Με σύσταση «overweight» και νέα τιμή στόχο στα 21,4 ευρώ (από 20,70 ευρώ πριν), η Morgan Stanley και η Lindsey Zastawny με την ομάδα της (21 Απριλίου 2026) διατηρούν θετική στάση για τον ΟΤΕ, εκτιμώντας ότι η επενδυτική ιστορία του ομίλου παραμένει ισχυρή, παρά δύο βασικούς παράγοντες αβεβαιότητας που κρατούν τη μετοχή σε πιο συγκρατημένη πορεία.

Η εικόνα που περιγράφει ο οίκος είναι χαρακτηριστική της φάσης στην οποία βρίσκεται η μετοχή με ισχυρά θεμελιώδη, σταθερή κερδοφορία και υψηλές ταμειακές ροές, αλλά και εξωγενείς παράγοντες που περιορίζουν το rerating.

1

Η Morgan Stanley αναλύει δύο εναλλακτικά σενάρια. Το αισιόδοξο σενάριο βλέπει σημαντικά υψηλότερη αξία, με αποτίμηση που μπορεί να φτάσει έως και τα 30,3 ευρώ ανά μετοχή. Η προϋπόθεση είναι ο ΟΤΕ να διατηρήσει ισχυρή τιμολογιακή δύναμη, αξιοποιώντας τη μετάβαση των πελατών σε ακριβότερα πακέτα δεδομένων και την αυξημένη ζήτηση για υπηρεσίες υψηλής ταχύτητας. Ταυτόχρονα, ο ανταγωνισμός, κυρίως από τη ΔΕΗ στις οπτικές ίνες, δεν καταφέρνει να πιέσει ουσιαστικά την αγορά. Σε αυτό το σενάριο, η βελτίωση των περιθωρίων είναι πιο έντονη, οδηγώντας την αποτίμηση έως και στις 8,5 φορές EV/EBITDA, με σημαντικό rerating της μετοχής.

Αντίθετα, στο δυσμενές σενάριο, η τιμή της μετοχής θα μπορούσε να υποχωρήσει προς τα 15,2 ευρώ. Η βασική υπόθεση εδώ είναι ότι ο ανταγωνισμός εντείνεται, με τη ΔΕΗ να καθίσταται ουσιαστικός παίκτης στις οπτικές ίνες, οδηγώντας σε πιέσεις τιμών. Παράλληλα, η μετάβαση των πελατών σε συμβόλαια υψηλότερης αξίας επιβραδύνεται, περιορίζοντας την αύξηση των εσόδων. Σε αυτό το περιβάλλον, η βελτίωση των περιθωρίων είναι περιορισμένη, ενώ η αποτίμηση υποχωρεί έως τις 4,5 φορές EV/EBITDA, αντανακλώντας αυξημένο ρίσκο.

Τα δύο ζητήματα για τον ΟΤΕ

Πρώτος παράγοντας είναι η είσοδος της ΔΕΗ στη σταθερή τηλεφωνία μέσω οπτικών ινών, με ιδιαίτερα επιθετική τιμολόγηση, έως και 50% χαμηλότερη σε σχέση με τους παραδοσιακούς παρόχους. Ωστόσο, η Morgan Stanley εμφανίζεται καθησυχαστική, σημειώνοντας ότι μέχρι σήμερα η διείσδυση παραμένει περιορισμένη, μόλις περίπου 13 χιλ. συνδέσεις σε δίκτυο που καλύπτει 1 εκατ. νοικοκυριά, ενώ ο ΟΤΕ δεν έχει δει ουσιαστική επίπτωση στα μεγέθη του.

Δεύτερος παράγοντας είναι η μετάβαση της Ελλάδας από αναδυόμενη σε αναπτυγμένη αγορά στους δείκτες MSCI, η οποία μετατίθεται για τον Μάιο του 2027. Η αβεβαιότητα για το αν ο ΟΤΕ θα συμπεριληφθεί στους βασικούς δείκτες δημιουργεί βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα, με την Morgan Stanley να επισημαίνει ότι το κρίσιμο “cut-off” θα είναι στα τέλη Απριλίου 2027.

