Παρά την αρχική αισιοδοξία που καταγράφεται στις αγορές, η πραγματική εικόνα της παγκόσμιας ενεργειακής ισορροπίας παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη, με τις εξελίξεις γύρω από το Στενά του Ορμούζ να καθορίζουν την πορεία των τιμών και της προσφοράς.

Στις 17 Απριλίου, μετά από δηλώσεις του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών ότι η κρίσιμη θαλάσσια δίοδος παραμένει ανοικτή, οι τιμές πετρελαίου τύπου υποχώρησαν κατά 10%, φτάνοντας τα 90 δολάρια το βαρέλι. Ωστόσο, η αποκλιμάκωση αποδείχθηκε προσωρινή: λίγες ώρες αργότερα, η Τεχεράνη υιοθέτησε σκληρότερη στάση και προχώρησε σε επίθεση κατά ινδικού δεξαμενόπλοιου. Παρά την εξέλιξη αυτή, η επόμενη συνεδρίαση κατέγραψε μόλις περιορισμένη άνοδο 5%, με τις τιμές να παραμένουν περίπου 20 δολάρια χαμηλότερα από τα επίπεδα του τέλους Μαρτίου, ακόμη και υπό καθεστώς αμερικανικού αποκλεισμού του ιρανικού πετρελαίου.

1

Πενήντα ημέρες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, οι επιπτώσεις στην παγκόσμια προσφορά είναι ήδη σημαντικές. Υπολογίζεται ότι έχουν χαθεί περίπου 550 εκατομμύρια βαρέλια από την περιοχή του Κόλπου, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο 2% της ετήσιας παγκόσμιας παραγωγής. Παράλληλα, κάθε μήνα που τα Στενά παραμένουν εκτός λειτουργίας, η αγορά στερείται περίπου 7 εκατομμύρια τόνους υγροποιημένου φυσικού αερίου, δηλαδή περίπου το 2% της ετήσιας προσφοράς.

Παρά τα δεδομένα αυτά, στις δυτικές οικονομίες –όπου δραστηριοποιούνται οι μεγαλύτερες αγορές συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης– ο άμεσος αντίκτυπος παραμένει μέχρι στιγμής διαχειρίσιμος. Οι τιμές των καυσίμων έχουν αυξηθεί, αλλά η καθημερινότητα δεν έχει διαταραχθεί δραματικά: οι μεταφορές συνεχίζονται, οι πτήσεις εκτελούνται κανονικά και τα αποθέματα παραμένουν κοντά στα προπολεμικά επίπεδα.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, θεωρείται παραπλανητική. Μέχρι τις 20 Απριλίου, ολοκληρώθηκαν οι τελευταίες παραδόσεις φορτίων που είχαν αναχωρήσει πριν από την έναρξη του πολέμου, με προορισμούς όπως η Μαλαισία και η Καλιφόρνια. Από εκείνο το σημείο και μετά, η αγορά στερείται το «μαξιλάρι» που μέχρι πρότινος απορροφούσε τους κραδασμούς, σε μια περίοδο μάλιστα αυξημένης ζήτησης λόγω της τουριστικής περιόδου.

Σύμφωνα με ανάλυση του The Economist, η παγκόσμια αγορά ενέργειας βρίσκεται πλέον πολύ κοντά σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Τα διαθέσιμα φορτία εξαντλούνται, τα διυλιστήρια περιορίζουν την παραγωγή και η ζήτηση διατηρείται τεχνητά υψηλή, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, όπου οι κυβερνήσεις στηρίζουν την κατανάλωση μέσω επιδοτήσεων.

Η αρχική αποφυγή πανικού εξηγείται από το γεγονός ότι τεράστιες ποσότητες πετρελαίου βρίσκονταν ήδη εν πλω όταν ξέσπασε η κρίση. Ωστόσο, αυτά τα αποθέματα έχουν πλέον σχεδόν εκλείψει, όπως και φορτία από χώρες όπως το Ιράν και η Ρωσία που είχαν παραμείνει αδιάθετα. Οι όγκοι πετρελαίου και καυσίμων σε μεταφορά έχουν υποχωρήσει με πρωτοφανή ρυθμό, φτάνοντας κοντά στα ελάχιστα επίπεδα που απαιτούνται για τη λειτουργία του παγκόσμιου εμπορίου.

