Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Στην έκθεση «Europe’s borrowing more. Good for growth, good for banks, we stay overweight», με ημερομηνία 1 Σεπτεμβρίου και επικεφαλής αναλυτή τον Jason Napier, η UBS διατηρεί σύσταση υπεραπόδοσης για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, παρά το γεγονός ότι ο κλάδος βρίσκεται ήδη στον έκτο συνεχόμενο χρόνο υπεραπόδοσης.

Οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν ξεπεράσει την ευρύτερη αγορά κατά 11% από την αρχή του έτους και κατά 130% από το 2021. Ωστόσο, η UBS εκτιμά ότι η επενδυτική υπόθεση δεν έχει εξαντληθεί, υπολογίζοντας βασική συνολική ετήσια απόδοση περίπου 15% ακόμη και χωρίς περαιτέρω άνοδο των αποτιμήσεων.

1

Γιατί η UBS «αγαπά» την Ελλάδα

Ιδιαίτερη θέση στην ανάλυση καταλαμβάνει η ελληνική αγορά. Η UBS χρησιμοποιεί χαρακτηριστικά τη διατύπωση ότι «της αρέσει πολύ η Ελλάδα», εστιάζοντας στον συνδυασμό πιστωτικής ανάπτυξης, κερδοφορίας και αποτιμήσεων.

Η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις επιταχύνεται συνολικά στην Ευρώπη, από 1,6% πριν από έναν χρόνο σε 4,2% σήμερα. Στην Ελλάδα, όμως, οι ρυθμοί βρίσκονται ήδη στο 8%-10% ετησίως, τοποθετώντας τη χώρα μεταξύ των αγορών με την ισχυρότερη δυναμική.

Η UBS συνδέει την εικόνα με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ οι ελληνικές τράπεζες προβλέπουν αύξηση των επιχειρηματικών χορηγήσεων κατά 8%-10% ετησίως την περίοδο 2025-2028.

Η ανάπτυξη, επίσης, επισημαίνεται ότι δεν προέρχεται από έναν μόνο κλάδο. Υποδομές, τουρισμός, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ναυτιλία και μικρομεσαίες επιχειρήσεις τροφοδοτούν τη ζήτηση για χρηματοδότηση. Η εικόνα παραμένει διαφορετική στη λιανική τραπεζική, καθώς τα στεγαστικά δάνεια των τεσσάρων συστημικών τραπεζών μειώθηκαν κατά 1,3% σε ετήσια βάση στο δεύτερο τρίμηνο.

Πειραιώς αντί Eurobank στις κορυφαίες επιλογές

Η βασική αλλαγή της UBS αφορά την Τράπεζα Πειραιώς, η οποία παίρνει τη θέση της Eurobank στο ευρωπαϊκό χαρτοφυλάκιο κορυφαίων τραπεζικών επιλογών. Η αλλαγή δεν συνιστά αρνητική στροφή για τη Eurobank, η οποία διατηρεί σύσταση αγοράς, αλλά αντανακλά το μεγαλύτερο περιθώριο ανόδου που βλέπει πλέον η UBS στην Πειραιώς.

Η τιμή στόχος τοποθετείται στα 12 ευρώ, έναντι τιμής αναφοράς περίπου 10,20 ευρώ, προσφέροντας περιθώριο ανόδου 18%. Αν προστεθεί η εκτιμώμενη μερισματική απόδοση 5,6% για το 2026, η δυνητική συνολική απόδοση προσεγγίζει το 24%.

Η UBS βλέπει στην Πειραιώς ένα άμεσο επενδυτικό στοίχημα στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και στον νέο κύκλο εταιρικών επενδύσεων. Η ισχυρή θέση της τράπεζας στις καταθέσεις και στα επιχειρηματικά δάνεια, σε συνδυασμό με την απόκτηση της Εθνικής Ασφαλιστικής, διευρύνει παράλληλα τις πηγές εσόδων από προμήθειες.

Για το 2028, η απόδοση των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων εκτιμάται στο 16,2%, ενώ ο μακροπρόθεσμος στόχος της διοίκησης βρίσκεται στο 17,5%. Η UBS προβλέπει επίσης μέση ετήσια αύξηση των κερδών κατά 13,7% την περίοδο 2025-2028.

Alpha, Eurobank και Εθνική

Η εικόνα για τον ελληνικό κλάδο παραμένει συνολικά θετική. Τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις της UBS σε επίπεδο προσαρμοσμένων κερδών προ φόρων κατά 6% στην Alpha Bank, 7% στη Eurobank, 2% στην Εθνική Τράπεζα και 6% στην Πειραιώς.

Στην περίπτωση της Πειραιώς, τα έσοδα ήταν 7% υψηλότερα από τις προβλέψεις, ενώ τα έσοδα εκτός τόκων ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις κατά 16%.

Παρά το ισχυρό χρηματιστηριακό ράλι των ελληνικών τραπεζών μέσα στο 2026, οι αποτιμήσεις αποτελούν ακόμη ένα από τα επιχειρήματα της UBS. Για το 2027, και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες διαπραγματεύονται χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 10,2 φορών τα εκτιμώμενα κέρδη, με την Πειραιώς περίπου στις 9 φορές.

Ειδικά για την Πειραιώς, η UBS υπολογίζει ότι η μετοχή διαπραγματεύεται περίπου 8,5 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2028, με έκπτωση 8% έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών και περίπου 12% έναντι των ισπανικών.

Η ελβετική τράπεζα εκτιμά τελικά ότι, παρά τα σημαντικά κέρδη που έχουν ήδη καταγράψει οι μετοχές, η ελληνική τραπεζική ιστορία διατηρεί περιθώρια ανόδου. Η πιστωτική ανάπτυξη παραμένει ισχυρή, τα αποτελέσματα ξεπερνούν τις προσδοκίες και οι αποτιμήσεις δεν έχουν ακόμη καλύψει πλήρως τη διαφορά με την ευρωπαϊκή αγορά.