Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Δεν έχει προκαλέσει, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, το αναμενόμενο ενδιαφέρον η νέα ρύθμιση οφειλών σε 72 δόσεις, παρά το γεγονός ότι εκατοντάδες χιλιάδες φορολογούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να κουβαλούν σημαντικά χρέη προς Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία.

Μέχρι σήμερα έχουν υποβληθεί συνολικά περίπου 22.500 αιτήσεις, από τις οποίες 11.000 αφορούν οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση και 11.500 προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Η απόσταση από τη δυνητική περίμετρο των δικαιούχων είναι μεγάλη και πλέον το ενδιαφέρον στρέφεται στο τελευταίο τετράμηνο του έτους και στο κατά πόσο η λήξη της προθεσμίας στις 31 Δεκεμβρίου θα κινητοποιήσει περισσότερους οφειλέτες.

1

Πίσω, όμως, από τη χαμηλή συμμετοχή κρύβεται ένα μεγαλύτερο πρόβλημα: για σημαντικό αριθμό μικρών επιχειρήσεων το ζήτημα δεν είναι μόνο σε πόσες δόσεις θα «σπάσει» το παλαιό χρέος, αλλά εάν υπάρχει αρκετή ρευστότητα ώστε να πληρώνονται ταυτόχρονα η ρύθμιση, οι νεότερες οφειλές και οι τρέχουσες υποχρεώσεις.

Γιατί δυσκολεύονται οι μικρομεσαίοι

Αυτό ακριβώς επισημαίνει το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας και ο Πρόεδρος του Κωνσταντίνος Δαμίγος, το οποίο έχει προειδοποιήσει ότι χωρίς ένα περισσότερο ευέλικτο πλαίσιο χιλιάδες μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις κινδυνεύουν είτε να μην ενταχθούν είτε να μην μπορέσουν να διατηρήσουν τη ρύθμιση.

Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στους μικροοφειλέτες. Στα ασφαλιστικά ταμεία, περίπου 1,48 εκατ. οφειλέτες έχουν χρέη έως 15.000 ευρώ, με το ΒΕΑ να επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη κατηγορία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια δεξαμενή στρατηγικών κακοπληρωτών. Πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις που συσσώρευσαν υποχρεώσεις μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένου λειτουργικού κόστους και περιορισμένης ρευστότητας.

Η πίεση αυτή αποτυπώνεται και στην τελευταία έρευνα του ΒΕΑ. Το 65% των επιχειρήσεων χαρακτηρίζει την αύξηση των τιμών των πρώτων υλών βασική επιβάρυνση, ενώ το 65% αναφέρει ότι το ενεργειακό κόστος επηρεάζει καθοριστικά τη βιωσιμότητά του. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι το 71% δηλώνει πως δεν μπορεί να μετακυλήσει το αυξημένο κόστος στους πελάτες, με αποτέλεσμα οι ανατιμήσεις να απορροφώνται από τα περιθώρια κέρδους. Την ίδια στιγμή, το 77% θεωρεί ιδιαίτερα δύσκολη την πρόσβαση σε χρηματοδότηση.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: η επιχείρηση έχει ένα σχετικά μικρό παλαιό χρέος, αλλά δεν διαθέτει την απαιτούμενη ρευστότητα για να εξυπηρετεί παράλληλα όλες τις υποχρεώσεις της.

Το Επιμελητήριο υποστηρίζει ότι απαιτείται ένα βιώσιμο πλαίσιο που θα διαχωρίζει τον επαγγελματία που πραγματικά δυσκολεύεται από τον στρατηγικό κακοπληρωτή.

Το εμπόδιο των χρεών μετά το 2023

Στην πράξη, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της σημερινής ρύθμισης είναι ότι αφορά παλαιές οφειλές έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023.

Τα χρέη που δημιουργήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά πρέπει να εξοφληθούν ή να ρυθμιστούν ξεχωριστά. Για τα ασφαλιστικά χρέη προβλέπεται η πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων.

Αυτό σημαίνει ότι ένας επαγγελματίας μπορεί να βρεθεί να πληρώνει κάθε μήνα τη δόση για το παλιό χρέος, τη δόση για τις νεότερες οφειλές και ταυτόχρονα τις τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές και φορολογικές υποχρεώσεις του.

Ακριβώς αυτό το «τριπλό βάρος» θεωρείται ένας από τους λόγους που ένας οφειλέτης με χρέος ακόμη και 10.000 ή 15.000 ευρώ μπορεί να διστάζει να ενταχθεί.

Το καμπανάκι από τις χαμένες ρυθμίσεις

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εάν ληφθεί υπόψη το ιστορικό των προηγούμενων ρυθμίσεων. Από τις 1.531.814 ρυθμίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί συνολικά στο ΚΕΑΟ, οι 840.428 έχουν χαθεί, ποσοστό σχεδόν 55%. Οι χαμένες ρυθμίσεις αντιστοιχούν σε οφειλές περίπου 24,4 δισ. ευρώ και αποδεικνύουν ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο να υποβληθεί η αίτηση, αλλά η δόση να μπορεί να εξυπηρετείται σε βάθος χρόνου.

Το ασφαλιστικό χρέος, άλλωστε, συνεχίζει να αυξάνεται και έχει φθάσει στα 52,42 δισ. ευρώ, με αύξηση 639,1 εκατ. ευρώ μέσα σε ένα τρίμηνο. Από αυτά, 237,4 εκατ. ευρώ αποτελούν νέα χρέη.

