Θα μπορούσαν οι τιμητικές πολιτογραφήσεις των Έντουαρντ και Μπέτσι Κοέν να αποτελούν δυο όψεις του ίδιου… νομίσματος. Στη μια, η Ελλάδα αναγνωρίζει την προσφορά ενός διακεκριμένου φιλέλληνα. Λάτρη της αρχαίας ελληνικής ιστορίας και συγγραφέα σχετικών βιβλίων.
Στην άλλη, η Ελλάδα επενδύει στην προοπτική εξεύρεσης και προσέλκυσης επενδυτικών κεφαλαίων, τιμώντας μια ιδιοφυή γυναίκα, μια τραπεζίτισσα πρωτοπόρο στο χώρο των business.
Ουδείς μπορεί να πει με βεβαιότητα ποια εκ των δυο όψεων βάρυνε περισσότερο στην απόφαση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, μιλάμε για το ίδιο νόμισμα.
Ο Έντουαρντ Κοέν μελετά την Ελλάδα στις ρίζες της. Από το αρχαιοελληνικό δίκαιο, την οικονομία και το τραπεζικό σύστημα της αρχαίας Αθήνας.
Συνδέθηκε με την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών και τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Παντείου και τιμήθηκε με το Βραβείο Αθηνών.
Επομένως, η πολιτογράφησή του διαθέτει εξαιρετική δικαιολογητική βάση. Αναγνωρίζει τη διαχρονική πνευματική σχέση ενός εγνωσμένου επιστήμονα με την αρχαία Ελλάδα.
Όσα χρόνια, λοιπόν, ο Έντουαρντ Κοέν μελετούσε τους μηχανισμούς των αρχαίων αγορών, η Μπέτσι Κοέν ζούσε τους μηχανισμούς των σύγχρονων.
Μεταξύ άλλων, ίδρυσε την Jefferson Bank και την The Bancorp. Υπήρξε από τις πρωτοπόρους της ψηφιακής τραπεζικής στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέσω της Cohen Circle, μάλιστα, τα επενδυτικά σχήματα που δημιούργησε έχουν αντλήσει κεφάλαια άνω των 5 δισ. δολαρίων, ενώ ένα από αυτά οδήγησε την Payoneer στο χρηματιστήριο.
Κάπου εδώ, λοιπόν, η πολιτογράφηση της γίνεται οικονομικά και πολιτικά ενδιαφέρουσα.
Προφανώς, όχι λόγω του τραπεζικού της λογαριασμού – άλλωστε τα πέντε δισ. δεν είναι προσωπική της περιουσία, αλλά κεφάλαια που αντλήθηκαν από τις αγορές. Αλλά επειδή στο πρόσωπο της η Ελλάδα αναγνωρίζει τη δυνατότητα πρόσβασης σε δίκτυα χρηματοδότησης και επενδυτών, καθώς και σε μηχανισμούς διεθνούς ανάπτυξης επιχειρήσεων.

Με την πολιτογράφηση της, λοιπόν, η Ελλάδα φαίνεται να κάνει μια πολιτική επιλογή οικοδόμησης σχέσης, η οποία υπηρετεί τη σταθερή ελληνική, αλλά και ευρωπαϊκή επιδίωξη να προσελκυστούν μακροπρόθεσμα κεφάλαια για την καινοτομία, τις υποδομές και τις επιχειρήσεις που θέλουν να μεγαλώσουν.
Η Ευρώπη διαθέτει αποταμιεύσεις, αλλά υστερεί σε βάθος κεφαλαιαγορών. Δημιουργεί startups, αλλά συχνά τις βλέπει να αναζητούν χρηματοδότηση και χρηματιστηριακή έξοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το ζήτημα βρίσκεται πλέον ψηλά στην ευρωπαϊκή ατζέντα. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων να διοχετευθεί σε παραγωγικές επενδύσεις εντός της ΕΕ.
Εκεί αποσκοπεί και η υπό διαμόρφωση Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Ανάλογη ανάγκη υπάρχει και στην Ελλάδα για επιχειρήσεις που έχουν ολοκληρώσει τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης τους και χρειάζονται κεφάλαια για να σταθούν στον διεθνή ανταγωνισμό.
