Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Οκτώ διαγράμματα σκιαγραφούν τις πιέσεις που δέχεται η γαλλική οικονομία και τα στενά περιθώρια αντίδρασης της κυβέρνησης. Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετωπίζει ένα ισχυρό κύμα κοινωνικής αναταραχής, ενώ η κατάσταση των δημόσιων οικονομικών δυσκολεύει τη λήψη νέων μέτρων στήριξης.

Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες διαδηλώνουν κατά της ακρίβειας, με τις κινητοποιήσεις να συνοδεύονται από βίαια επεισόδια, επιθέσεις σε κυβερνητικά κτίρια και λεηλασίες καταστημάτων.

1

Η δυσαρέσκεια, ωστόσο, συνδέεται με προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί επί χρόνια. Οι κρατικές παρεμβάσεις περιόρισαν τις επιπτώσεις των ανατιμήσεων στα νοικοκυριά, αλλά επιβάρυναν τα ελλείμματα, εξαντλώντας σημαντικό μέρος των διαθέσιμων δημοσιονομικών περιθωρίων.

Σήμερα, η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα από τα υψηλότερα ελλείμματα στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, η πολιτική αβεβαιότητα και η δυσκολία συμφωνίας για τη δημοσιονομική προσαρμογή υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Οι πιέσεις έχουν περάσει στην αγορά ομολόγων, με την απόδοση του γαλλικού δεκαετούς να ξεπερνά το 5%, επιβαρύνοντας το κόστος χρηματοδότησης του Δημοσίου.

Ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027, η επόμενη ηγεσία θα βρεθεί μπροστά σε δύσκολες επιλογές: αύξηση φόρων, περιορισμό δαπανών ή συνέχιση μιας δημοσιονομικής πολιτικής που προκαλεί ολοένα μεγαλύτερες επιφυλάξεις στις αγορές.

Τα οκτώ διαγράμματα που παρουσιάζει η Wall Street Journal φωτίζουν τις βασικές πτυχές αυτής της κρίσης και εξηγούν γιατί η αναζήτηση λύσεων συνοδεύεται από υψηλό οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό κόστος.

1. Η καθυστερημένη μεταφορά του πληθωρισμού στα νοικοκυριά

Η πίεση που δέχονται σήμερα οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τον τρόπο διαχείρισης της ενεργειακής κρίσης τα προηγούμενα χρόνια.

Την περίοδο 2022–2024, η γαλλική κυβέρνηση χρηματοδότησε εκτεταμένα προγράμματα επιδοτήσεων, προκειμένου να περιορίσει την επιβάρυνση των καταναλωτών από τις υψηλές τιμές της ενέργειας. Οι μηχανισμοί αυτοί στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό στη διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Η πολιτική αυτή επέτρεψε στη Γαλλία να διατηρήσει τον γενικό πληθωρισμό χαμηλότερα από γειτονικές ευρωπαϊκές οικονομίες, προσφέροντας προσωρινή ανακούφιση στα νοικοκυριά.

Το δημοσιονομικό κόστος, όμως, ήταν σημαντικό. Παράλληλα, μέρος της επιβάρυνσης των καταναλωτών μετατέθηκε χρονικά, καθώς οι κρατικές ενισχύσεις περιόρισαν προσωρινά τη μετακύλιση των ανατιμήσεων στους λογαριασμούς.

Με τις δυνατότητες χρηματοδότησης αντίστοιχων παρεμβάσεων να έχουν πλέον περιοριστεί, τα νοικοκυριά καλούνται να απορροφήσουν μεγαλύτερο μέρος του ενεργειακού κόστους.

2. Η σταδιακή απόσυρση της ενεργειακής προστασίας

Η ανάγκη περιορισμού του ελλείμματος οδηγεί τη γαλλική κυβέρνηση σε υποχώρηση από την εκτεταμένη προστασία που προσέφερε στους καταναλωτές.