Η πορεία των αιτήσεων έως το τέλος του έτους θα αποτελέσει το πραγματικό τεστ. Εάν η συμμετοχή παραμείνει χαμηλή και μετά τον Σεπτέμβριο, τότε θα ενισχυθεί το επιχείρημα των εκπροσώπων των μικρομεσαίων ότι οι περισσότερες δόσεις από μόνες τους δεν αρκούν εάν οι όροι της ρύθμισης δεν συμβαδίζουν με την πραγματική δυνατότητα πληρωμής των επιχειρήσεων.

Η θέση του MONONEWS

Η ρύθμιση ίσως χρειάζεται δεύτερη ματιά

Η μέχρι σήμερα περιορισμένη ανταπόκριση των οφειλετών θα πρέπει να αξιολογηθεί προσεκτικά από την κυβέρνηση πριν εκπνεύσει η προθεσμία στο τέλος του έτους. Οι 72 δόσεις αποτελούν ένα σημαντικό βήμα, ωστόσο τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι για ένα μεγάλο κομμάτι της αγοράς οι σημερινοί όροι δεν αρκούν ώστε ένα συσσωρευμένο χρέος να μετατραπεί σε πραγματικά εξυπηρετήσιμη υποχρέωση.

Ίσως, λοιπόν, το οικονομικό επιτελείο θα πρέπει να ξαναδεί συνολικά την αρχιτεκτονική της ρύθμισης. Πρώτα απ’ όλα, τον αριθμό των δόσεων και κατά πόσο οι 72 επαρκούν για μικρές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν στενότητα ρευστότητας.

Δεύτερο κρίσιμο ζήτημα είναι το επιτόκιο 5,84%. Μια ρύθμιση που απευθύνεται σε φορολογούμενους και επαγγελματίες οι οποίοι αποδεδειγμένα δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους δεν μπορεί να εξετάζεται μόνο με βάση τον αριθμό των δόσεων. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το τελικό κόστος της αποπληρωμής. Σε βάθος έξι ετών, η επιβάρυνση από το επιτόκιο δεν είναι αμελητέα και μπορεί να περιορίζει σημαντικά το όφελος που προσφέρει η επιμήκυνση. Μια μείωση του επιτοκίου θα μπορούσε επομένως να κάνει τη ρύθμιση περισσότερο ελκυστική και, κυρίως, περισσότερο βιώσιμη.

Στην ίδια κατεύθυνση θα μπορούσε να εξεταστεί ένα γενναίο κούρεμα προσαυξήσεων και πρόσθετων τελών, ενδεχομένως συνδεδεμένο με τον αριθμό των δόσεων ή με τη συνέπεια του οφειλέτη κατά τη διάρκεια της ρύθμισης. Έτσι θα δημιουργούνταν ένα πραγματικό κίνητρο όχι μόνο για την ένταξη, αλλά και για την ολοκλήρωση της αποπληρωμής.

Χρειάζεται, παράλληλα, να επανεξεταστεί το χρονικό όριο της 31ης Δεκεμβρίου 2023. Οι οικονομικές πιέσεις δεν σταμάτησαν την 1η Ιανουαρίου 2024. Μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις συνέχισαν να βρίσκονται αντιμέτωπες με υψηλό ενεργειακό και λειτουργικό κόστος, ανατιμήσεις σε πρώτες ύλες και υπηρεσίες και περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Υπό αυτή την έννοια, θα μπορούσε να εξεταστεί η δυνατότητα ένταξης και μεταγενέστερων οφειλών, με αυστηρά κριτήρια ώστε η διεύρυνση να αφορά όσους πραγματικά επλήγησαν και όχι στρατηγικούς κακοπληρωτές.

Καμία βελτίωση της ρύθμισης, όμως, δεν μπορεί να αγνοήσει όσους παρέμειναν συνεπείς. Κάθε νέα διευκόλυνση δημιουργεί εύλογα το ερώτημα τι κερδίζει ο επαγγελματίας ή ο φορολογούμενος που, ακόμη και μέσα στην ενεργειακή κρίση και την περίοδο της μεγάλης ακρίβειας, κατέβαλλε κανονικά φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.

Εφόσον η υπεραπόδοση των εσόδων δημιουργεί πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο, θα μπορούσε να αναζητηθεί ένας μηχανισμός ώστε ένα μέρος του να επιστρέφει στους συνεπείς μέσα από στοχευμένες φορολογικές ή ασφαλιστικές ελαφρύνσεις.

Γιατί μια αποτελεσματική πολιτική για το ιδιωτικό χρέος δεν μπορεί να εξαντλείται σε περισσότερες δόσεις. Χρειάζεται περισσότερος χρόνος, χαμηλότερο επιτόκιο, περιορισμός των προσαυξήσεων και ρεαλιστική αντιμετώπιση των νεότερων χρεών, αλλά ταυτόχρονα και έμπρακτη επιβράβευση εκείνων που παρέμειναν συνεπείς. Έτσι η δεύτερη ευκαιρία μπορεί να γίνει πραγματικά βιώσιμη, χωρίς να μετατραπεί σε αντικίνητρο για τη συνέπεια.

Διαβάστε επίσης

Μπρατάκος (ΕΒΕΑ): 120 δόσεις, μείωση προκαταβολής φόρου και εισφορών – Τι ζητά η αγορά ενόψει ΔΕΘ

e-ΕΦΚΑ: Επανεκκίνηση για τις 72 δόσεις με σχεδόν 10.000 αιτήσεις – Το στοίχημα απέναντι στα χρέη των 51,8 δισ. ευρώ

Τι αλλάζει για τα χρέη σε Εφορία, Ταμεία, τράπεζες και servicers – Ο εξωδικαστικός και όλες οι ρυθμίσεις από Σεπτέμβριο