Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Η εκτίναξη των αποδόσεων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων αυτή την εβδομάδα αποτελεί μια ηχηρή υπενθύμιση της πραγματικότητας που διαμορφώνουν η ισχυρή οικονομία, ο επίμονος πληθωρισμός και το αυξανόμενο κόστος του αμερικανικού δημόσιου χρέους.

Η κατάσταση αυτή αναμένεται να αυξήσει την πίεση στην κυβέρνηση Τραμπ, η οποία έχει να διαχειριστεί το υψηλό χρέος και καλείται να χαράξει την επόμενη πορεία της οικονομικής πολιτικής.

1

Παράλληλα, όπως αναφέρει εκτενής ανάλυση του CNBC, αναδεικνύει την ένταση μεταξύ των δύο κορυφαίων αξιωματούχων που χαράσσουν την οικονομική πολιτική των ΗΠΑ. Ο πρόεδρος της Federal Reserve, Κέβιν Γουόρς, θέλει να ακούει προσεκτικά τα μηνύματα που στέλνουν οι αγορές. Αντίθετα, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ θέλει να χρησιμοποιεί τα εργαλεία που διαθέτει για να αλλάζει αυτό το μήνυμα όταν θεωρεί ότι η αγορά κάνει λάθος.

Οι αποδόσεις των ομολόγων εκτινάχθηκαν την Τετάρτη και την Πέμπτη διαπραγματεύονταν κοντά σε υψηλά πολλών δεκαετιών, καθώς οι επενδυτές αξιολογούσαν τα απροσδόκητα θετικά στοιχεία από τους δείκτες PMI, σε μια περίοδο κατά την οποία η Fed έχει αρχίσει, από την περασμένη εβδομάδα, να αυξάνει το βασικό βραχυπρόθεσμο επιτόκιό της.

Η απόδοση του διετούς αμερικανικού ομολόγου αυξήθηκε κατά 10 μονάδες βάσης, στο 4,87%, ενώ η απόδοση του δεκαετούς Treasury σημείωσε άνοδο 17 μονάδων βάσης, φτάνοντας το πρωί της Πέμπτης στο 5,12%.

Τα επίπεδα αυτά είναι εξαιρετικά υψηλά με βάση τα δεδομένα των τελευταίων ετών, όχι όμως και αν εξεταστούν σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα. Η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού ομολόγου διαμορφωνόταν κατά μέσο όρο περίπου στο 5,9% από το 1990 έως το 2006, προτού ακολουθήσουν χρόνια χαμηλής ανάπτυξης και, κατά κανόνα, χαμηλών επιτοκίων, τα οποία άλλαξαν τις προσδοκίες των Αμερικανών σχετικά με το κόστος δανεισμού.

Τώρα, η αμερικανική οικονομία εμφανίζεται ισχυρότερη, ενισχυμένη εν μέρει από την έκρηξη των επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Ο ανταγωνισμός για κεφάλαια έχει συμβάλει επίσης στην άνοδο των επιτοκίων.

Η οικονομική ανάπτυξη φαίνεται μάλιστα να έχει ευρύτερη βάση. Το Census Bureau ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα ότι το πραγματικό διάμεσο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 2,6%, στα 87.460 δολάρια, ενώ το ποσοστό φτώχειας μειώθηκε κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, στο 10,2%.

Στο επίκεντρο το δημοσιονομικό έλλειμμα

Η πρόσφατη ισχύς της οικονομίας στηρίχθηκε επίσης σε ένα κύμα κρατικών δαπανών που χρηματοδοτούνται μέσω ελλειμμάτων, τα οποία οφείλονται εν μέρει στις μεγάλες φορολογικές μειώσεις κατά την πρώτη και τη δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ, ενώ προστέθηκαν και οι δαπάνες για τον πόλεμο στο Ιράν.