Οι αυξήσεις των φορολογικών επιβαρύνσεων στην ηλεκτρική ενέργεια και στο φυσικό αέριο μεταφέρουν μεγαλύτερο βάρος στους τελικούς λογαριασμούς. Η αλλαγή συμπίπτει με νέο κύμα ανατιμήσεων στις διεθνείς αγορές ενέργειας, λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή.

Σύμφωνα με στοιχεία του Bruegel, του ερευνητικού ινστιτούτου με έδρα τις Βρυξέλλες, η Γαλλία έχει διαθέσει φέτος λιγότερα χρήματα για έκτακτα μέτρα ενεργειακής στήριξης ακόμη και από αρκετά μικρότερες οικονομίες, μεταξύ των οποίων η Ιρλανδία.

Οι καταναλωτές βρίσκονται έτσι αντιμέτωποι με αυξημένους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, την ώρα που στην υπόλοιπη Ευρώπη εμφανίζονται ενδείξεις αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού.

Η γαλλική οικονομία υφίσταται επομένως μια καθυστερημένη πληθωριστική πίεση: η κρατική προστασία περιορίζεται, ενώ η ενεργειακή αναταραχή εξακολουθεί να επιβαρύνει το κόστος ζωής.

3. Το έλλειμμα στενεύει τα περιθώρια παρέμβασης

Η κατάσταση των δημόσιων οικονομικών βρίσκεται στον πυρήνα του προβλήματος.

Βάσει των προβλέψεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, από τις μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες αναμένεται να εμφανίσουν φέτος υψηλότερο δημοσιονομικό έλλειμμα από τη Γαλλία.

Αυτό περιορίζει τη δυνατότητα της κυβέρνησης να απαντήσει στην κοινωνική δυσαρέσκεια με πρόσθετες δαπάνες. Σε προηγούμενες κρίσεις, το κράτος μπορούσε να ενισχύσει κοινωνικά προγράμματα, να επιδοτήσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις ή να αυξήσει τις δημόσιες επενδύσεις.

Σήμερα, μια νέα παρέμβαση κινδυνεύει να εντείνει τις αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

Η κυβέρνηση καλείται συνεπώς να ισορροπήσει ανάμεσα στην απαίτηση των πολιτών για περισσότερη στήριξη και στην ανάγκη να περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα.

4. Ο ακριβότερος δανεισμός πιέζει τον προϋπολογισμό

Οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική πορεία και η πολιτική αβεβαιότητα αποτυπώνονται ολοένα εντονότερα στα γαλλικά ομόλογα.

Οι πωλήσεις κρατικών τίτλων από επενδυτές έχουν ανεβάσει τις αποδόσεις τους, με το δεκαετές ομόλογο να ξεπερνά το 5%. Η εξέλιξη σημαίνει ότι το γαλλικό Δημόσιο καλείται να πληρώνει υψηλότερα επιτόκια για την άντληση νέων κεφαλαίων.

Καθώς αυξάνονται οι ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους, περιορίζονται οι πόροι που μπορούν να κατευθυνθούν σε άλλες πολιτικές. Οι δαπάνες για σχολεία, στεγαστικές ενισχύσεις και δημόσιες επενδύσεις ανταγωνίζονται πλέον ένα αυξανόμενο κόστος τόκων.

Η Γαλλία βλέπει έτσι να αποδυναμώνεται ένα σημαντικό πλεονέκτημα που διέθετε σε προηγούμενες κρίσεις: η δυνατότητα σχετικά φθηνού δανεισμού για τη χρηματοδότηση έκτακτων παρεμβάσεων.

5. Η αγοραστική δύναμη παραμένει στάσιμη

Η κοινωνική ένταση τροφοδοτείται και από την παρατεταμένη στασιμότητα των πραγματικών εισοδημάτων.

Παρά τις κρατικές ενισχύσεις των προηγούμενων ετών, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των γαλλικών νοικοκυριών δεν έχει παρουσιάσει ουσιαστική βελτίωση.

Σε σύγκριση με οικονομίες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι μισθολογικές αυξήσεις έχουν ακολουθήσει περισσότερο την άνοδο των τιμών, οι αποδοχές στη Γαλλία έχουν δεχθεί μεγαλύτερη πίεση από τον πληθωρισμό.