Παρά τα παραπάνω, η επενδυτική τράπεζα θεωρεί ότι η βασική επενδυτική ιστορία δεν έχει αλλάξει. Ο ΟΤΕ παραμένει ο ηγέτης της αγοράς με το ισχυρότερο δίκτυο, γεγονός που του επιτρέπει να διατηρεί υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με τον ευρωπαϊκό κλάδο.

Η ανάπτυξη στηρίζεται κυρίως στις υπηρεσίες κινητής, όπου η αύξηση εσόδων εκτιμάται κοντά στο +3% ετησίως έως το 2030, σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που κινείται κοντά στο 0%. Παράλληλα, η μετάβαση των πελατών σε ακριβότερα πακέτα δεδομένων και η ενίσχυση των υπηρεσιών ICT δημιουργούν πρόσθετες πηγές εσόδων.

Σε επίπεδο ομίλου, η Morgan Stanley προβλέπει ετήσια αύξηση εσόδων περίπου +2,5%, EBITDA περίπου +3% και ελεύθερων ταμειακών ροών +9% έως το 2030, με την κερδοφορία να ενισχύεται και από μέτρα εξοικονόμησης κόστους.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην αμυντική δομή του ισολογισμού. Ο ΟΤΕ διαθέτει πολύ χαμηλή μόχλευση, με δείκτη καθαρού δανεισμού προς EBITDA μόλις 0,2 φορές, γεγονός που τον προστατεύει από την άνοδο των επιτοκίων. Ταυτόχρονα, η ενεργειακή του έκθεση είναι σε μεγάλο βαθμό καλυμμένη μέσω μακροχρόνιων συμβολαίων, περιορίζοντας τον αντίκτυπο ακόμη και σε σενάρια έντονης αύξησης του κόστους ενέργειας.

Σε επίπεδο αποτίμησης, η εικόνα παραμένει ελκυστική. Η μετοχή διαπραγματεύεται με δείκτη P/E 10,8 φορές για το 2027 και ελεύθερη ταμειακή απόδοση περίπου 8,5%, υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 6%. Παράλληλα, η συνολική απόδοση προς τους μετόχους, μέσω μερισμάτων και επαναγορών, εκτιμάται επίσης στο 8,5%, επίπεδο που υπερβαίνει αισθητά την απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου.

Η Morgan Stanley αφήνει μάλιστα ανοικτό το ενδεχόμενο ακόμη υψηλότερων διανομών, εφόσον ο όμιλος συνεχίσει να κατανέμει το σύνολο των ελεύθερων ταμειακών ροών στους μετόχους, όπως έκανε την προηγούμενη χρονιά.

Συνολικά, το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές και είναι ότι ο ΟΤΕ βρίσκεται σε φάση ώριμης ανάπτυξης με ισχυρές ταμειακές ροές και υψηλές αποδόσεις, ενώ οι πρόσφατες πιέσεις σχετίζονται κυρίως με εξωγενείς παράγοντες. Για τη Morgan Stanley, η ισορροπία αυτή διατηρεί το επενδυτικό προφίλ ελκυστικό, με το story να μετατοπίζεται από την απλή σταθερότητα σε μια πιο καθαρή περίπτωση αξίας με ανάπτυξη.

Διαβάστε επίσης:

Eurostat: Ενεργειακό σοκ τον Μάρτιο – Άλμα 12,9% στις τιμές των καυσίμων

Αντρέα Ορσέλ (UniCredit): «Τελεσίγραφο» για την Commerzbank – Αναστέλλει την προσπάθεια εξαγοράς αν δεν πάρει τον έλεγχο

JPMorgan: Ανεβάζει στόχο για τον S&P 500 στις 7.600 μονάδες λόγω AI και τεχνολογίας