Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Παρά τις επανειλημμένες διακηρύξεις της κυβέρνησης Τραμπ ότι η καταπολέμηση της σεξουαλικής εμπορίας αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα, οι ομοσπονδιακές έρευνες και διώξεις στις ΗΠΑ εμφανίζουν σημαντική επιβράδυνση τους τελευταίους έξι μήνες.

Έρευνα του Reuters, που βασίζεται σε συνεντεύξεις με 25 πρώην εισαγγελείς, εν ενεργεία πράκτορες και εκπροσώπους οργανώσεων που στηρίζουν θύματα, καθώς και σε ανάλυση ομοσπονδιακών δικαστικών αρχείων, αποδίδει την εξέλιξη σε έναν συνδυασμό παραγόντων: ελλείψεις προσωπικού, περικοπές χρηματοδότησης, μετακινήσεις πρακτόρων προς την επιβολή της μεταναστευτικής νομοθεσίας και αυξανόμενη δυσπιστία των θυμάτων απέναντι στις αρχές.

1

Στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2010 οι διώξεις

Τα ομοσπονδιακά κατηγορητήρια για υποθέσεις σεξουαλικής εμπορίας έχουν υποχωρήσει φέτος στον χαμηλότερο ρυθμό από το 2010. Μέχρι τον Ιούνιο, το υπουργείο Δικαιοσύνης είχε απαγγείλει κατηγορίες σε 73 άτομα, αριθμός μειωμένος κατά περίπου 22% σε σύγκριση με τον μέσο όρο της αντίστοιχης περιόδου των τριών προηγούμενων ετών.

Πτωτική ήταν η εικόνα και σε συναφή αδικήματα. Οι διώξεις για εγκλήματα παιδικής πορνογραφίας ανήλθαν σε 1.230, περίπου 3% κάτω από τον μέσο όρο της τελευταίας τριετίας, ενώ οι κατηγορίες βάσει του Mann Act, που αφορά τη διακίνηση προσώπων μεταξύ πολιτειών για σκοπούς πορνείας, διαμορφώθηκαν στις 318, καταγράφοντας πτώση 18%.

Η εξέλιξη εντάσσεται σε μια ευρύτερη αλλαγή των προτεραιοτήτων της ομοσπονδιακής επιβολής του νόμου επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ, με μεγαλύτερη έμφαση στις απελάσεις και μικρότερη διαθεσιμότητα πόρων για άλλες κατηγορίες εγκλημάτων.

Πράκτορες μετακινούνται στις επιχειρήσεις για τη μετανάστευση

Οι υποθέσεις σεξουαλικής εμπορίας θεωρούνται από τις πιο δύσκολες για τις διωκτικές αρχές, καθώς απαιτούν πολύμηνες έρευνες, εντοπισμό οικονομικών συναλλαγών, αποκάλυψη δικτύων εκμετάλλευσης και, κυρίως, τη δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης με θύματα που έχουν υποστεί σοβαρή κακοποίηση.

Ωστόσο, σύμφωνα με πηγές που μίλησαν στο Reuters, δεκάδες έμπειροι εισαγγελείς με εξειδίκευση σε τέτοιες υποθέσεις έχουν αποχωρήσει από το υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ πράκτορες της Homeland Security Investigations έχουν μετακινηθεί σε μεγάλο βαθμό σε επιχειρήσεις που σχετίζονται με τη μετανάστευση.

Σε ορισμένες εισαγγελίες, η κατάσταση είναι πλέον τόσο πιεστική ώστε οι πράκτορες που συνεχίζουν να εργάζονται σε υποθέσεις trafficking δυσκολεύονται να βρουν διαθέσιμους εισαγγελείς για να τις αναλάβουν.

Οι μετακινήσεις των πρακτόρων δημιουργούν επιπλέον προβλήματα, καθώς διακόπτουν εύθραυστες σχέσεις που έχουν δημιουργηθεί με θύματα και μάρτυρες. Πολλά από τα θύματα δεν διαθέτουν σταθερή κατοικία ή τηλέφωνο, με αποτέλεσμα μια αλλαγή υπεύθυνου ερευνητή να μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην κατάρρευση μιας υπόθεσης.

Περικοπές στις οργανώσεις που στηρίζουν τα θύματα

Την ίδια στιγμή, πιέσεις δέχεται και το δίκτυο οργανώσεων που παρέχει στέγαση, τρόφιμα, ψυχολογική υποστήριξη και άλλες υπηρεσίες στα θύματα.

