Η φετινή έκδοση του Deloitte Football Money League με την κατάταξη εσόδων έφερε μια ιστορική τομή. Για πρώτη φορά από τη δημιουργία της λίστας, καμία ομάδα της Premier League δεν βρίσκεται στο top-4. Η εικόνα είναι καθαρή και δεν χωρά ωραιοποιήσεις: το αγγλικό πρωτάθλημα παραμένει πλούσιο, αλλά δεν είναι πια το απόλυτο οικονομικό κέντρο βάρους του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.

Στην κορυφή δεσπόζουν ξανά οι δύο ισπανικοί γίγαντες. Η Ρεάλ Μαδρίτης κατέγραψε έσοδα που αγγίζουν το ένα δισεκατομμύριο λίρες, με τη Μπαρτσελόνα να ακολουθεί σε απόσταση άνω των 150 εκατ. λιρών. Πίσω τους, Μπάγερν Μονάχου και Παρί Σεν Ζερμέν συμπληρώνουν μια τετράδα που μοιάζει περισσότερο με «καθεστώς» παρά με συγκυρία.

1

Το αγγλικό παράδοξο: πολλοί πλούσιοι, κανένας κυρίαρχος

Η Premier League εξακολουθεί να έχει τη μεγαλύτερη εκπροσώπηση στη λίστα των 20 πλουσιότερων συλλόγων παγκοσμίως. Λίβερπουλ, Μάντσεστερ Σίτι, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Άρσεναλ, Τσέλσι, Τότεναμ, Άστον Βίλα, Νιούκαστλ και Γουέστ Χαμ βρίσκονται όλοι μέσα. Κι όμως, αυτό το «βάθος πλούτου» δεν μεταφράζεται πια σε κορυφή.

Η Λίβερπουλ, πρωταθλήτρια Αγγλίας, ήταν η πιο κερδοφόρα αγγλική ομάδα, αλλά περιορίστηκε στην πέμπτη θέση παγκοσμίως. Η Μάντσεστερ Σίτι υποχώρησε στην έκτη, ενώ η Άρσεναλ έμεινε έβδομη. Η πτώση της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στην όγδοη θέση έχει και συμβολικό βάρος: ο σύλλογος που κάποτε αποτελούσε το παγκόσμιο πρότυπο εμπορικής εκμετάλλευσης, πληρώνει πλέον την αγωνιστική του παρακμή.

Το συμπέρασμα είναι σκληρό αλλά σαφές. Η ακραία ανταγωνιστικότητα της Premier League, που για χρόνια παρουσιαζόταν ως πλεονέκτημα, λειτουργεί πλέον και ως τροχοπέδη. Κανείς δεν κυριαρχεί διαχρονικά, άρα κανείς δεν μπορεί να «χτίσει» την οικονομική ηγεμονία που απολαμβάνουν Ρεάλ, Μπαρτσελόνα ή Μπάγερν στα εγχώρια πρωταθλήματά τους.

Εμπορικά έσοδα: το νέο κέντρο βάρους

Η φετινή λίστα επιβεβαιώνει μια δομική αλλαγή. Τα εμπορικά έσοδα ξεπέρασαν για τρίτη συνεχόμενη χρονιά τα τηλεοπτικά και αποτελούν τον βασικό μοχλό ανάπτυξης. Η Ρεάλ άγγιξε σχεδόν τα 500 εκατ. λίρες σε εμπορικά έσοδα, η Μπαρτσελόνα ξεπέρασε τα 430 εκατ., ενώ μόνο λίγοι ακόμη σύλλογοι –μεταξύ τους Μπάγερν, Σίτι και Λίβερπουλ– πλησίασαν ή ξεπέρασαν το όριο των 300 εκατ.

Εδώ εντοπίζεται και η αγγλική υστέρηση. Οι ομάδες της Premier League παραμένουν υπερεξαρτημένες από τα τηλεοπτικά συμβόλαια. Όταν η αγωνιστική πορεία «στραβώνει», τα έσοδα υποχωρούν άμεσα. Αντίθετα, οι ισπανικοί και γερμανικοί κολοσσοί έχουν χτίσει εμπορικές μηχανές που λειτουργούν σχεδόν ανεξάρτητα από μια κακή σεζόν.

Γήπεδα, εμπειρία και ανισότητες

Σημαντικό ρόλο παίζει και το matchday. Η Λίβερπουλ και η Άρσεναλ αύξησαν θεαματικά τα έσοδα ημέρας αγώνα, όμως άλλοι αγγλικοί σύλλογοι παρουσίασαν στασιμότητα ή πτώση. Η Μάντσεστερ Σίτι βρίσκεται εν μέσω επέκτασης του «Etihad», η Νιούκαστλ παραμένει εγκλωβισμένη στο ζήτημα του «Σεντ Τζέιμσις Παρκ», η Γουέστ Χαμ αντιμετωπίζει προβλήματα πληρότητας στο Ολυμπιακό Στάδιο, ενώ το μέλλον της Τσέλσι στο «Στάμφορντ Μπριτζ» παραμένει αβέβαιο.

Απέναντι σε αυτά, το νέο «Σαντιάγο Μπερναμπέου» λειτουργεί 365 ημέρες τον χρόνο ως μηχανή εσόδων, ενώ η ανακατασκευή του «Καμπ Νου» υπόσχεται ανάλογη δυναμική για τη Μπαρτσελόνα.

Ένα ακόμη καμπανάκι αφορά τους μισθούς. Οι περισσότερες ομάδες της λίστας μείωσαν το ποσοστό μισθών επί των εσόδων τους. Οι εξαιρέσεις; Κυρίως αγγλικές. Παρά τα αυξημένα έσοδα, αρκετοί σύλλογοι της Premier League συνεχίζουν να «καίνε» μεγάλο μέρος του τζίρου τους σε αμοιβές, δείχνοντας ότι η μετάβαση σε πιο βιώσιμα μοντέλα γίνεται με δυσκολία.

Τι σημαίνει πραγματικά η υποχώρηση

Η απουσία αγγλικής ομάδας από το top-4 δεν σημαίνει κατάρρευση. Σημαίνει όμως απώλεια αποκλειστικότητας. Η Premier League δεν είναι πια μόνη της στην κορυφή του οικονομικού κόσμου. Οι ισορροπίες αλλάζουν και η ήπειρος «απαντά» με σταθερότητα, υποδομές και εμπορική πειθαρχία.

Το μήνυμα της Deloitte είναι ωμό και καθαρό: το χρήμα ακολουθεί πλέον τη στρατηγική, όχι μόνο το τηλεοπτικό συμβόλαιο. Και σε αυτό το πεδίο, η Premier League καλείται να προσαρμοστεί, αλλιώς θα συνεχίσει να βλέπει την κορυφή από απόσταση.