Οικονομία

Κομισιόν: «Σταθερή» η ανάπτυξη, «καμπανάκι» για επενδύσεις, «πάγο» για αφορολόγητο

  • NewsRoom
Κομισιόν


Αισιόδοξη θέλησε να εμφανιστεί η Κομισιόν στην εαρινή έκθεσή της για την Ελλάδα, που παρουσίασε στις Βρυξέλλες ο Πιέρ Μοσκοβισί, αναφορικά με τους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα και την ανάπτυξη το 2019 και το 2020.

Σύμφωνα με την έκθεση της Κομισιόν, η ανάπτυξη αναμένεται να φτάσει το 2,2% το 2019, παρά το δυσμενές εξωτερικό περιβάλλον. Ουσιαστικά η Κομισιόν κρατά σταθερή την εκτίμησή που είχε κάνει στην αμέσως προηγούμενη πρόβλεψη. Αντίθετα μειώνει κατά 0,1% σε σχέση με την προηγούμενή πρόβλεψή της την ανάπτυξη του 2020, την οποία τοποθετεί και αυτή στο 2,2% (από 2,3%).

Σύμφωνα με την Επιτροπή, η Ελλάδα αναμένεται να φτάσει υψηλότερα ποσοστά ανάπτυξης το επόμενο διάστημα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, «βοηθούμενη από τις βελτιώσεις στην εσωτερική ζήτηση», ενώ την περασμένη χρονιά κατέγραψε ανάπτυξη 1,9%, που βασίστηκε κυρίως στην «έντονη εξαγωγική δραστηριότητα».

Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνουν οι συντάκτες της έκθεσης, «Το ισοζύγιο γενικής κυβέρνησης σημείωσε πλεόνασμα το 2018 για τρίτη συνεχόμενη χρονιά και η Ελλάδα προβλέπεται να επιτύχει τους συμφωνημένους δημοσιονομικούς στόχους το 2019 και το 2020. Σε αυτό το πλαίσιο, το δημόσιο χρέος αναμένεται να αρχίσει μια καθοδική πορεία, αν και οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι πρέπει να ελέγχονται».

Στην έκθεση επισημαίνεται η σημαντική αύξηση των εξαγωγών τη προηγούμενη χρονιά, λόγω της υψηλής ανάπτυξης στις άλλες χώρες. «Με την πραγματική αύξηση των εξαγωγών στο 8,7%, η Ελλάδα κατάφερε να ενισχύσει το μερίδιό της στην παγκόσμια αγορά, τόσο στα αγαθά όσο και στις υπηρεσίες, ενώ οι εισαγωγές παρέμειναν υποτονικές».

Από τα στοιχεία αυτά εξηγείται ότι «η ιδιωτική κατανάλωση διατήρησε το μομέντουμ και συνέβαλε περαιτέρω στην ανάπτυξη του ετήσιου ΑΕΠ». Τονίζεται, ωστόσο, ότι οι επενδύσεις κατέγραψαν σημαντική οπισθοδρόμηση, κυρίως λόγω της «υποχρησιμοποίησης του προϋπολογισμού για τις δημόσιες επενδύσεις», ενώ «η υποεκτέλεση του προϋπολογισμού λειτούργησε επίσης ανασταλτικά για τη δημόσια κατανάλωση και επομένως το ΑΕΠ».

Ωστόσο, η μείωση της ανάπτυξης στις άλλες χώρες αναμένεται να έχει κάποια επίπτωση στην ανάπτυξη του 2019. «Η επιβράδυνση του εξωτερικού περιβάλλοντος θα έχει αρνητικό αλλά περιορισμένο αντίκτυπο στην εξαγωγική απόδοση της Ελλάδας, λόγω της χαμηλής ελαστικότητας που χαρακτηρίζει τη ζήτηση των βασικών εξαγωγικών αγαθών της Ελλάδας. Ο ανασταλτικός αυτός παράγοντας από την εξωτερική πλευρά θα αντισταθμιστεί από την ιδιωτική κατανάλωση, η οποία κατέγραψε βραχυπρόθεσμη άνοδο μέσω της πρόσφατης αύξησης του κατώτατου μισθού», υπογραμμίζεται στην έκθεση

Αντιστοίχως, αναφέρεται πως με δεδομένο ότι ο προϋπολογισμός θα εκτελεστεί πλήρως, «η δημόσια κατανάλωση και οι δημόσιες επενδύσεις θα υποστηρίξουν την ανάπτυξη, ενώ η ανάπτυξη των ιδιωτικών επενδύσεων θα παραμείνει υποτονική». Ωστόσο, «η αναμενόμενη αύξηση στην ιδιωτική κατανάλωση και το σύνολο των επενδύσεων αναμένεται να ενισχύσει τη ζήτηση εισαγωγών, και επομένως να μειωθεί η συμβολή των καθαρών εξαγωγών στην ανάπτυξη».