Το Office of Justice Programs του υπουργείου Δικαιοσύνης διαθέτει συνήθως περίπου 90 εκατ. δολάρια ετησίως μέσω επιχορηγήσεων για τη στήριξη θυμάτων trafficking. Ωστόσο, σύμφωνα με οργανώσεις που μίλησαν στο Reuters, μέρος αυτών των χρηματοδοτήσεων έχει καθυστερήσει ή παγώσει στο πλαίσιο των προσπαθειών της κυβέρνησης να περιορίσει τις ομοσπονδιακές δαπάνες.

Ορισμένες οργανώσεις υποστηρίζουν ότι αναγκάστηκαν να περιορίσουν ή ακόμη και να διακόψουν προγράμματα, καθώς δεν μπορούσαν πλέον να καλύψουν το κόστος των υπηρεσιών τους.

Μειώνονται και οι T-visas

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η κατάσταση γύρω από τις λεγόμενες T-visas, οι οποίες μπορούν να προσφέρουν νόμιμο καθεστώς παραμονής σε θύματα trafficking και λειτουργούν επί χρόνια ως σημαντικό κίνητρο για τη συνεργασία τους με τις αρχές.

Στους πρώτους έξι μήνες του τρέχοντος οικονομικού έτους εγκρίθηκαν μόλις 354 T-visas, περίπου ο μισός ρυθμός σε σχέση με τον μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας. Την ίδια στιγμή, περισσότερες από 71.000 αιτήσεις παραμένουν σε εκκρεμότητα.

Δικηγόροι μετανάστευσης αναφέρουν επίσης περιπτώσεις θυμάτων που συνεργάζονταν με τις ομοσπονδιακές αρχές για υποθέσεις σεξουαλικής εμπορίας και παρ’ όλα αυτά συνελήφθησαν από τις μεταναστευτικές αρχές.

Το γεγονός αυτό έχει προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στην εμπιστοσύνη των θυμάτων προς τις αρχές. Όπως επισημαίνουν δικηγόροι και οργανώσεις, είναι εξαιρετικά δύσκολο να πειστεί ένα θύμα να καταθέσει και να συνεργαστεί με την κυβέρνηση, όταν δεν μπορεί να διασφαλιστεί ότι η ίδια κυβέρνηση δεν θα το συλλάβει στο πλαίσιο της μεταναστευτικής πολιτικής.

Η κυβέρνηση επιμένει ότι το trafficking παραμένει προτεραιότητα

Η κυβέρνηση Τραμπ απορρίπτει την εικόνα ότι έχει εγκαταλείψει την καταπολέμηση της σεξουαλικής εμπορίας.

Η νέα εθνική συντονίστρια για την εκμετάλλευση παιδιών και το human trafficking, Αλεσάντρα Σεράνο, δήλωσε στο Reuters ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης παραμένει προσηλωμένο στην αντιμετώπιση του φαινομένου. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι η μείωση των νέων διώξεων ενδέχεται να συνδέεται με τον χρόνο που απαιτείται για την ολοκλήρωση μεγάλων και σύνθετων υποθέσεων που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.

Το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, από την πλευρά του, υπογραμμίζει ότι παραμένει προσηλωμένο τόσο στην αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης όσο και στην καταπολέμηση των εγκλημάτων σεξουαλικής εκμετάλλευσης.

Ωστόσο, πρώην εισαγγελείς και πράκτορες που μίλησαν στο Reuters περιγράφουν μια διαφορετική πραγματικότητα, προειδοποιώντας ότι η απώλεια προσωπικού, χρηματοδότησης και εμπειρίας μπορεί να έχει συνέπειες που θα χρειαστούν χρόνια για να αντιμετωπιστούν.

«Όταν αρχίζουν να καταρρέουν τα βασικά στηρίγματα του συστήματος, η αποκατάστασή του μπορεί να χρειαστεί χρόνια», προειδοποιούν εκπρόσωποι οργανώσεων κατά της εμπορίας ανθρώπων.

 

Διαβάστε επίσης 

SOS για την πετρελαιοκηλίδα στο Ομάν: Ξεπερνά κατά 6,5 φορές το μέγεθος του Μανχάταν, πάνω από 390 τετραγωνικά χλμ.

Λέικερς: Tο παρασκήνιο πίσω από το μυθικό deal Κούσνερ και Άιγκερ

Ντόναλντ Τραμπ: Μισο-διαπραγματευόμαστε μαζί τους – Είναι χρεοκοπημένοι, ο πληθωρισμός στο Ιράν ξεπερνά το 300%