Ιδιαίτερα εκτεθειμένη εμφανίζεται η Ασία, η οποία απορροφούσε το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών του Κόλπου. Τα αποθέματα μειώνονται ραγδαία, με χώρες όπως η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία να εξετάζουν περιορισμούς στη χρήση στρατηγικών αποθεμάτων. Συνολικά, τα αποθέματα αργού στην Ασία (εκτός Κίνα) έχουν μειωθεί κατά 11% μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Η έλλειψη πρώτων υλών έχει ήδη οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής στα ασιατικά διυλιστήρια κατά περίπου 10%, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για περαιτέρω πτώση τους επόμενους μήνες. Την ίδια ώρα, η Κίνα –παρά τα τεράστια αποθέματά της– δεν έχει προχωρήσει σε μαζική απελευθέρωση ποσοτήτων, διατηρώντας περιορισμούς στις εξαγωγές.

Οι τιμές των διυλισμένων προϊόντων έχουν εκτιναχθεί: η βενζίνη, το ντίζελ και τα καύσιμα αεροσκαφών καταγράφουν ιστορικά υψηλά επίπεδα στις ασιατικές αγορές, ασκώντας έντονες πιέσεις σε οικονομίες και επιχειρήσεις. Σε αρκετές χώρες εφαρμόζονται ήδη μέτρα περιορισμού της κατανάλωσης, όπως δελτίο καυσίμων και ενίσχυση της τηλεργασίας.

Στην Ευρώπη, η εικόνα παραμένει πιο ελεγχόμενη χάρη στις κρατικές παρεμβάσεις. Ωστόσο, τα διυλιστήρια βρίσκονται αντιμέτωπα με αυξανόμενο κόστος πρώτων υλών, που σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνά τα 130-150 δολάρια το βαρέλι. Η απόκλιση μεταξύ των τιμών spot και των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης δημιουργεί πιέσεις στα περιθώρια κέρδους, οδηγώντας αρκετές μονάδες σε ζημιογόνο λειτουργία.

Εάν η κατάσταση παραταθεί, οι ανισορροπίες ενδέχεται να ενταθούν περαιτέρω, με τη ζήτηση να ενισχύεται και στις Ηνωμένες Πολιτείες ενόψει της θερινής περιόδου, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται ο ανταγωνισμός για υγροποιημένο φυσικό αέριο.

Τα αποθέματα μειώνονται με ταχείς ρυθμούς και σε ορισμένες περιοχές ενδέχεται να εξαντληθούν μέσα στους επόμενους μήνες, εάν δεν αποκατασταθεί η ροή μέσω των Στενών. Το ενδεχόμενο περιορισμού εξαγωγών από τις ΗΠΑ θα μπορούσε να επιδεινώσει περαιτέρω την κρίση.

Παρά την εμφανή αισιοδοξία των αγορών futures, η πραγματικότητα δείχνει ότι ακόμη και σε περίπτωση άμεσης επαναλειτουργίας της διόδου, θα απαιτηθούν μήνες για την πλήρη αποκατάσταση της εφοδιαστικής αλυσίδας. Οι συνολικές απώλειες ενδέχεται να φτάσουν έως και το 5% της παγκόσμιας παραγωγής, ενώ σε περίπτωση παρατεταμένης διακοπής θα μπορούσαν να διπλασιαστούν.

Η τελευταία φορά που η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου μειώθηκε τόσο απότομα ήταν κατά τη διάρκεια της πανδημίας το 2020, όταν η παγκόσμια οικονομία βυθίστηκε σε ύφεση. Σήμερα, το περιθώριο αποφυγής μιας αντίστοιχης κρίσης φαίνεται να στενεύει επικίνδυνα.

 

Διαβάστε επίσης 

Ευτύχης Βασιλάκης (Aegean): Θα μας κοστίσει 100 εκατ. ευρώ η αύξηση της τιμής των καυσίμων

Morgan Stanley για Metlen: «Μεταβατικό» το 2026, ισχυρή επιτάχυνση από το 2027 – Στα €55 η τιμή-στόχος

Πράσινη Ναυτιλία: Παραγωγή 150 τόνων υδρογόνου και επενδύσεις $9 τρισ. για να επιτευχθεί ο στόχος για καθαρά καύσιμα μέχρι το 2050