Το ποδόσφαιρο του 21ου αιώνα δεν κερδίζεται μόνο με γκολ. Κερδίζεται με ισολογισμούς, data, υποδομές και, κυρίως, με κλίμακα. Η City Football Group (CFG), που ιδρύθηκε το 2013, είναι το πιο ολοκληρωμένο παράδειγμα αυτού του νέου δόγματος. Ένα πολυεθνικό football holding, με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, που αντιμετωπίζει τις ομάδες όχι ως απομονωμένα assets αλλά ως κόμβους ενός ενιαίου οικοσυστήματος.

Η χρηματοδοτική ραχοκοκαλιά της CFG είναι η Abu Dhabi United Group του σεΐχη Μανσούρ μπιν Ζαγέντ Αλ Ναχιάν. Το κεφάλαιο δεν είναι απλώς άφθονο, είναι υπομονετικό. Δεν ζητά γρήγορες υπεραξίες αλλά μακροπρόθεσμη κυριαρχία. Σε αυτό το πλαίσιο εντάχθηκε το 2019 και η Silver Lake, επενδύοντας 500 εκατ. δολάρια και αποτιμώντας την CFG στα 4,8 δισ. δολάρια. Το 2022 αύξησε το ποσοστό της στο 18%, επιβεβαιώνοντας ότι το project δεν είναι ιδιοτροπία πετρελαϊκού πλούτου αλλά θεσμικό στοίχημα.

1

Η Μάντσεστερ Σίτι ως ναυαρχίδα

Στην κορυφή του δικτύου βρίσκεται η Μάντσεστερ Σίτι. Αγορασμένη το 2008 έναντι 200 εκατ. λιρών, μετατράπηκε σε μηχανή τίτλων και εσόδων. Οκτώ πρωταθλήματα Αγγλίας, Champions League και έσοδα 715 εκατ. λιρών τη σεζόν 2023-24, ρεκόρ για την Premier League. Παράλληλα, οι εκκρεμείς κατηγορίες για παραβίαση οικονομικών κανόνων υπενθυμίζουν ότι το μέγεθος φέρνει και θεσμικό ρίσκο.

Η λογική της CFG είναι απλή και κυνικά αποτελεσματική. Κοινή τεχνογνωσία σε scouting, data, sports science και εμπορική στρατηγική. Παίκτες που αναπτύσσονται σε «δευτερεύουσες» αγορές, δοκιμάζονται, ωριμάζουν και είτε ανεβαίνουν επίπεδο είτε αποφέρουν υπεραξίες. Η αμερικάνικη Νιου Γιορκ Σίτι, η ισπανική Τζιρόνα, η ιταλική Παλέρμο, η γαλλική Τρουά και η βέλγικη Λόμελ δεν είναι απλώς ομάδες. Είναι εργαστήρια.

Λατινική Αμερική και Βραζιλία, το νέο χρυσωρυχείο

Η είσοδος στη Βραζιλία με την απόκτηση του 90% της Μπαΐα έναντι περίπου 170 εκατ. ευρώ σηματοδότησε τη δεύτερη μεγαλύτερη επένδυση μετά τη Σίτι. Νεανικό ταλέντο, τεράστια αγορά, χαμηλότερο κόστος κτήσης. Το μοντέλο εδώ είναι πιο παραδοσιακό, σχεδόν παλιάς σχολής, αλλά με σύγχρονα εργαλεία.

Δεν είναι όλα ρόδινα. Η αποχώρηση από τη Μουμπάι Σίτι της Ινδίας στο τέλος του 2025 δείχνει ότι η CFG δεν διστάζει να εγκαταλείψει αγορές χωρίς σταθερό θεσμικό πλαίσιο. Το ναυάγιο της εξαγοράς της NAC Μπρέντα, μετά τις αντιδράσεις οπαδών, υπενθύμισε ότι η ταυτότητα παραμένει ευαίσθητο ζήτημα.

Η Κίνα, η Ιαπωνία και πλέον το Ουζμπεκιστάν μπαίνουν στο κάδρο. Οι διερευνητικές επαφές για απόκτηση συλλόγου στην Κεντρική Ασία δεν είναι ρομαντισμός. Είναι πρόσβαση σε πληθυσμούς δεκάδων εκατομμυρίων, σε αγορές που διψούν για brand και know-how.

Η χρηματιστηριακή της αξία

Παρότι η City Football Group δεν είναι εισηγμένη σε χρηματιστήριο, λειτουργεί εδώ και χρόνια σαν ώριμη, θεσμική μετοχή του παγκόσμιου sports business. Η τελευταία καθαρή αποτίμηση, αυτή της επένδυσης της Silver Lake, τοποθέτησε την αξία της στα 4,8 δισ. δολάρια, αριθμός που σήμερα στην αγορά θεωρείται συντηρητικός. Ο λόγος είναι απλός και παλιάς σχολής: τα περιουσιακά της στοιχεία δεν είναι «φούσκες», αλλά ομάδες με real assets, brand equity, τηλεοπτικά έσοδα και εμπορική προοπτική. Η City Football Group συγκεντρώνει σε ένα χαρτοφυλάκιο ό,τι οι αγορές αγαπούν να βλέπουν ξεχωριστά: Premier League cash flow, La Liga υπεραξίες, MLS ανάπτυξη, Βραζιλία ταλέντο και emerging markets προοπτική. Αν αύριο έμπαινε στο ταμπλό, δεν θα αποτιμούνταν ως «ποδοσφαιρικός όμιλος», αλλά ως διεθνής πλατφόρμα ψυχαγωγίας και δεδομένων με αθλητικό DNA. Και εκεί, οι πολλαπλασιαστές ανεβαίνουν επικίνδυνα ψηλά.

Η City Football Group δεν είναι απλώς ιδιοκτήτης ομάδων. Είναι πλατφόρμα. Ένα ποδοσφαιρικό conglomerate που χτίζει αξία μέσα από κλίμακα, υπομονή και έλεγχο ρίσκου. Το αν αυτό το μοντέλο είναι βιώσιμο μακροπρόθεσμα θα κριθεί από τις ρυθμιστικές αρχές και τις αντιδράσεις των κοινωνιών του ποδοσφαίρου. Μέχρι τότε, όμως, παίζει χωρίς αντίπαλο. Και στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, αυτό είναι το πιο ακριβό τρόπαιο.