Ακόμη και όταν οι εργαζόμενοι λαμβάνουν ονομαστικές αυξήσεις, αυτές δεν μεταφράζονται σε ανάλογη ενίσχυση της αγοραστικής τους δύναμης. Η απόσταση γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στις βασικές δαπάνες, από την ενέργεια μέχρι τα καθημερινά αγαθά.

Αυτή η εικόνα βοηθά να εξηγηθεί γιατί η δυσαρέσκεια επιμένει, παρά τα σημαντικά ποσά που έχει διαθέσει το κράτος. Τα εισοδήματα δεν έχουν ενισχυθεί αρκετά ώστε να αντισταθμίσουν την επιβάρυνση από τις ανατιμήσεις.

6. Η υψηλή φορολογία δυσκολεύει τις νέες επιβαρύνσεις

Η Γαλλία βρίσκεται ανάμεσα στις οικονομίες με τη μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση στον ανεπτυγμένο κόσμο, με τα συνολικά φορολογικά έσοδα να προσεγγίζουν το ήμισυ της οικονομικής παραγωγής της.

Το μέγεθος αυτό συνδέεται με το εκτεταμένο κοινωνικό κράτος και τις προσδοκίες των πολιτών για το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Οι Γάλλοι φορολογούμενοι αναμένουν κοινωνική προστασία, αξιόπιστες συγκοινωνίες, ποιοτική εκπαίδευση και αποτελεσματικούς δημόσιους θεσμούς, θεωρώντας ότι ήδη συνεισφέρουν σημαντικά στη χρηματοδότησή τους.

Για την κυβέρνηση, οι διαθέσιμες επιλογές έχουν υψηλό κόστος. Πρόσθετοι φόροι μπορούν να επιβαρύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα και την ανάπτυξη, ενώ οι περικοπές υπηρεσιών και παροχών προκαλούν αντιδράσεις από πολίτες που αισθάνονται ότι έχουν ήδη πληρώσει για αυτές.

Η δημοσιονομική προσαρμογή γίνεται έτσι ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς τόσο η αύξηση των εσόδων όσο και ο περιορισμός των δαπανών συναντούν ισχυρές αντιστάσεις.

7. Οι συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις δεσμεύουν πόρους των υπουργείων

Μια λιγότερο εμφανής πλευρά του προβλήματος αφορά τον τρόπο χρηματοδότησης και λογιστικής καταγραφής των συντάξεων.

Οι υψηλοί προϋπολογισμοί των υπουργείων δεν μεταφράζονται απαραίτητα σε αντίστοιχους πόρους για τις σημερινές λειτουργικές ανάγκες τους, καθώς σημαντικά ποσά κατευθύνονται στην κάλυψη υποχρεώσεων του παρελθόντος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εκπαίδευση. Σύμφωνα με κυβερνητική έκθεση που δημοσιοποιήθηκε αυτόν τον μήνα, το 32% του σχετικού προϋπολογισμού αφορά συντάξεις πρώην δημοσίων υπαλλήλων.

Τα χρήματα αυτά καλύπτουν συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις και δεν διατίθενται για τη λειτουργία σχολείων, την αναβάθμιση υποδομών ή την αγορά εκπαιδευτικού εξοπλισμού.

Σε πολλές άλλες χώρες, αντίστοιχα ποσά καταγράφονται στην κατηγορία των συνταξιοδοτικών δαπανών. Στη Γαλλία περιλαμβάνονται στους προϋπολογισμούς των αρμόδιων υπουργείων ως εργοδοτικές εισφορές.

Ο οικονομολόγος Μαξίμ Σμπαϊί του Institut Montaigne υπολογίζει ότι περισσότερο από το 11% του προϋπολογισμού της κεντρικής κυβέρνησης —περίπου 56 δισ. δολάρια ετησίως— χρηματοδοτεί συντάξεις, χωρίς να ταξινομείται λογιστικά ως συνταξιοδοτική δαπάνη.