Ίσως σε αυτό το πεδίο η εμπειρία της Κοέν και οι επαφές με θεσμικούς επενδυτές να αποδειχθούν χρήσιμες.
Η τιμητική πολιτογράφηση της Κοέν δεν μπορεί, προφανώς, να εκληφθεί ως αντάλλαγμα ή προκαταβολή μιας επιχειρηματικής συναλλαγής.
Μπορεί, όμως, να λειτουργήσει ως ένας εύσχημος τρόπος οικοδόμησης διεθνών οικονομικών δικτύων.
Οπότε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πρόταση του Ιδρύματος Ωνάση λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο πολιτιστικό κεφάλαιο της χώρας και στην προοπτική πρόσβασης σε διεθνείς δεξαμενές κεφαλαίων. Και ως τέτοια είναι μάλλον καλοδεχούμενη.
Η συνέχεια, συνεπώς, μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα. Να αποτυπωθεί σε συγκεκριμένες επαφές ελληνικών επιχειρήσεων με επενδυτικά σχήματα, συμμετοχή διεθνών κεφαλαίων σε ελληνικά εγχειρήματα, συμβουλευτική συνδρομή σε θέματα χρηματοδότησης ή παρουσία της Κοέν σε πρωτοβουλίες για το ελληνικό οικοσύστημα καινοτομίας. “The sky is the limit” συνηθίζουν να λένε οι υπεραισιόδοξοι όταν πρόκειται για οικονομικές και επιχειρηματικές πρωτοβουλίες.
Σε κάθε περίπτωση, τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Έτσι και θα κριθεί το αν και κατά πόσο μια τιμητική πολιτογράφηση μπορεί να μετατραπεί σε συνεργασίες, χρηματοδοτικά κανάλια και ευκαιρίες για ελληνικές επιχειρήσεις.
Ουδείς μπορεί να προεξοφλήσει οτιδήποτε. Άλλωστε, μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει, δημοσίως τουλάχιστον, κάποια συγκεκριμένη επένδυση της Κοέν στην Ελλάδα. Είναι, όμως, μια αρχή.
Η Ελλάδα προσέφερε την ελληνική ιθαγένεια σε δυο ανθρώπους και, προτού προκύψει οποιαδήποτε επένδυση κεφαλαίων, επένδυσε στο ουσιαστικό κεφάλαιο των καλών σχέσεων.
Ποιοι είναι οι δύο «Ελληνες»
Ο Έντουαρντ Ε. Κοέν (Edward E. Cohen) και η Μπέτσι Ζ. Κοέν (Betsy Z. Cohen) αποτελούν ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ζευγάρι της αμερικανικής οικονομικής και πνευματικής ελίτ. Και οι δύο έχουν διαγράψει μακρόχρονες και επιτυχημένες επαγγελματικές πορείες, με σημαντική παρουσία στον τραπεζικό και επιχειρηματικό κόσμο, αλλά και με έντονη δραστηριότητα στον χώρο της εκπαίδευσης, του πολιτισμού και της φιλανθρωπίας.
Ο Έντουαρντ Κοέν ξεχωρίζει κυρίως για τον συνδυασμό της επιχειρηματικής του δραστηριότητας με την ακαδημαϊκή έρευνα για την οικονομία και την κοινωνία της αρχαίας Αθήνας. Η Μπέτσι Κοέν, από την άλλη πλευρά, θεωρείται πρωτοπόρος του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος και μία από τις γυναίκες που συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη των σύγχρονων χρηματοοικονομικών τεχνολογιών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχέση τους με την Ελλάδα, κυρίως μέσω της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, ενός από τα σημαντικότερα διεθνή ιδρύματα για τη μελέτη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Η λατρεία για την Αρχαία Ελλάδα
Ο Έντουαρντ Ε. Κοέν είναι Αμερικανός επιχειρηματίας, νομικός, οικονομικός ιστορικός, συγγραφέας και πανεπιστημιακός μελετητής, γνωστός για την ιδιαίτερη συμβολή του στην κατανόηση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της αρχαίας Ελλάδας. Η προσωπικότητά του παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθώς συνδυάζει δύο κόσμους που συχνά αντιμετωπίζονται ως διαφορετικοί: τον κόσμο της σύγχρονης επιχειρηματικότητας και των χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων με εκείνον της κλασικής αρχαιότητας και της ιστορικής έρευνας.
