, αλλαγή των όρων ή αποχώρηση ενδιαφερόμενων κεφαλαίων.

Για την JPMorgan, το διακύβευμα αφορά τόσο στην οικονομική ολοκλήρωση της συμφωνίας όσο και στην εταιρική της φήμη. Η τράπεζα καλείται να πείσει τους επενδυτές ότι το σχέδιο μπορεί να προχωρήσει, ενώ δύο μεγάλες συνομοσπονδίες το έχουν ήδη απορρίψει. Κάθε καθυστέρηση ή υπαναχώρηση δυσκολεύει τον σχηματισμό του επενδυτικού σχήματος που της έχει ανατεθεί.

Η FIFA βρίσκεται μπροστά σε μια εξίσου δύσκολη επιλογή. Μπορεί να επιμείνει στη συγκέντρωση των 3,66 δισ. ευρώ, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο μιας πρωτοφανούς σύγκρουσης, ή να επανεξετάσει το σχέδιο, τους όρους και το ποσοστό συμμετοχής των εξωτερικών επενδυτών. Η αξία των 17,3 δισ. ευρώ αποτελεί ισχυρό οικονομικό δέλεαρ, αλλά στηρίζεται σε ένα ποδοσφαιρικό οικοδόμημα που χρειάζεται τη συμμετοχή των εθνικών ομοσπονδιών για να παραμείνει εμπορικά ισχυρό.