Think Tanks

Τζόζεφ Στίγκλιτς: Πώς οι επιχειρήσεις μπορούν να χτίσουν μία καλύτερη οικονομία


Φέτος ήταν η 50ή επέτειος της εμβληματικής συνάντησης του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ με την παγκόσμια επιχειρηματική και πολιτική ελίτ στο Νταβός της Ελβετίας. Πολλά έχουν αλλάξει από το πρώτο μου Νταβός, το 1995.

Την εποχή εκείνη υπήρχε ευφορία για την παγκοσμιοποίηση, ελπίδα για τη μετάβαση των πρώην κομμουνιστικών κρατών στην αγορά και αισιοδοξία ότι οι νέες τεχνολογίες θα ανοίξουν νέους δρόμους από τους οποίους όλοι θα επωφεληθούν. Οι επιχειρήσεις, συνεργαζόμενες με τις κυβερνήσεις, θα δείξουν το δρόμο.

Σήμερα, με τον κόσμο να αντιμετωπίζει κλιματικές, περιβαλλοντικές κρίσεις και κρίσεις ανισότητας, η διάθεση είναι πολύ διαφορετική. Το Facebook, πρόθυμο να προσφέρει μια πλατφόρμα για κακή πληροφόρηση ή παραπληροφόρηση και πολιτική χειραγώγηση, ανεξάρτητα από τις συνέπειες για τη δημοκρατία, έχει δείξει τους κινδύνους μιας ιδιωτικά ελεγχόμενης μονοπωλιακής οικονομίας παρακολούθησης. Οι επιχειρηματικοί ηγέτες, και όχι μόνο στον χρηματοπιστωτικό τομέα, έχουν παρουσιάσει αξιοσημείωτη ηθική φαυλότητα.

Επιπλέον, η πολυμέρεια είναι υπό πολιορκία. Ο ισχυρότερος προστάτης της ιστορικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες, έχουν τώρα μια κυβέρνηση που δεσμεύεται «Πρώτα η Αμερική» και υπονομεύει την παγκόσμια συνεργασία, ακόμα και καθώς η ανάγκη συνεργασίας σε πλήθος τομέων – συμπεριλαμβανομένης της ειρήνης, της υγείας και του περιβάλλοντος – γίνεται όλο και πιο προφανής.

Η φετινή συνάντηση υπογράμμισε την απογοήτευση με το ολοένα και πιο κυρίαρχο αμερικανικό μοντέλο εταιρειών που βάζουν πάνω απ’ όλα τη μεγιστοποίηση των κερδών των μετόχων τους. Πάνω από 50 χρόνια πριν, ο ιδρυτής του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ και επικεφαλής του, Klaus Schwab, υποστήριξε τον καπιταλισμό των συμμετόχων: οι επιχειρήσεις θα πρέπει να λογοδοτούν για τα συμφέροντα των πελατών, των εργαζομένων, των κοινοτήτων και του περιβάλλοντος, καθώς και των μετόχων τους. Πριν από περίπου 45 χρόνια, μαζί με την Sandy Grossman, παρουσίασα ένα τυποποιημένο οικονομικό πλαίσιο, ότι η μεγιστοποίηση της αξίας των μετόχων δε θα μεγιστοποιούσε την κοινωνική ευημερία. Στη μία ομιλία μετά την άλλη φέτος, ηγέτες επιχειρήσεων και ακαδημαϊκοί εξήγησαν πώς η επιτυχής εφαρμογή του καπιταλισμού των μετόχων του Μίλτον Φρίντμαν οδήγησε άμεσα στις κρίσεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα – μεταξύ άλλων, στις ΗΠΑ, στον εθισμό στα οπιοειδή, στον παιδικό διαβήτη, στη μείωση του προσδόκιμου ζωής εν μέσω των αυξανόμενων «θανάτων απόγνωσης» – στους πολιτικούς διχασμούς που τροφοδότησαν.

Σίγουρα, η αναγνώριση ότι υπάρχει ένα πρόβλημα είναι απαραίτητη για να αλλάξουμε πορεία. Αλλά πρέπει επίσης να καταλάβουμε ότι τα αίτια των κοινωνικών ασθενειών υπερβαίνουν τη μεγιστοποίηση της αξίας των μετόχων. Στη ρίζα του προβλήματος είναι η υπερβολική πίστη του νεοφιλελευθερισμού στις αγορές και ο σκεπτικισμός έναντι της κυβέρνησης, που στηρίζει μία πολιτική ατζέντα εστιασμένη στην απορρύθμιση και τις περικοπές φόρων. Μετά από ένα 40ετές πείραμα, μπορούμε να το κηρύξουμε αποτυχημένο. Η ανάπτυξη ήταν χαμηλότερη και τα περισσότερα από τα κέρδη πήγαν στην κορυφή. Αν και αυτό θα έπρεπε να είναι προφανές, δεν υπάρχει συναίνεση μεταξύ των επιχειρηματικών ηγετών μας.

Παρόλο που το χειροκρότημα για τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τράμπ, ο οποίος απηύθυνε μία από τις εισαγωγικές ομιλίες, ήταν το πιο αδύναμο που έχω δει για παγκόσμιο ηγέτη, σχεδόν κανείς δεν τον επέκρινε ανοιχτά. Ίσως τα μέλη του ακροατηρίου φοβήθηκαν ένα κρίσιμο tweet ή ένιωσαν ευγνωμοσύνη για μια φορολογική περικοπή που ωφέλησε δισεκατομμυριούχους και μεγάλες εταιρείες σε βάρος σχεδόν όλων των άλλων (πράγματι, οι φορολογικοί συντελεστές στις ΗΠΑ θα αυξηθούν για περίπου το 70% αυτών που βρίσκονται στη μέση).