Σε αντίθεση με πολλούς ακαδημαϊκούς που αφιερώνουν αποκλειστικά τη σταδιοδρομία τους στην πανεπιστημιακή διδασκαλία και έρευνα, ο Κοέν ανέπτυξε παράλληλα σημαντική επιχειρηματική δραστηριότητα. Υπήρξε ιδρυτής και επικεφαλής επιχειρήσεων στους τομείς της ενέργειας, των ακινήτων και των τραπεζικών υπηρεσιών.
Η επαγγελματική αυτή εμπειρία αποτέλεσε ένα από τα βασικά στοιχεία της επιστημονικής του προσέγγισης, επιτρέποντάς του να εξετάσει την αρχαία ελληνική οικονομία όχι μόνο μέσα από τα ιστορικά και φιλολογικά τεκμήρια, αλλά και μέσα από την πρακτική γνώση της λειτουργίας των αγορών, του δανεισμού και των οικονομικών συναλλαγών.
Η ακαδημαϊκή διαδρομή του Έντουαρντ Κοέν χαρακτηρίζεται από υψηλού επιπέδου σπουδές σε δύο διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα. Είναι κάτοχος διδακτορικού τίτλου στις Κλασικές Σπουδές από το Πανεπιστήμιο Princeton και διδακτορικού στη Νομική από το Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια.
Καθοριστική υπήρξε η σχέση του με την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα (American School of Classical Studies at Athens – ASCSA). Κατά την ακαδημαϊκή χρονιά 1961–1962 συμμετείχε στο πρόγραμμα της Σχολής ως τακτικό μέλος. Η εμπειρία αυτή αποτέλεσε έναν σημαντικό σταθμό στη σύνδεσή του με την Ελλάδα και τη μελέτη του αρχαίου ελληνικού κόσμου.
Η σχέση αυτή δεν περιορίστηκε στα νεανικά του χρόνια. Αντίθετα, εξελίχθηκε σε μια πολυετή συνεργασία και σε μια σταθερή δέσμευση για την ενίσχυση των κλασικών σπουδών.
Το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό της επιστημονικής δραστηριότητας του Έντουαρντ Κοέν είναι η προσπάθειά του να αναδείξει την οικονομική πολυπλοκότητα της αρχαίας Αθήνας.
Η Αθήνα του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ. είναι γνωστή κυρίως για τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία, το θέατρο, την τέχνη και την πολιτική της ζωή. Ωστόσο, πίσω από αυτά τα επιτεύγματα υπήρχε μια κοινωνία με έντονη εμπορική δραστηριότητα, οικονομικές συναλλαγές, δανεισμό, πιστωτικές σχέσεις και θεσμούς που διευκόλυναν τη διακίνηση του πλούτου.

Ο Κοέν συγκαταλέγεται στους μελετητές που έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση σε αυτή την πλευρά του αρχαίου ελληνικού κόσμου.
Στο έργο του εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν οι οικονομικές συναλλαγές, ποιοι συμμετείχαν στις εμπορικές και τραπεζικές δραστηριότητες, πώς οργανώνονταν οι σχέσεις δανειστών και οφειλετών και πώς συνδέονταν οι οικονομικές πρακτικές με τις κοινωνικές και νομικές δομές της αθηναϊκής πόλης.
Ένα από τα πιο γνωστά βιβλία του είναι το Athenian Economy and Society: A Banking Perspective («Η αθηναϊκή οικονομία και κοινωνία: Μια τραπεζική προσέγγιση»). Μέσα από αυτό το έργο εξετάζει την τραπεζική δραστηριότητα στην κλασική Αθήνα και τον ρόλο της στη λειτουργία της οικονομίας.