Η διάρθρωση αυτή εξηγεί γιατί ένας μεγάλος υπουργικός προϋπολογισμός μπορεί να συνυπάρχει με ελλείψεις στις δημόσιες υπηρεσίες. Στην εκπαίδευση, οι δεσμευμένοι πόροι περιορίζουν τα διαθέσιμα κονδύλια για τις τρέχουσες ανάγκες των σχολείων.

8. Οι εκπαιδευτικές επιδόσεις υποχωρούν

Οι πιέσεις στη χρηματοδότηση αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα όταν εξετάζονται μαζί με τα αποτελέσματα των δημόσιων υπηρεσιών.

Στην εκπαίδευση, η Γαλλία παρουσιάζει υποχώρηση των μαθητικών επιδόσεων στις διεθνείς αξιολογήσεις. Η τάση αποτυπώνεται στα αποτελέσματα του PISA, του προγράμματος του ΟΟΣΑ που αξιολογεί τις γνώσεις και τις δεξιότητες μαθητών και επιτρέπει συγκρίσεις μεταξύ χωρών.

Η επιδείνωση θέτει ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της κατανομής των δημόσιων δαπανών και την ικανότητα του εκπαιδευτικού συστήματος να ανταποκριθεί στις ανάγκες των νεότερων γενεών.

Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς μαθητές και εκπαιδευτικοί συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις, διεκδικώντας καλύτερες υποδομές και περισσότερα μέσα.

Για την κυβέρνηση, η πρόκληση είναι διπλή: να διαχειριστεί τη δημοσιονομική στενότητα και παράλληλα να βελτιώσει υπηρεσίες των οποίων οι επιδόσεις δεν ανταποκρίνονται στο υψηλό συνολικό επίπεδο των δημόσιων δαπανών.

Οι δύσκολες αποφάσεις ενόψει του 2027

Η εικόνα που προκύπτει από τα οκτώ διαγράμματα είναι εκείνη ενός εκτεταμένου συστήματος κοινωνικής προστασίας, του οποίου η χρηματοδότηση γίνεται ολοένα δυσκολότερη.

Οι ενεργειακές επιδοτήσεις περιόρισαν προσωρινά τις ανατιμήσεις, αλλά επιβάρυναν τα ελλείμματα. Η υψηλή φορολογία στηρίζει το κοινωνικό κράτος, αφήνοντας όμως μικρά περιθώρια πρόσθετων επιβαρύνσεων. Οι συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις δεσμεύουν σημαντικούς πόρους, ενώ ο ακριβότερος δανεισμός αυξάνει την πίεση στον προϋπολογισμό.

Την ίδια στιγμή, η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών παραμένει υπό πίεση και οι απαιτήσεις για κρατική προστασία εντείνονται.

Με τις προεδρικές εκλογές του 2027 να πλησιάζουν, οι πολιτικές δυνάμεις καλούνται να παρουσιάσουν ένα αξιόπιστο σχέδιο που θα υπερβαίνει τις προσωρινές επιδοτήσεις ή τις οριζόντιες περικοπές.

Η επόμενη ηγεσία θα πρέπει να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στη δημοσιονομική πορεία της χώρας, διατηρώντας ταυτόχρονα επαρκή κοινωνική στήριξη και λειτουργικές δημόσιες υπηρεσίες, σε μια περίοδο ήδη οξυμένης δυσαρέσκειας.

Διαβάστε επίσης 

ΔΑΑ: Αύξηση εσόδων 0,6% το εννεάμηνο του 2026 – Άνοδος 5,4% στα έσοδα από μη αεροπορικές δραστηριότητες

Boeing: Κατρακύλα σχεδόν 10% στη μετοχή – Για το 2027 μετατίθεται ο στόχος παραγωγής των 737 αεροσκαφών

Fed: Αμετάβλητα αναμένονται τα επιτόκια στη συνεδρίαση της Πέμπτης – Οι αγορές αναζητούν σήματα από τον Γουόρς