Το στρες (ή η ανεντιμότητα) από τις αντιφάσεις ήταν εμφανές. Οι συμμετέχοντες μπορούσαν να τονίσουν τη σημασία της κλιματικής αλλαγής και να ενθαρρύνουν την ανταπόκριση των εταιρειών σε αυτήν, και ωστόσο να χαιρετίζουν την απορρύθμιση του Trump, η οποία θα επιτρέψει στις ΗΠΑ, που είναι ήδη ο ηγέτης στις κατά κεφαλήν εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, να μολύνουν ακόμη περισσότερο.

Επιπλέον, παρά τις πολλές συζητήσεις για τον καπιταλισμό των συμμετόχων, δε συζητήθηκε η μείωση των αμοιβών των διευθυνόντων συμβούλων και των διευθυντών για τη γεφύρωση των αυξανόμενων μισθολογικών ανισοτήτων, ή για το πρώτο στοιχείο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης: την καταβολή των αναλογούντων φόρων με περιορισμό της φοροδιαφυγής των πολυεθνικών, και τη διασφάλιση ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες αποκομίζουν ένα δίκαιο μερίδιο των φορολογικών εσόδων. Αυτό οδήγησε τον Rob Cox, παγκόσμιο συντάκτη του Reuters Breakingviews, να επισημάνει ότι ο καπιταλισμός των συμμετόχων θα μπορούσε να είναι μια στρατηγική που θα κάνει τους διευθύνοντες συμβούλους ακόμη πιο αδίστακτους: αν δεν εκπληρώσουν τους στόχους κερδοφορίας, θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι πληρούν ευρύτερους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και διακυβερνητικούς στόχους.

Ούτε οι μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσαν να αυξήσουν την διαπραγματευτική ισχύ των εργαζομένων, μέσω της ενίσχυσης των συνδικάτων και των συλλογικών διαπραγματεύσεων, βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης, μολονότι στην Ευρώπη τέτοιες μεταρρυθμίσεις βρίσκονται στην κορυφή της ατζέντας της νέας Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Προς τιμήν τους, μερικές αμερικανικές επιχειρήσεις, όπως η PayPal, εξήγησαν τη δέσμευσή τους να πληρώνουν βιώσιμους μισθούς, ξεπερνώντας τον κατώτατο μισθό που ορίζει ο νόμος.

Ωστόσο, μερικοί από τους επιχειρηματικούς ηγέτες στο Νταβός φέτος, ειδικά εκείνοι από την Ευρώπη, φαίνονταν να έχουν καταλάβει πόσο επείγουσα είναι η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και ποιο είναι το εύρος που χρειάζεται. Και ορισμένοι έχουν κάνει πραγματικά τεράστια βήματα. Μπορεί να υπάρχουν ακόμη «πράσινα πλυντήρια» – τράπεζες που μιλούν για ενεργειακά αποδοτικούς λαμπτήρες, καθώς δανείζουν χρήματα σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα – αλλά το ρεύμα έχει αλλάξει.

Μερικοί επιχειρηματικοί ηγέτες αναγνώρισαν επίσης ότι οι οικονομικές και κοινωνικές μας ασθένειες δεν θεραπεύονται από μόνες τους – ότι ακόμα και αν οι περισσότερες επιχειρήσεις είχαν κοινωνικά κίνητρα, μια μονότονη εστίαση στα κέρδη συνεπάγεται έναν αγώνα προς τον πάτο. Μια εταιρεία αναψυκτικών που δεν θέλει να παράγει εθιστικά ποτά πλούσια σε ζάχαρη, τα οποία μπορούν να συμβάλουν στον παιδικό διαβήτη, κινδυνεύει να χάσει από μια λιγότερο σχολαστική επιχείρηση.

Εν ολίγοις, ο ασύδοτος καπιταλισμός έπαιξε κεντρικό ρόλο στη δημιουργία των πολλαπλών κρίσεων που αντιμετωπίζουν σήμερα οι κοινωνίες μας. Αν ο καπιταλισμός πρόκειται να λειτουργήσει – αν θέλει να αντιμετωπίσει αυτές τις κρίσεις και να υπηρετήσει την κοινωνία – δεν μπορεί να το κάνει με τη σημερινή του μορφή. Πρέπει να υπάρχει ένα νέο είδος καπιταλισμού – αυτό που έχω ονομάσει αλλού προοδευτικό καπιταλισμό, που συνεπάγεται μια καλύτερη ισορροπία κυβέρνησης, αγορών και κοινωνίας των πολιτών.

Η συζήτηση που διεξάγεται φέτος στο Νταβός μπορεί να είναι μέρος μιας κίνησης προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά αν οι ηγέτες πραγματικά εννοούν αυτό που λένε, πρέπει να δούμε κάποιες αποδείξεις: εταιρείες που πληρώνουν φόρους και βιώσιμους μισθούς, για αρχή, και σεβασμό (ακόμα και υποστήριξη) στους κυβερνητικούς κανονισμούς για την προστασία της υγείας, της ασφάλειας, των εργαζομένων και του περιβάλλοντος.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο world economic forum.org, σε συνεργασία με το Project Syndicate, και συγγραφέας είναι ο Joseph E. Stiglitz, καθηγητής στο Columbia University