Παράλληλα με την επιστημονική του δραστηριότητα, ο Έντουαρντ Κοέν οικοδόμησε σημαντική σταδιοδρομία στον επιχειρηματικό κόσμο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σύμφωνα με την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, συμμετείχε στην ίδρυση και διοίκηση σημαντικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν στον ενεργειακό τομέα, στην αγορά ακινήτων και στις τραπεζικές υπηρεσίες.
Η επιχειρηματική του παρουσία συνδέθηκε και με εκείνη της συζύγου του, Μπέτσι Κοέν, η οποία ανέπτυξε μία από τις πιο αξιοσημείωτες σταδιοδρομίες γυναικών στον αμερικανικό τραπεζικό κλάδο.
Το Forbes αναφέρει ότι ο Έντουαρντ Κοέν ήταν μέτοχος της Jefferson Bank, της τράπεζας που ίδρυσε η σύζυγός του το 1974. Όταν η τράπεζα πωλήθηκε το 1999 έναντι 337 εκατομμυρίων δολαρίων, το ζευγάρι αποκόμισε, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του περιοδικού, περίπου 50 εκατομμύρια δολάρια μετά από φόρους.
Το γεγονός αυτό αποτυπώνει τη σημαντική οικονομική επιτυχία της οικογένειας, αλλά και τη συμμετοχή του Έντουαρντ Κοέν σε επενδυτικές δραστηριότητες πέρα από το ακαδημαϊκό του έργο.
Η αναγνώριση της προσφοράς του Έντουαρντ Κοέν κορυφώθηκε στις 12 Μαΐου 2022, όταν η Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα τον τίμησε με το Athens Prize, στο πλαίσιο της έκτης ετήσιας φιλανθρωπικής εκδήλωσής της στη Νέα Υόρκη.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο ιστορικό Gotham Hall του Μανχάταν, παρουσία περισσότερων από 350 προσκεκλημένων από τον ακαδημαϊκό, επιχειρηματικό, πολιτιστικό και φιλανθρωπικό κόσμο.
Το βραβείο απονεμήθηκε στον Κοέν ως αναγνώριση της εξαιρετικής συμβολής του στην προαγωγή της γνώσης για την αρχαία Ελλάδα.
Μπέτσι Κοέν: Η πρωτοπόρος τραπεζίτισσα
Η Μπέτσι Ζ. Κοέν, γεννημένη ως Betsy Zubrow στις 29 Οκτωβρίου 1941 στη Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι Αμερικανίδα επιχειρηματίας, τραπεζίτης, επενδύτρια και πρώην δικηγόρος. Θεωρείται μία από τις πρωτοπόρους γυναίκες στον αμερικανικό τραπεζικό τομέα, έχοντας διαγράψει μια σταδιοδρομία που εκτείνεται σε περισσότερες από πέντε δεκαετίες.
Η επαγγελματική της πορεία χαρακτηρίζεται από τη δημιουργία και ανάπτυξη τραπεζικών οργανισμών, την έγκαιρη αναγνώριση των δυνατοτήτων της ψηφιακής τραπεζικής και την έντονη δραστηριοποίησή της στον χώρο των χρηματοοικονομικών τεχνολογιών, γνωστό διεθνώς ως fintech.
Το 1963 αποφοίτησε από το Bryn Mawr College, ένα από τα γνωστότερα ιστορικά γυναικεία κολέγια των Ηνωμένων Πολιτειών.
Στη συνέχεια εισήχθη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνιας. Εκεί βρέθηκε σε ένα έντονα ανδροκρατούμενο περιβάλλον: σύμφωνα με το Forbes, ήταν μία από μόλις έξι γυναίκες σε μια τάξη περίπου 200 φοιτητών.
Η Κοέν εργάστηκε ως βοηθός ομοσπονδιακού εφέτη στο Εφετείο των Ηνωμένων Πολιτειών για την Τρίτη Περιφέρεια, συνίδρυσε δικηγορική εταιρεία με αντικείμενο το εμπορικό δίκαιο και δίδαξε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Rutgers.