Το 2020 η Επιτροπή προβλέπει πως θα σημειωθεί ανάκαμψη στις ιδιωτικές επενδύσεις, «παρ’ όλο που το αυξανόμενο κόστος εργασίας θα συμπιέσει το περιθώριο κερδών κάποιων εταιριών, περιορίζοντας άρα την προοπτική επενδύσεων χωρίς επιπρόσθετη εξωτερική χρηματοδότηση». Αυτή η αύξηση στο κόστος εργασίας, συνεχίζει η Επιτροπή, προβλέπεται να μεταφραστεί σε «κάποιες απώλειες στην ανταγωνιστικότητα».  «Η Ελλάδα, παρ’ όλ’ αυτά αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνει το μερίδιό της στην παγκόσμια αγορά σε ο,τι αφορά τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών», επισημαίνεται.

Οι συντάκτες της έκθεσης εξηγούν, ωστόσο, πως ενώ η ανάκαμψη της αγοράς εργασίας συνεχίστηκε το 2018,  ωστόσο «αναμένεται κάποια επιβράδυνση, λόγω της πρόσφατης αύξησης του κατώτατου μισθού». Υπογραμμίζεται, παρ’ όλα αυτά πως η απασχόληση αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,5% το 2019 και 1,3% το 2020, μειώνοντας το ποσοστό ανεργίας στο 16,8% το 2020.

Συνεχίζοντας, αναφέρεται, πως παρά τις χαμηλές τιμές του πετρέλαιο, ο πληθωρισμός προβλέπεται να παραμείνει στο 0,8% το 2019 και το 2020, ενώ η αύξηση του κατώτατου μισθού αναμένεται να έχει ένα μέτριο πληθωριστικό αντίκτυπο τόσο το 2019 όσο και το 2020.

Εξάλλου, εξηγείται πως παρ’όλο που υπάρχει το ενδεχόμενο θετικότερων των αναμενόμενων εξελίξεων, οι προβλέψεις κυριαρχούνται από κινδύνους που σχετίζονται κυρίως με την επαναλαμβανόμενη υποχρησιμοποίηση του προϋπολογισμού για τις δημόσιες επενδύσεις και την πιθανότητα οι επιβράδυνση στους εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας να έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στις εξαγωγές.

Καμπανάκι για επενδύσεις

Την ίδια ώρα η έκθεση χτυπά καμπανάκι για τις επενδύσεις καθώς όπως αναφέρει  «παραμένουν αδύναμες».

«Οι επενδύσεις αποτέλεσαν ένα μεγάλο ‘βαρίδι’, εν μέρει λόγω της μεγάλης υποαπορρόφησης του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων». Η υποαπορρόφηση του ΠΔΕ «είχε επίσης ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση της δημόσιας κατανάλωσης και επομένως του ΑΕΠ». Όπως αναφέρει το ΑΕΠ στηρίχθηκε σε μεγάλη άνοδο των αποθεμάτων, αλλά «το στοιχείο αυτό παραμένει ευαίσθητο στις τακτικές στατιστικές αναθεωρήσεις».

Με την υπόθεση ότι θα υπάρξει πλήρης εκτέλεση του ΠΔΕ και του προϋπολογισμού φέτος, οι επενδύσεις θα στηρίξουν την ανάπτυξη, ενώ η αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων θα παραμείνει υποτονική.

Αντίθετα προβλέπεται ανάκαμψη των ιδιωτικών επενδύσεων το 2020, αν και το αυξημένο κόστος εργασίας θα συμπιέσει το περιθώριο κέρδους ορισμένων επιχειρήσεων, περιορίζοντας έτσι την δυνατότητά τους να επενδύσουν χωρίς πρόσθετη εξωτερική χρηματοδότηση. Παράλληλα, αναμένεται ότι η αύξηση του κόστους εργασίας αναμένεται να προκαλέσει απώλεια ανταγωνιστικότητας, αλλά η Ελλάδα αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνει τα μερίδια της στην παγκόσμια αγορά.