Με βάση στοιχεία του Congressional Budget Office, το ομοσπονδιακό έλλειμμα αναμένεται να ξεπεράσει φέτος το 6% του ΑΕΠ. Η υπηρεσία προβλέπει ότι ο φορολογικός και δημοσιονομικός νόμος που ψηφίστηκε πέρυσι θα αυξήσει τα ελλείμματα κατά 4,7 τρισ. δολάρια σε βάθος δεκαετίας, αν και μέρος αυτής της επιβάρυνσης θα αντισταθμιστεί από τους δασμούς.

Την ίδια στιγμή, η αμερικανική οικονομία κατακλύζεται από πιστώσεις. Ο Γουόρς έχει επισημάνει τις μεγάλες εκδόσεις χρέους από τράπεζες και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, καθώς και τα περιορισμένα πιστωτικά spreads — ένδειξη ότι οι δανειολήπτες αντιμετωπίζουν μικρές δυσκολίες στην εξασφάλιση χρηματοδότησης — ως ορισμένους από τους βασικούς παράγοντες που τον οδήγησαν να ψηφίσει μαζί με τους υπόλοιπους αξιωματούχους της Fed υπέρ της αύξησης των επιτοκίων.

Τις ημέρες που ακολούθησαν, αρκετοί ακόμη αξιωματούχοι της Fed, μεταξύ των οποίων ο διοικητής Μάικλ Μπαρ την Τετάρτη, δήλωσαν ότι θεωρούν πιθανό να χρειαστούν περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων.

Η αγορά ομολόγων πιθανότατα ωφελήθηκε από την απόφαση του Γουόρς να αυξήσει τα επιτόκια αυτή την εβδομάδα. Εάν δεν είχε αντιδράσει απέναντι στον πληθωρισμό, οι επενδυτές θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει ακόμη υψηλότερα τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις, ενσωματώνοντας την αβεβαιότητα σχετικά με το πότε και με ποιον τρόπο θα αντιδρούσε τελικά η Fed.

Ωστόσο, ο Γουόρς δεν μπορεί να φτάσει πολύ μακριά στην προσπάθεια επηρεασμού της απόδοσης του δεκαετούς ομολόγου.

«Η διασφάλιση συνεχούς, βιώσιμης και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης είναι η δουλειά μας», δήλωσε την περασμένη εβδομάδα.

Ο Γουόρς και η Fed θα ενεργήσουν με στόχο να περιορίσουν τον κίνδυνο του πληθωρισμού, χωρίς όμως να θέλουν να προκαλέσουν ύφεση.

Η διαφορετική προσέγγιση Fed και Μπέσεντ

Η απόφαση της Fed να αυξήσει τα επιτόκια αναδεικνύει επίσης το ενδεχόμενο έντασης με το υπουργείο Οικονομικών.

Ο Γουόρς αντιμετωπίζει το δεκαετές αμερικανικό ομόλογο ως μια ζωτικής σημασίας πηγή πληροφοριών για την οικονομία. Στην πιο πρόσφατη συνέντευξη Τύπου το χαρακτήρισε «το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο οπουδήποτε στον κόσμο». Έχει επίσης αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνεί η Fed, ώστε να μπορεί να διαβάζει ευκολότερα το ανεπηρέαστο μήνυμα της αγοράς.

Ο Μπέσεντ, από την άλλη πλευρά, έχει δείξει ότι είναι πρόθυμος να παρεμβαίνει όταν πιστεύει ότι οι αγορές έχουν απομακρυνθεί από την ισορροπία. Πρόσφατα ενίσχυσε τις προσπάθειες του υπουργείου Οικονομικών να επαναγοράσει ορισμένους μακροπρόθεσμους τίτλους χρέους, καθώς διέκρινε έναν «πυρετό» στις αγορές.

«Δεν πιστεύω ότι μπορώ να αλλάξω την τιμή ισορροπίας, αλλά τίποτα δεν βρίσκεται ποτέ σε ισορροπία», δήλωσε ο Μπέσεντ σε εκδήλωση του Breitbart στις 8 Σεπτεμβρίου.