Σύμφωνα με το Forbes, υπήρξε η δεύτερη γυναίκα καθηγήτρια Νομικής στην ανατολική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών, μετά τη Ruth Bader Ginsburg, η οποία αργότερα έγινε δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ.
Ωστόσο, η Κοέν αντιλήφθηκε σχετικά νωρίς ότι το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της δεν βρισκόταν αποκλειστικά στην άσκηση της δικηγορίας. Ήθελε να συμμετέχει η ίδια στη δημιουργία και διοίκηση επιχειρήσεων.
Η γνώση της για το εμπορικό και τραπεζικό δίκαιο αποτέλεσε τη βάση για τη μετάβασή της στον χρηματοοικονομικό κλάδο.
Η ίδρυση της Jefferson Bank και η καθιέρωσή της στον τραπεζικό κόσμο
Το 1974, σε ηλικία 32 ετών, η Μπέτσι Κοέν ίδρυσε την Jefferson Bank στη Φιλαδέλφεια.
Η Jefferson Bank ξεκίνησε ως περιφερειακό τραπεζικό ίδρυμα και σταδιακά εξελίχθηκε σε σημαντική τράπεζα της αγοράς της Φιλαδέλφειας.
Η Κοέν παρέμεινε επικεφαλής της για περίπου 25 χρόνια, επιβλέποντας την ανάπτυξή της, τη διεύρυνση των δραστηριοτήτων της και την αύξηση των περιουσιακών της στοιχείων.
Μέχρι το 1999, η Jefferson Bank είχε φτάσει να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία περίπου 1,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων και είχε καταστεί η μεγαλύτερη τοπικά ελεγχόμενη κοινοτική τράπεζα της Φιλαδέλφειας.
Την ίδια χρονιά η Κοέν αποφάσισε να πουλήσει την τράπεζα στη Hudson United Bancorp, με έδρα το Νιου Τζέρσεϊ, έναντι 337 εκατομμυρίων δολαρίων.
Η πώληση αποτέλεσε μια ιδιαίτερα επιτυχημένη επιχειρηματική συναλλαγή. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Forbes, η Μπέτσι και ο σύζυγός της Έντουαρντ, ο οποίος ήταν επίσης μέτοχος, αποκόμισαν συνολικά περίπου 50 εκατομμύρια δολάρια μετά από φόρους.
Η εξάπλωση του διαδικτύου και του ηλεκτρονικού εμπορίου δημιουργούσε νέες ανάγκες για ηλεκτρονικές πληρωμές, ψηφιακούς λογαριασμούς και τραπεζικές υπηρεσίες που θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στις δραστηριότητες μη τραπεζικών επιχειρήσεων.
Με αυτή τη λογική ίδρυσε τη The Bancorp, έναν οργανισμό που συνδύαζε την παραδοσιακή τραπεζική υποδομή με τεχνολογικές υπηρεσίες.
Υπό την ηγεσία της, τα περιουσιακά στοιχεία της The Bancorp αυξήθηκαν σε περίπου πέντε δισεκατομμύρια δολάρια.
Η Κοέν παρέμεινε στη θέση της διευθύνουσας συμβούλου και προέδρου μέχρι τα τέλη του 2014, όταν αποφάσισε να αποχωρήσει από την ενεργό διοίκηση.
Η δραστηριοποίησή της στα SPACs
Η επόμενη φάση της καριέρας της συνδέθηκε με τις λεγόμενες εταιρείες ειδικού σκοπού εξαγοράς, γνωστές ως SPACs (Special Purpose Acquisition Companies).
Πρόκειται για εταιρείες που αντλούν κεφάλαια από επενδυτές μέσω εισαγωγής στο χρηματιστήριο, με σκοπό να συγχωνευθούν στη συνέχεια με κάποια ιδιωτική εταιρεία. Με αυτόν τον τρόπο, η ιδιωτική εταιρεία μπορεί να αποκτήσει χρηματιστηριακή παρουσία μέσω της συγχώνευσης.