Σε ό,τι αφορά το ισοζύγιο γενικής κυβέρνησης, σημειώνεται πως έφτασε το 1,1% του ΑΕΠ το 2018, καταγράφοντας πλεόνασμα για τρίτη συνεχόμενη χρονιά. «Χτίζοντας στη δημοσιονομική προσαρμογή που επιτεύχθηκε τα τελευταία χρόνια, το αποτέλεσμα για το 2018 επωφελείται από την σταθερή ανάπτυξη του ΑΕΠ, τη διευρυμένη ανάκαμψη στα φορολογητέα κέρδη και την περαιτέρω μείωση των λειτουργικών και επενδυτικών δαπανών».

«Πάγος» στη συζήτηση για τη μείωση του αφορολογήτου

Αναφορικά με το μέτρο μείωσης του αφορολόγητου που έχει συμφωνηθεί για το 2020, αλλά η κυβέρνηση έχει γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να μην προχωρήσει στην εφαρμογή του, η Επιτροπή φαίνεται πως δεν έχει αλλάξει τα δεδομένα προς το παρόν. «Kατά την πάγια τακτική, οι προβλέψεις βασίζονται στην υπόθεση εργασίας ότι τα ανώτατα όρια του προϋπολογισμού θα εκτελεστούν πλήρως. Η εν λόγω πρόβλεψη λαμβάνει υπόψη της την ανακοίνωση μη εφαρμογής της φορολογικής μεταρρύθμισης το 2020, η οποία θα συζητηθεί περαιτέρω στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας», σημειώνεται ωστόσο.

Σύμφωνα με την Επιτροπή, η Ελλάδα προβλέπεται να πετύχει τους συμφωνημένους στόχους για πρωτογενές πλεόνασμα το 2019 και το 2020. Τα κύρια χαρακτηριστικά των προβλεπόμενων πρωτογενών πλεονασμάτων είναι, όπως αναφέρεται, το ακόμα μεγάλο κενό παραγωγικότητας, τα αυξανόμενα οφέλη των προηγούμενων ασφαλιστικών μεταρρυθμίσεων και τα ανώτατα όρια στις δαπάνες υγείας και στις προσλήψεις, που βοηθούν να παραμένει η δυναμική των δαπανών υπό έλεγχο.

Επιπρόσθετα επισημαίνεται ότι ενώ «οι συνεχιζόμενες βελτιώσεις στη συλλογή φορολογικών χρεών και οι φιλόδοξοι στόχοι των αρχών για την εκκαθάριση των μη επεξεργασμένων αιτήσεων συνταξιοδότησης αποτελούν πιθανές θετικές εξελίξεις, υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι, όπως οι εν εξελίξει δικαστικές υποθέσεις που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μερική ανατροπή προηγούμενων μεταρρυθμίσεων και να αυξήσουν τις δημοσιονομικές υποχρεώσεις». Επιπλέον πίεση , εκτιμά η Επιτροπή ότι μπορεί να προέλθει από τις πρωτοβουλίες πολιτικής που επηρεάζουν τη νομοθεσία για τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων.

Τέλος σε ό,τι αφορά το χρέος η Επιτροπή αναφέρει πως «συνολικά, υπό την υπόθεση μη αλλαγής πολιτικής, το ισοζύγιο γενικής κυβέρνησης αναμένεται να φτάσει το 0,5% του ΑΕΠ το 2019, συνυπολογίζοντας τον θετικό αντίκτυπο από την κατ’ αποκοπή εφαρμογή των μέτρων για το χρέος που αποφασίστηκαν στις 5 Απριλίου 2019». Ωστόσο, το 2020 προβλέπεται να μειωθεί στο -0,1% του ΑΕΠ, λόγω των αυξανόμενων επιτοκίων και την απουσία πρόβλεψης περαιτέρω μέτρων ελάφρυνσης του χρέους.

«Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας εκτιμάται πως έχει φτάσει στο υψηλότερο σημείο του στο 181,1% το 2018 και να μειωθεί στο 168,9% του ΑΕΠ το 2020 λόγω της ανάκαμψης και των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων», καταλήγει η έκθεση της Επιτροπής.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Μισέλ Μπαρνιέ: Ο ανεπίσημος υποψήφιος για την προεδρία της Κομισιόν

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Κομισιόν: Ενέκρινε τρία έργα συνολικού ύψους 263 εκατ. ευρώ για την Ελλάδα

ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ: Δημοσιονομικό Συμβούλιο: Αισιόδοξοι οι στόχοι ανάπτυξης αλλά εφικτοί υπό… προϋποθέσεις


ΣΧΟΛΙΑ