«Όταν υπάρχει ανισορροπία, η δουλειά μου είναι να προσπαθώ να ωθήσω τα πράγματα πίσω προς την ισορροπία», πρόσθεσε.

Το τεράστιο βάρος του αμερικανικού χρέους

Το διακύβευμα γίνεται ολοένα μεγαλύτερο, καθώς το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών πρέπει να αναχρηματοδοτήσει ένα τεράστιο απόθεμα χρέους, την ώρα που συνεχίζει να χρηματοδοτεί μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα.

Ορισμένοι παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι το υπουργείο Οικονομικών θα μπορούσε να μειώσει την έκδοση μακροπρόθεσμου χρέους και να στραφεί περισσότερο σε βραχυπρόθεσμα έντοκα γραμμάτια.

Αυτό, όμως, μπορεί να αποδειχθεί ακριβό για την αμερικανική κυβέρνηση και τελικά για τους φορολογουμένους, όταν η Fed αυξάνει τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια.

Τα υψηλότερα μακροπρόθεσμα επιτόκια επιτείνουν ακόμη περισσότερο τους κινδύνους. Η Committee for a Responsible Federal Budget υπολογίζει ότι απόδοση 5% στο δεκαετές Treasury βρίσκεται περίπου 80 μονάδες βάσης υψηλότερα από το βασικό σενάριο του CBO.

Εάν οι αποδόσεις παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα κατά την επόμενη δεκαετία, το ετήσιο κόστος των τόκων θα μπορούσε να φτάσει τα 2,7 τρισ. δολάρια — ποσό μεγαλύτερο από τις δαπάνες για το Social Security ή το Medicare, σύμφωνα με τον μη κομματικό οργανισμό.

Η ανάπτυξη πρέπει να παραμείνει υψηλή

Τα υψηλότερα μέσα επιτόκια σημαίνουν επίσης ότι η αμερικανική ανάπτυξη θα πρέπει να παραμείνει ισχυρή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, προκειμένου η χώρα να έχει οποιαδήποτε πιθανότητα να περιορίσει το βάρος του χρέους μέσω της οικονομικής μεγέθυνσης.

Ακόμη και αυτό, όμως, φαίνεται δύσκολο. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτίμησε νωρίτερα φέτος ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα χρειαζόταν να εμφανίζει πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα 1% του ΑΕΠ, ώστε να θέσει το δημόσιο χρέος σε καθοδική τροχιά.

Με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να υπόσχεται επιταγές ύψους 5.000 δολαρίων εάν οι Ρεπουμπλικανοί επικρατήσουν στις ενδιάμεσες εκλογές, μια στροφή προς μεγαλύτερη δημοσιονομική πειθαρχία δεν φαίνεται πιθανή.

Η αγορά ομολόγων, ωστόσο, δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική αντιπαράθεση. Αυτό που αποτυπώνει είναι το κόστος του κεφαλαίου σε μια ισχυρή οικονομία, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πληθωριστικές πιέσεις και τεράστιες ανάγκες κρατικού δανεισμού.

Οι υπεύθυνοι χάραξης οικονομικής πολιτικής μπορεί να μη συμφωνούν με το μήνυμα που στέλνει η αγορά, δύσκολα όμως μπορούν να το αγνοήσουν.

 

Διαβάστε επίσης 

«Άλμα» σχεδόν 6% στο ευρωπαϊκό φυσικό αέριο μετά τις νέες απειλές του Ιράν

Ευρωαγορές: Απώλειες με το πετρέλαιο να ανεβαίνει στα 107 δολάρια και selloff ομολόγων

Τράπεζα της Αγγλίας: Σήμα για νέα αύξηση επιτοκίων τον Νοέμβριο δίνουν 2 Υποδιοικήτριες