Η Μπέτσι Κοέν αναγνώρισε τις δυνατότητες αυτού του μηχανισμού αρκετά νωρίς, πριν από τη μεγάλη έκρηξη ενδιαφέροντος που παρατηρήθηκε στην αμερικανική αγορά κατά την περίοδο 2020–2021.
Τον Φεβρουάριο του 2015, σε συνεργασία με τον γιο της Ντάνιελ, προχώρησε στη δημιουργία του πρώτου επενδυτικού τους σχήματος SPAC, το οποίο άντλησε 100 εκατομμύρια δολάρια.
Το σχήμα αυτό συγχωνεύθηκε το 2016 με την εταιρεία πληρωμών CardConnect. Η CardConnect εξαγοράστηκε αργότερα από τη First Data έναντι περίπου 779 εκατομμυρίων δολαρίων.
Ακολούθησε δεύτερο SPAC, το οποίο συγκέντρωσε 175 εκατομμύρια δολάρια και συγχωνεύθηκε με την εταιρεία διεθνών μεταφορών χρημάτων Intermex.
Τα επόμενα χρόνια η Κοέν συμμετείχε σε σειρά συναλλαγών που αφορούσαν εταιρείες πληρωμών, χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, τεχνολογίας και άλλων κλάδων.
Σύμφωνα με το Forbes, μέχρι τον Ιούνιο του 2022 η ίδια και οι συνεργάτες της, συμπεριλαμβανομένου του γιου της, είχαν αντλήσει περισσότερα από 4,2 δισεκατομμύρια δολάρια μέσω 13 εισαγωγών SPAC στο χρηματιστήριο.
Το 2019 η επενδυτική δραστηριότητα οργανώθηκε υπό την επωνυμία FinTech Masala, με έμφαση στις χρηματοοικονομικές τεχνολογίες και στις συναλλαγές SPAC.
Μέσω αυτής της δραστηριότητας η οικογένεια Κοέν συνδέθηκε με εταιρείες όπως η Payoneer Global, η Paya Holdings, η Perella Weinberg Partners και η Shift Technologies.
Τον Ιούνιο του 2022, το Forbes εκτιμούσε την καθαρή περιουσία της σε περίπου 230 εκατομμύρια δολάρια.
Η εκτίμηση αυτή βασιζόταν σε στοιχεία από προηγούμενες επιχειρηματικές πωλήσεις, αμοιβές, συμμετοχές στη The Bancorp και επενδύσεις σε SPACs.
Η ίδια δεν επιβεβαίωσε δημοσίως το ύψος της περιουσίας της, επικαλούμενη την επιθυμία της να διατηρεί ιδιωτικές τις προσωπικές οικονομικές της υποθέσεις.
Έναν χρόνο αργότερα, τον Ιούνιο του 2023, το Forbes εκτιμούσε την περιουσία της σε περίπου 245 εκατομμύρια δολάρια και την κατέτασσε στην 98η θέση της ετήσιας λίστας των πλουσιότερων αυτοδημιούργητων γυναικών των Ηνωμένων Πολιτειών.
Διαβάστε επίσης:
Βασίλης Φουρλής: Πώς θα αυξήσουμε την αξία και την κερδοφορία – Στόχος πωλήσεις 800 εκατ. το 2029
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Τουρκολιβυκό μνημόνιο: Το παρασκήνιο των «πιέσεων» Ερντογάν, η προσέγγιση του Χαφτάρ από την Άγκυρα και η στάση της Ελλάδας
- Alpha Bank – Πειραιώς: Γιατί καθυστερεί να αξιοποιηθεί το κουφάρι του Βωβού στον Βοτανικό
- Η αρχιτεκτονική του σερβιρίσματος: Πώς να διαλέξετε το κατάλληλο ποτήρι για το κάθε κρασί
- «Κουμπαράς» για τη νέα γενιά: Οι τέσσερις επενδυτικές επιλογές και οι βελτιώσεις που ζητούν οι τράπεζες
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.