Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Οι μεγαλύτεροι ιδιοκτήτες πετρελαιοφόρων παγκοσμίως προειδοποιούν για πιθανή απότομη αντιστροφή της αγοράς, λίγες μόλις εβδομάδες μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ που είχε συμβάλει ώστε ο κλάδος να καταγράψει ένα ιστορικό τρίμηνο με ρεκόρ κερδοφορίας.

Οι πλοιοκτήτες εμφανίζονται ήδη να προετοιμάζονται για έντονη πτώση των ναύλων που μπορούν να ζητούν για τη μίσθωση δεξαμενόπλοιων, σε περίπτωση που ΗΠΑ και Ιράν καταλήξουν σε συμφωνία για την επαναλειτουργία της κρίσιμης θαλάσσιας οδού, από την οποία διέρχεται συνήθως περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου, σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times.

1

Ο αυστηρός περιορισμός της ροής μέσω των Στενών από την έναρξη της σύγκρουσης τον Φεβρουάριο έχει οδηγήσει σε απροσδόκητα υψηλές αποδόσεις για τον κλάδο, με τα συνολικά κέρδη να εκτινάσσονται στα 36 δισ. δολάρια στο πρώτο τρίμηνο, σύμφωνα με τη Clarksons, έναν από τους μεγαλύτερους ναυλομεσιτικούς οίκους διεθνώς. Το προηγούμενο ιστορικό υψηλό είχε καταγραφεί το 2022, στα 26 δισ. δολάρια.

Η ραγδαία αύξηση της κερδοφορίας, ωστόσο, συνοδεύεται από ανησυχίες για υπερθέρμανση της αγοράς, καθώς αρκετοί πλοιοκτήτες επανεπενδύουν τα κέρδη τους σε νέες ναυπηγήσεις, δημιουργώντας φόβους για έναν νέο κύκλο έντονης ανόδου και επακόλουθης κατάρρευσης, χαρακτηριστικό που ιστορικά συνοδεύει τον κλάδο της ναυτιλίας.

Σύμφωνα με στοιχεία της AXSMarine, οι παραγγελίες για τα μεγαλύτερα δεξαμενόπλοια μέσα στο τρέχον έτος έχουν ήδη ξεπεράσει κάθε προηγούμενο ετήσιο ρεκόρ που έχει καταγραφεί.

Ο διευθύνων σύμβουλος της CMB Tech, Αλεξάντερ Σαβερίς, σημείωσε χαρακτηριστικά: «Είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή η αγορά θα καταρρεύσει». Όπως πρόσθεσε, «κατά την άποψή μου, η αγορά έχει παραγγείλει υπερβολικά πολλά πλοία. Και αυτό τελικά θα στραφεί εναντίον μας.»

Οι ημερήσιοι ναύλοι των δεξαμενόπλοιων έχουν ήδη υποχωρήσει από τα υψηλά επίπεδα που καταγράφηκαν στις πρώτες εβδομάδες της σύγκρουσης, όταν το μέσο κόστος μίσθωσης είχε φτάσει τα 162.992 δολάρια την ημέρα. Για τα μεγαλύτερα πλοία, με δυνατότητα μεταφοράς περίπου 2 εκατ. βαρελιών ημερησίως, οι ναύλοι είχαν εκτοξευθεί έως τα 386.685 δολάρια ημερησίως.

Το κλείσιμο των Στενών έχει αφήσει περισσότερα από 160 δεξαμενόπλοια εγκλωβισμένα στον Περσικό Κόλπο, περιορίζοντας τη διαθέσιμη χωρητικότητα και πιέζοντας ανοδικά τους ναύλους σε παγκόσμιο επίπεδο.

Την ίδια στιγμή, η απόφαση πολλών πλοιοκτητών να δρομολογούν τα πλοία μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, αποφεύγοντας την Ερυθρά Θάλασσα και τις επιθέσεις των Χούθι, έχει επιβαρύνει περαιτέρω την προσφορά διαθέσιμων πλοίων και έχει ενισχύσει τις τιμές.

Παρά το γεγονός ότι η κυκλοφορία μέσω των Στενών παραμένει σχεδόν μηδενική, οι μέσοι ημερήσιοι ναύλοι τις τελευταίες εβδομάδες έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα μεταξύ 55.000 και 95.000 δολαρίων για τα μεγάλα πλοία, εν αναμονή πιθανής επαναλειτουργίας της θαλάσσιας οδού. Ωστόσο, τα επίπεδα αυτά παραμένουν σημαντικά υψηλότερα από τον ιστορικό μέσο όρο των 30.000 έως 40.000 δολαρίων.

Ο Έλληνας εφοπλιστής Χάρης Βαφειάς τόνισε: «Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί». Όπως ανέφερε, «έχουν πραγματοποιηθεί πολλές επενδύσεις σε μεταχειρισμένα πλοία και σε νέες ναυπηγήσεις.»

Από την πλευρά της, η Μαρία Αγγελικούση σημείωσε: «Όταν εξετάζω την αγορά των δεξαμενόπλοιων, για παράδειγμα, ναι, υπήρξε μια αύξηση των παραγγελιών νέων πλοίων το τελευταίο διάστημα», επισημαίνοντας ωστόσο ότι αυτό συνέβη μετά από περίοδο έλλειψης διαθέσιμης χωρητικότητας.

Η Αγγελική Φράγκου, με τη σειρά της, υπογράμμισε στους Financial Times ότι οι «υπερβολικές παραγγελίες νέων πλοίων» αναμένεται να πιέσουν τους ναύλους προς τα κάτω, αν και ο αντίκτυπος αυτός μπορεί να μετριαστεί «από τις παραμέτρους εθνικής ασφάλειας που σχετίζονται με τη διασφάλιση αξιόπιστων αλυσίδων ενεργειακού εφοδιασμού».

Σύμφωνα με την AXS, οι παραγγελίες δεξαμενόπλοιων φέτος κινούνται ήδη κοντά στα επίπεδα του 2024, που αποτελεί την τρίτη πιο έντονη χρονιά παραγγελιών από το 2000.

Παράλληλα, η βιομηχανία των δεξαμενόπλοιων θεωρείται ένας από τους ελάχιστους κλάδους που θα επηρεάζονταν αρνητικά από μια επιστροφή της ναυτιλιακής ροής μέσω των Στενών στα προπολεμικά επίπεδα, καθώς το κλείσιμό τους έχει εκτοξεύσει τις τιμές ενέργειας, επηρεάζοντας ευρύτερα την παγκόσμια οικονομία.

Την ίδια ώρα, ο κλάδος παραμένει κυρίαρχα στα χέρια Ελλήνων πλοιοκτητών, με στόλο αξίας 66,4 δισ. δολαρίων, σημαντικά μεγαλύτερο από εκείνον της Κίνας, σύμφωνα με τη Veson Nautical.

Αν και η αγορά είναι εξοικειωμένη με τους κύκλους έντονης ανόδου και ύφεσης, οι πολλαπλές διεθνείς αναταράξεις της τελευταίας δεκαετίας —από την πανδημία έως τον εμπορικό ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας— έχουν ενισχύσει τη μεταβλητότητα των ναύλων.

Ωστόσο, δεν συμμερίζονται όλοι την απαισιοδοξία για άμεση κατάρρευση. Ορισμένοι παράγοντες της αγοράς θεωρούν ότι οι ανησυχίες είναι υπερβολικές, υποστηρίζοντας ότι η πρόσφατη αύξηση των παραγγελιών έρχεται μετά από περίοδο υποεπένδυσης στον στόλο.

Η Μαρία Αγγελικούση δήλωσε: «Όταν εξετάζω την αγορά των δεξαμενόπλοιων, για παράδειγμα, ναι, υπήρξε μια αύξηση των παραγγελιών νέων πλοίων το τελευταίο διάστημα», ενώ η Capital Maritime Group του Ευάγγελου Μαρινάκη έχει επίσης προχωρήσει σε σημαντικό πρόγραμμα ναυπηγήσεων.

Παράλληλα, εκφράζεται η άποψη ότι ο πόλεμος μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμες ανακατατάξεις στις θαλάσσιες μεταφορές πετρελαίου, ενισχύοντας διαδρομές που αποφεύγουν περιοχές υψηλού γεωπολιτικού κινδύνου και στηρίζοντας έτσι σε βάθος χρόνου τα ναύλα των δεξαμενόπλοιων.

 

Διαβάστε επίσης 

Μελίνα Τραυλού: Η Ευρώπη πρέπει να κατανοήσει τον στρατηγικό ρόλο της ναυτιλίας

Global Ship Lease (Γιώργος Γιουρούκος): Παρήγγειλε 10 πλοία αξίας 917 εκατ. δολαρίων

Capital Link: Τι είπαν Μαρινάκης, Αγγελικούση και Προκοπίου για τη νέα κρίση της Μέσης Ανατολής